Μαλάκες του γαμήσατε τον αδόξαστο στην ανάλυση.
Θα σας πω για τις μπριζόλες το καλοκαίρι.
Πάω στον Μπάμπη τον καράφλα τον χασάπη κάτω από τον Γυαλικαφενέ. Του ζητάω χοιρινές για σχάρα. Από λαιμό θα σου κόψω, μου λέει, να έχουν λίγο παραπάνω λίπος για νοστιμιά.
Παίξε μπάλα του λέω, και μου κόβει την παραγγελία - γύρω στα 800gr η κάθε μπριζόλα. ΠΑΝΤΑ με τσιγάρο στο χέρι. Γι' αυτό τον εμπιστεύομαι, γι' αυτό τον προτιμώ... γιατί δεν μπορεί να εκτελέσει παραγγελία αν δεν καπνίζει παράλληλα, για να ηρεμεί...

Τα κάρβουνα γίνανε επιτόπου. Από κούτσουρο πουρναριού. Η φωτιά έφτασε τα 2 μέτρα. Όταν ετοιμάστηκε η θράκα (και ψηθήκαν κάτι μπιφτέκια για τα γυναικόπαιδα) έπεσε η σάρκα ζώου.
Οι μπριζόλες γυρίστηκαν ΜΟΝΟ μία φορά. Γίνανε κάτι σε medium well. Εγώ το λέω κάβλα. Τις έβγαλα όταν μου φάνηκαν αρκετά κάβλα. 'Αλλωστε δεν έβλεπα και κάλα, μόνο όσο χρειάζονταν. 'Ηταν βράδυ και έφεγγα μόνο με μια κρεμαστή λάμπα συνεργειατζή. Έκρινα την στιγμή της τρυφερότητας με βάση την όραση, όσφρηση, ακοή ...και το αρχαίγονο ένστικτο της αυτοσυντήρησης.

Το κρέας δεν είχε καμία μαρινάδα. Ήταν καθαρό. Αγνό. Για να εκφράζει μια ύστατη ταπεινότητα στο ζώω που θανατώθηκε. Μόνο η σχάρα είχε λίγες πινελιές ελαιόλαδο, για μηχανικούς λόγους. Όταν το κρέας έφτασε στο τραπέζι, κοινώνησε τον πλούτο ενός μίγματος αλατιού, πιπεριού και ελάχιστης ρίγανης. Έπειτα η χαριτωμένη συντροφία* ήπιε άλλες δυο γουλιές τσίπουρο μέχρι το αναβράζον λίπος του εδέσματος ηρεμήσει για πάντα.

Όσο μετέφερα το πιάτο με τις μπριζόλες στο τραπέζι, αυτά τα 5-6 βήματα μακριά από τον καπνό της θράκας, άγγιξε τα ρουθούνια μου η αλλάνθαστη μυρωδιά της πρωτείνης του φρεσκοψημένου κρέατος... αυτή που είναι σαν το φρέσκο βούτυρο, σαν το γάλα απ' την καρδάρα. (σκάτε κωλόπαιδα, το ξέρω ότι το λύσσαξα)

Φωτό δεν τράβηξα. Το κινητό έπαιζε αναγκαστικά Led Zeppelin ακριβώς δίπλα μου αν και η θεία έπρηζε μπάλες "κλείσε αυτά τα διαόλια πια, θα κλαίει το μωρό".



*μια που το ανέφερα:


Χαριτωμένη συντροφιά μου λέει να τραγουδήσω,
κι εγώ τους λέω δεν μπορώ, τους λέω εγώ δεν ξέρω.
Βαστάξτε με να σηκωθώ και βάλτε με να κάτσω,
τα ποδαράκια με πονούν, τα γόνατα με σφάζουν,
με πήραν τα γεράματα κι άσπρισαν τα μαλλιά μου.
Και τώρα για τους φίλους μου, για τους αγαπημένους
θα πω τραγούδια θλιβερά και παραπονεμένα.
Την ξενιτιά, την ορφανιά, την πίκρα, την αγάπη,
τα τέσσερα τα ζύγιασαν, βαρύτερα ειν’ τα ξένα.
Παένουν ανύπαντρα παιδιά κι έρχονται γερασμένα.
Παρηγοριά έχει ο θάνατος και λησμονιά ο χάρος,
μα ο ζωντανός ο χωρισμός παρηγοριά δεν έχει.
Χωρίζει η μανα απ’ το παιδί, και το παιδί απ’ τη μανα,
χωρίζονται τ’ αντρόγυνα τα πολυαγαπημένα.