H δικιά μου ιστορία έλαβε χώρα ένα χειμώνα χρόνια πριν στο Ηράκλειο. Μπαίνω στον ταρίφα και παρατηρώ ότι η μουρή του είναι μπουγελωμένη και στάζει γενικά. Δεν μιλάει για κανά 5λεπτο και πηγαίνουμε βουβά και όμορφα. Οπότε αρχίζει:
- "Γουστάρω τώρα να οδηγάω, να ηρεμήσω και λίγο με τα μουνόπανα".
- "..."
- "Γαμημένοι θρασύδειλοι, κωλόπαιδα!"
- "..."
Βουβαμάρα για 2 λεπτά.
- "Εμένα φίλε άμα μου κάνεις πουστιές έτσι απαντάω. Παίζω μία και καλή, όχι σαν τους άλλους που αδειάζουν το όπλο και δεν κάνουν τίποτα!"
- "...!"
- "Και να 'ρχονται και οι μπάτσοι να μου λένε γλυκόλογα, "έλα πάμε στο τμήμα" και τέτοια. Δεν πάω πουθενά τους λέω, αυτοί αρχίσανε και ας προσέχανε!"
- "Ναι..." (η συμμετοχή στην συζήτηση, πάντα ναι)
- "Έτσι δεν είναι η μαγκιά φίλε;"
- "Βέβαια..." με κατάφαση του κεφαλιού.
- "Μου κάνουν τα μουξουτού από το παράθυρο, και εκεί πάνω μου αδειάζει ο άλλος το νερό, ο θρασύδειλος, από έξω!"
- "Τι λέτε, αν είναι δυνατόν..."
Με κοιτάει λοξά να δει πώς τα λέω, μπας και τον δουλεύω. Βράχος πόκερφέις εγώ, παρακαλάω να φτάσουμε.
- "Αλλά δεν με ξέρανε καλά τα μουνόπανα. Εδώ το έχω πάντα και παίζω μία και καλή, δεν θέλω δεύτερη, μία μου φτάνει, έτσι δεν είναι η μαγκιά φίλε;"
- "Έτσι, έτσι"
- "Έτσι!"
Ησυχία.
Μέχρι να φτάσουμε λέει μόνος του πού και πού "τα μουνόπανα...τα μουνόπανα...". Φτάνουμε. Θυμάμαι να του λέω "είμαστε οκ" για τα ρέστα κάτι ψιλά και αυτός να λέει "όχι φίλε μου, οι καλοί λογαριασμοί κάνουν τους καλούς φίλους!". "Σωστά, σωστά!". Μπαίνω σπίτι.
Ποτέ δεν έμαθα τι έγινε, δεν είδα τίποτα στις ειδήσεις οπότε δεν έχω την παραμικρή ιδέα αν έλεγε μαλακίες γιατί έτσι ή αν όντως με πήγε ταρίφας δολοφόνος σπίτι μου.
Μια άλλη φορά είχα πέσει σε ταρίφα που μου έλεγε τα ονειρά του γιατί με πήρε για πολύ πνευματικό άνθρωπο. Κάτι με το πατέρα του, δεν θυμάμαι ακριβώς αλλά ήταν θριλεράκι δυνατό.
Και η αποθέωση, σε διασταύρωση δεν μπορεί να περάσει ο ταρίφας γιατί το κάθετο ρεύμα έχει κολλήσει. Κορνάρει ο από πίσω κλασσικά οπότε βγάζει ο ταρίφας το κεφάλι του και του λέει: "Ίντα κορνάρεις μωρέ, ίντα κορνάρεις; Ιντά'με; Το Ντιουκ είμαι να κάνω "γίχα" (ζίχα, με αξάν) να περάσω απέ πάνω του;"
Ο αδερφός μου έπεσε σε ταρίφα που όταν του ανάβανε την μεγάλη σκάλα οι απέναντι, έβγαζε ένα προβολέα τέρας, τους τον άναβε στην μάπα και έλεγε "πάρτα πούστη τώρα".





