Η αυθυποβολή είναι φαινόμενο που πράγματι επιβεβαιώνεται από την παρατήρηση. Επίσης γνωρίζουμε ότι η διάθεση του ασθενή επιδρά στην πορεία της ασθένειας, κι εν μέρει γνωρίζουμε και τους μηχανισμούς για το οποίο συμβαίνει αυτό.
Όμως, αφ' ενός η αυθυποβολή δεν είναι τόσο σημαντική, αφ' ετέρου δεν "πιάνει μια χαρά" (sic). Πέρα από το προφανές σφάλμα της post hoc λογικής (τόσο για τον ρόλο της αυθυποβολής εν γένει όσο και για το ξεμάτιασμα), η πίστη σε ξεματιάσματα συνήθως προκύπτει από confirmation bias: θυμόμαστε τις επιτυχίες (τις φορές όπου το ξεμάτιασμα ή η υποτιθέμενη αυθυποβολή δούλεψε) και αγνοούμε τις περιπτώσεις που απέτυχε.
Για να εξεταστεί η θεραπευτική ικανότητα μιας οποιασδήποτε μεθόδου, δε φτάνουν μόνο οι περιπτώσεις όπου εφαρμόστηκε επιτυχώς. Το "μα εγώ ξεμάτιασα τον Χ και πέτυχε!" είναι χαζό επιχείρημα. Χρειάζεται να μελετηθεί πόσο συχνά έχει θετικά, αρνητικά ή καθόλου αποτελέσματα. Αν το ποσοστό επιτυχίας είναι αυτό που θα περίμενε κανείς επειδή συμβαδίζει με την στατιστική τυχαιότητα ή συμβαδίζει με την πορεία της ασθένειας χωρίς θεραπευτική αγωγή, ε, τότε είναι εντελώς άχρηστη μέθοδος.






