Κατ' αρχάς, δε το βλέπω απομονωμένα, αλλά έχουμε προϕανώς μία γενικότερη διαϕωνία για τα μέτρα της ΕΕ, που στο σύνολο τους τα βλέπω θετικά ή τουλάχιστον αϕορμή/πίεση για μία πιο ελεύθερη οικονομία και για τον εξορθολογισμό των δαπανών του Δημοσίου. Το άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων, κι εν γένει ο τερματισμός της νοοτροπίας της κρατικοδίαιτης επιχειρηματικότητας, είναι ένα από τα πιο βασικά θέματα.
Στο θέμα των τιμών, συμϕωνώ εν μέρει πως η απελευθέρωση μίας αγοράς δεν οδηγεί κατ' ανάγκην σε μείωση των τιμών, καθώς το θέμα του κόστους δεν είναι απλό. Παραδείγματος χάριν, μιας και αναϕερθήκαμε στις καϕετέριες, εϕόσον η ζήτηση είναι μεγαλύτερη της προσϕοράς δεν υπάρχει και λόγος για έναν καταστηματάρχη να μειώσει τις τιμές του - όμως, υπάρχουν και τέτοιες καϕετέριες που έχουν σκοπό να κερδίζουν πελατεία με χαμηλότερες τιμές, όπως πολλές καϕετέριες στην ευρύτερη περιοχή των Εξαρχείων. Άλλες επενδύουν στην ποιότητα των υπηρεσιών κι άλλες απλώς βασίζονται στην σίγουρη πελατεία και κάνουν ό,τι θέλουν. Σε κάθε περίπτωση, έχουν σημασία οι προθέσεις του καταναλωτή, ποια είναι τα ποιοτικά χαρακτηριστικά που αναζητεί σε ένα προϊόν, πόσο είναι διατεθειμένος να πληρώσει και σαϕώς το κόστος δεν είναι το μόνο κριτήριο επιλογής.
Υπάρχει ένα σοβαρό πρόβλημα στην ϕιλελεύθερη θεωρία επ' αυτού, το γεγονός ότι βασίζεται στην θεωρία της ορθολογιστικής επιλογής (rational choice). Ο καταναλωτής συγκεντρώνει (τέλεια ή, σε νεότερα μοντέλα, ϕραγμένης αβεβαιότητας) πληροϕορία, καταστρώνει εναλλακτικές, αξιολογεί και αποϕασίζει. Η πραγματικότητα είναι κάπως διαϕορετική και οι άνθρωποι μπορούν κάλλιστα να συμπεριϕέρονται παράλογα, να αγοράζουν προϊόντα χωρίς να θέλουν να μπουν στον κόπο της συγκέντρωσης πληροϕοριών, μπερδεύονται όταν έχουν πάνω από 10 επιλογές, αντιμετωπίζουν διαϕορετικά το ρίσκο όταν πρόκειται για κέρδη απ' ό,τι για ζημίες, η επιρροή της κουλτούρας, κλπ. κλπ. Εμπειρικά παραδείγματα είναι η αποδοχή ότι στις διακοπές του θα ακριβοπληρώσει για ϕαγητό και ποτό, η παράλογη πεποίθηση πως διακοπές σημαίνουν νησί (οπότε και διατηρούνται τα ακριβά εισιτήρια πλοίων λόγω βέβαιης πελατείας), κλπ.
Πάντως, βλέπουμε στην πράξη πώς τα κρατικά μονοπώλια ή τα κρατικά ελεγχόμενα ολιγοπώλια μειονεκτούν. Οι δημόσιοι μονοπωλιακοί οργανισμοί καταλήγουν να προσϕέρουν την ελάχιστη ποιότητα υπηρεσιών στο ελάχιστο δυνατόν κόστος, η εξουσία αϕ' ενός είναι απομονωμένη από την κατανόηση της παραγωγικής διαδικασίας, αϕ΄ετέρου μπορεί να έχει συμϕέροντα εντελώς διαϕορετικά από αυτά του οργανισμού, τα δε ιδιωτικά ολιγοπώλια δεν έχουν κανέναν λόγο να βελτιώνουν τις υπηρεσίες τους.
Στην τελική, η ελεύθερη αγορά είναι ένα περιβάλλον που προσφέρει την δυνατότητα και τα κίνητρα για την αναζήτηση και εφαρμογή νέων μεθόδων παραγωγής, νέων προϊόντων, βελτιώσεων στις υποστηρικτικές διαδικασίες, κ.ο.κ., σε αντίθεση με το κράτος που έχει μία τάση προς την στασιμότητα. Κι ως εκ τούτου, έχει σαφώς πολύ καλύτερα περιθώρια για την προσφορά καλύτερων προϊόντων και υπηρεσιών και, μέσω αυτού, της βελτίωσης της ζωής των πολιτών.






