κατ' εμέ όλες αυτές οι συζητήσεις περί υπερβατικών όντων είναι λίγο άχρηστες και υποθετικές
βλέπουμε και παρατηρούμε την πραγματικότητα με τις αισθήσεις μας και την αναλύουμε με τη διάνοιά μας. υπερβαίνουμε τα όρια των ανθρώπινων αισθήσεων με την τεχνική μας εξέλιξη και τα όρια της διάνοιάς μας μέσω της διαλεκτική των θεωριών του παρελθόντος με αυτές του παρόντος, σε ένα κλασικό σχήμα "θέση - αντίθεση - σύνθεση" κατά Χέγκελ.
Νομίζω ότι το δίπολο που χωρίζει άθεους κα ένθεους συμπυκνώνεται στην εξής πολύ απλή ερώτηση: υπάρχει ή δεν υπάρχει θεός; για να το κάνουμε και λίγο πιο συγεκριμένο, ας ορίσουμε το θεό ως την υπερβατική απόλυτη οντότητα που είναι η αρχή, η γενεσιουργός αιτία των πάντων, συμπάντων, παρασυμπάντων, παράλληλων διαστάσεων, you-name-it. όλες οι υπόλοιπες υποθέσεις (από αρλούμπες μέχρι επιστημονικές) δεν είναι τίποτα άλλο παρά υποθέσεις: ολογραφικά σύμπαντα, many-worlds interpretation, simulations και δε συμμαζεύεται. οι υποθέσεις αυτές που έχουν επιστημονική βάση σε αποδεκτές θεωρίες προκύπτουν από μαθηματικά που χρησιμοποιούμε για να λύσουμε συγκεκριμένα προβλήματα και έχουν αποδειχτεί αποτελεσματικά για την πρόβλεψη των καταστάσεων που χρησιμοποιήθηκαν για να περιγράψουν. δε σημαίνει όμως ότι η ερμηνεία των μαθηματικών της κάθε υπόθεσης είναι η μόνη. ως παράδειγμα που η αρχική ερμηνεία που δόθηκε στα μαθηματικά εγκαταλείφθηκε χωρίς να εγκαταλειφθούν τα ίδια τα μαθηματικά, θα αναφέρω την κυματοσυνάρτηση schrodinger. οι πιο πολλοί επιστήμονες διαλέγουν πλέον τη λεγόμενη copenhagen interpretation, ενώ παλιότερα η ερμηνεία που δινόταν στην ίδια ακριβώς εξίσωση ήταν τελείως διαφορετική. αν δεν καταλάβατε τίποτα από την τελευταία πρόταση, μη σκάτε, αρκεί να κρατήσουμε ότι άλλο η θεωρία που προσπαθεί να εξηγήσει και να προβλέψει υπαρκτά φαινόμενα, αντιληπτά από την ανθρώπινη διάνοια και αίσθηση, άλλο τα μαθηματικά που χρησιμοποιεί για να περιγράψει η θεωρία τα φαινόμενα αυτά, κι άλλο η φιλοσοφική ερμηνεία που δίνεται στα μαθηματικά.
για μένα το πρόβλημα της ύπαρξης ή όχι του θεού καταλήγει στο πώς ο κάθε άνθρωπος επιλέγει να απαντήσει στο εξής ερώτημα: μπορεί να υπάρξει κάτι αυθύπαρκτο; υπάρχει δηλαδή "κάτι" που δεν δημιουργήθηκε από τίποτα και δεν έχει τίποτα ως αιτία;
ακόμα και οι υποθέσεις για simulations και υπεβατικά όντα και δε συμμαζεύεται πάσχουν στην αντιμετώπιση αυτού του ερωτήματος: στην ουσία με το να λες ότι "δεν μπορώ να αποκλείσω ότι δεν υπάρχει κάποιο υπερβατικό ον (αλλά όχι απόλυτο) που δημιούργησε την πραγματικότητα όπως την αντιλαμβανόμαστε" μεταθέτεις το πρόβλημα κατά ένα βήμα, γιατί αυτό το υπερβατικό ον, πώς δημιουργήθηκε; υπήρχε κάποιο άλλο πιο υπερβατικό ον που το δημιούργησε; και το ίδιο ερώτημα ad-infinitum.
καταλήγουμε λοιπόν στο εξής: αν δεχτούμε ότι μπορεί να υπάρξει κάτι αυθύπαρκτο και άναρχο (με την έννοια χωρίς αρχή), γιατί να μη μείνουμε στην υλική πραγματικότητα την ίδια που βιώνουμε και αντιλαμβανόμαστε με τις αισθήσεις και τη διάνοιά μας; πέρα από αυτά για τα οποία έχουμε εμπειρικά δεδομένα, οποιαδήποτε υπόθεση και να κάνουμε, δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια φαντασία. μπορεί να βασίζεται πάνω σε δεδομένα, μπορεί να μοιάζει με καταστάσεις που ήδη γνωρίζουμε εμπειρικά ότι υπάρχουν, αλλά παραμένει αυτό και μόνον αυτό: φαντασία.
όχι απαραίτητα χωρίς αξία, αλλά να ξέρουμε και τι λέμε:
άλλο η πραγματικότητα κι άλλο η φαντασία





