PDA

View Full Version : Apospasmata Thread



Pages : 1 [2] 3

Kingdom Gone
08-01-2007, 15:22
Το πρωτο του ωστοσο ονομαζεται Viv loss(αν το διαβασεις στα ελληνικα προφερεται σαν να λεμε νυν λοσσ και εχει να κανει με ενα μυθοπλαστικο ειδος υπαρξης αοριστου και ακαθοριστου προελευσης και αερο-πλανικης κατευθυνσης το οποιο βρισκεται συνεχως υπο μια πλανη με αποτελεσμα να εξαπλαναται ολο και περισσοτερο αλλα ποτε να μην εξαφανιζεται,και για το λογο αυτο τους ονομαζει losers(λοσερσ) και παραμενουν εκτος απο λοσερσ και στην ιστορια εις τον αιωνα τον απαντα και εις τους αιωνες των αιωνων ανυν.

ε; αλήθεια; ψέμα; προβοκάτσια; παραλήρημα;

hunted by a Freak
08-01-2007, 21:10
h alh8eia einai mia.den yparxei a8anasia.

Kingdom Gone
09-01-2007, 05:42
στο μεθύσι σου απάνω να μαχαίρωνες το χάρο.

καταταλλα αν το έχεις το θέλω, κι ας μην υπάρχει.

hunted by a Freak
11-01-2007, 00:47
entaksei.

Milton
01-02-2007, 22:58
"With a curious physical sensation, as if she were urged forward and at the same time must hold herself back, she made her first quick decisive stroke. The brush descended. It flickered brown over the white canvas; it left a running mark. A second time she did it - a third time.
And so pausing and so flickering, she attained a dancing rhythmical movement, as if the pauses were one part of the rhythm and the strokes another, and all were related; and so, lightly and swiftly pausing, striking, she scored her canvas with brown running nervous line which had no sooner settled there than they enclosed (she felt it looming out at her) a space.
Down in the hollow of one wave she saw the next wave towering higher and higher above her. For what could be more formidable than that space?
Here she was again, she thought, stepping back to look at it, drawn out of gossip, out of living, out of community with people into the presence of this formidable ancient enemy of hers - this other thing,
this truth, this reality, which suddenly laid hands on her, emerged stark at the back of appearances and commanded her attention.
She was half unwilling, half reluctant.
Why always be drawn out and haled away?"

ταδε εφη, βιργινία λύκου.

cavity
01-02-2007, 23:51
ποιος φοβαται την βιργινια λυκου?

Milton
02-02-2007, 00:04
αμε. το συγκεκριμενο ειναι απο To the lighthouse.

cavity
02-02-2007, 00:34
οχι, αστειο ητανε :dscared:

Milton
02-02-2007, 00:36
αφου ετσι την λενε την γυναικα!

Pitsadoros
04-02-2007, 21:38
To poiima tou Ntinou Xristianopoulou, "Wraioi Nearoi"

Wraioi nearoi trexoune me ta mixanakia tous sto dromo gia na mas feroune sto spiti tin pitsa pou paraggeilame. Ti krima, omws, molis eispraksoun ta lefta feugoun amesws kai mas afinoun me tin pitsa sto xeri.

solution_AK-47
05-02-2007, 05:01
:rofl: :rofl: :rofl: :rofl: :rofl: :rofl: :rofl: :rofl: :rofl: :rofl: :rofl:
:rofl: :rofl: :rofl: :rofl: :rofl: :rofl: :rofl: :rofl: :rofl: :rofl: :rofl:
:rofl: :rofl: :rofl: :rofl: :rofl: :rofl: :rofl: :rofl: :rofl: :rofl: :rofl:

Candiru
05-02-2007, 08:08
απλά τέλειο!

solution_AK-47
16-02-2007, 03:37
Το ποίημα του Ντίνου Χριστιανόπουλου, "Ωραίοι Νεαροί"

"Ωραίοι νεαροί τρέχουνε με τα μηχανάκια τους στο δρόμο για να μας φέρουνε στο σπίτι την πίτσα που παραγγείλαμε. Τι κρίμα, όμως, μόλις εισπράξουν τα λεφτά φεύγουν αμέσως και μας αφήνουν με την πίτσα στο χέρι."

.

sabbattack
16-02-2007, 05:38
ποιος φοβαται την βιργινια λυκου?

Βιργινία Σουλτουκίδου.

Το αιδοίο της Άνοιξης.

Candiru
16-02-2007, 10:36
Η ψωλή (Ανδρέας Λασκαράτος)

Ω πούτσε καπιτάνιε του ψωλώνε,
που σαν κομμάτι τράβο ξεφυτρώνεις,
παρπάλι, που τσι τρύπες του μουνιώνε
ξεσκλάς και με τον κώλο τσ’ ανταμώνεις,


Σώπρεπε στο ρουθούνι όντες θυμώνης,
για προφυλαχτικό του γυναικώνε,
ένα από κειά τα σίδερα να χώνης
που βάνουνε στη μούρη του σκυλιώνε.


Κι όντες σώρχεται η λύσσα να γαμήσης,
νάχει εκειός που σ’ έχει ασκιά σπασμένα,
να τρίβεσαι εκεί μέσα ως ν’ αποχύσης.


Γιατί και ποιό μουνί κάνει για σένα
πούτσαρδε, καπιτάνιε του ψωλώνε,
που ημπορείς νάσαι αργούντουλας καϊκιώνε.

When Black Roses Bloom
16-02-2007, 13:50
Η ψωλή (Ανδρέας Λασκαράτος)

Ω πούτσε καπιτάνιε του ψωλώνε,
που σαν κομμάτι τράβο ξεφυτρώνεις,
παρπάλι, που τσι τρύπες του μουνιώνε
ξεσκλάς και με τον κώλο τσ’ ανταμώνεις,


Σώπρεπε στο ρουθούνι όντες θυμώνης,
για προφυλαχτικό του γυναικώνε,
ένα από κειά τα σίδερα να χώνης
που βάνουνε στη μούρη του σκυλιώνε.


Κι όντες σώρχεται η λύσσα να γαμήσης,
νάχει εκειός που σ’ έχει ασκιά σπασμένα,
να τρίβεσαι εκεί μέσα ως ν’ αποχύσης.


Γιατί και ποιό μουνί κάνει για σένα
πούτσαρδε, καπιτάνιε του ψωλώνε,
που ημπορείς νάσαι αργούντουλας καϊκιώνε.


Aytos den grafei kati paidika biblia me kassetes gia mikra paidakia? San ayta pou bazei to alter (ta papakia, oi indianoi klp)? :P

Candiru
16-02-2007, 14:44
όχι δα!

http://www.ionion.com/greek/kefalonia/c ... skarat.htm (http://www.ionion.com/greek/kefalonia/culture/vips/laskarat.htm)

When Black Roses Bloom
16-02-2007, 14:52
A. Kefalloniths einai?

metamelia3
21-02-2007, 18:02
Σταματάω τώρα και χαζεύω όλες αυτές τις λέξεις που άπλωσα πάνω στο ανυπεράσπιστο κωλόχαρτο. Τις σιχαίνομαι. Τις βλέπω αραδιασμένες τη μία δίπλα στην άλλη και νιώθω ανίκανος να συλλάβω το φανερό τους προσωπείο, την καλυμμένη τους προστυχιά, τη ματαιότητά τους. Τις μισώ τόσο που καταλαμβάνομαι απ'τη μανία να γεννήσω κι άλλες, κι άλλες, στριμώχνοντας όσο πιό πολλές μπορώ, έτσι που στο τέλος να τις δω να ασφυκτιούν, να σαλεύουν απελπισμένες η μια πάνω στην άλλη, να κουλουριάζονται από δύσπνοια, να κλαψουρίζουν παγιδευμένες να ξεψυχούν.

- Αγγελάκας

Atheist
21-02-2007, 19:53
δε με πείθει

Ace
21-02-2007, 20:09
Ουτε κι εμενα.

Palladia
14-03-2007, 17:27
Θυμάσαι, λέω, τότε; Έλεγε, έλεγε ο Μανόλης: ο Μαρξισμός, ο Σοσιαλισμός, οι Αστοί, οι Προλετάριοι, το μεροκάματο, η καταπίεση... Εμείς δεν τον πιάναμε και χασμουριόμασταν, διότι τι μεροκάματο κι αρχίδια αφού κλέβαμε, κι όσο για καταπίεση, πρώτη φορά ακούγαμε τέτοια λέξη. Ο Νικόλας όμως το 'πιασε και λέει του Μανόλη, άσ' τα, ρε, θα τους τα πω εγώ γιατί τους μπερδεύεις. Λοιπόν, ρε σεις, από δω είναι οι πλούσιοι και από κει οι φτωχοί. Είναι κανένας σας πλούσιος; Όχι, είπαμε μείς. Ε, συνέχισε, το παιδί από δώ μας λέει, εμείς οι φτωχοί να κάνουμε ντου στους πλούσιους, να τους τα πάρουμε και να τα μοιράσουμε στα ίσα, έτσι που να μην υπάρχουνε πια φτωχοί και πλούσιοι. Έτσι δεν είναι, ρε Μανόλη; Ε, όχι ακριβώς, δηλαδή υπάρχει το πρόβλημα... Χέσ' το, ρε, το πρόβλημα... Λοιπόν, μάγκες, είστε; Μπήκαμε.

Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς και δεν έμαθες ποτέ πόσο λυσσασμένα φυλάνε τα τάλαρά τους οι πλούσιοι. Διότι άλλο να κάνεις τη δουλειά στη ζούλα, και άλλο να τους λές φόρα, μάγκες θα σας τα πάρουμε. Δεκαπέντε χρόνια μου γάμησαν το κέρατο στο ξύλο.

Χρόνης Μίσσιος, ...καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς.

Atheist
15-03-2007, 00:48
μου γάμησαν το κέρατο στο ξύλο.

Παλλάδια νομίζω πως είσαι αδιάβαστη αναφορικά με το degenerate art. Κρίμα και με καύλωνες.

Candiru
17-03-2007, 09:48
Απόσπασμα από το έργο «Οι προστάτες μας» του σατιρικού ποιητή Γεωργίου Σουρή (1853-1919), δυστυχώς σε μονοτονικό, λόγω τεχνικών δυσκολιών.

Πηγή: Λογοτεχνικοί Θησαυροί- Γ. Σουρής, εκδόσεις Αλκυών, σελ. 197-200.


Εμείς εδώ δεν έχουμε μηδέ στρατών ασκέρια,
μήτε θαλάσσης κολοσσούς, μηδέ σφαγείς βαρβάρους…
ευλογημένα τρεις φορές των Ρουσακώφ τα χέρια,
που βομβαρδίζουν Καίσαρας, που βομβαρδίζουν Τσάρους.

Ω σεις σκιές αναρχικών με σκέψεις απορρήτους,
κτυπάτε τους αναρχικούς τους προφυρογεννήτους.

Το τρομερόν σας όνομα ποτέ δεν το ξεχάνω
και σήμερα με δάκρυα μνημόσυνα σας κάνω,
και σκούζουν σκλάβοι δύστυχοι με την ψυχή στο στόμα:
«ευλογημένο τρεις φορές του τάφου σας το χώμα».

Στους ήσκιους των αναρχικών και συ ψυχή μου πέτα,
ευλογητές οι μπόμπες των, οι λάζοι, τα στιλέτα,
κι ευλογημένος τρεις φορές ας μένει στον αιώνα
όποιος τινάξει κατά γης Καισαρική Κορώνα.

Αυτοί με τας τιάρας τας χρυσάς,
οι της ειρήνης φύλακες και Δράκοι,
γεννούν προς σωτηρίαν μας και σας,
των δρόμων τα σκουπίδια και τα ράκη.

Παντού το θέλημά των είναι νόμος,
κι ακοίμητα τους Θρόνους των φρουρεί
της σκλαβωμένης πλάσεως ο τρόμος,
που θα τον σβύσουν μέλλοντες καιροί.

Τριγύρω των λαός ψυχομαχά
και τούτοι καταλάμπουν μες στους ήλιους,
εσείς σκοτώνετ’ ένα μοναχά
κι εκείνοι μ’ ένα νεύμα τρώνε χίλιους.

Για σας τους Ραβασσόληδες κρεμάλα,
κατάρες κι αναθέματα μεγάλα,
κι εκείνους που χωμένοι στας πορφύρας
τόσων λαών τα σπλάχνα πριονίζουν,
προστάτας τους φωνάζουν και σωτήρας
κι όλο με θυμιατά τους λιβανίζουν.

Αυτοί γεννούν του κόσμου τους σφαγείς
κι είναι καιρός να λείψουν εκ της γης
αναρχικοί και μπόγηδες σκηπτούχοι,
που τύφλα να’ χουν μπρος των οι Καρδούχοι.

ΠΑΡΑΦΟΡΑ ΔΕΥΤΕΡΑ
ΤΗΣ ΠΡΩΤΗΣ ΣΦΟΔΡΟΤΕΡΑ

Τελείωσαν τα ψέματα, τα χωρατά τ’ αφήνω,
και σκέπτομαι προς το παρόν αναρχικός να γίνω.

Παραμερίστε Καίσαρες, και συ, βρε Περικλέτο,
ετοίμασέ μου γρήγορα το μυτερό στιλέτο.

Δόσε μου μπόμπες, Περικλή, κι ένα μακρύν σωλήνα,
ιδού κι εγώ διάσημος Μπαγιάν αναρχικός,
εν τούτοις ας μ’ ακολουθεί κι η φίλη Φασουλίνα,
τα πέντε τα μουρέλια μου κι ο Γκιούλ ο κυνικός.

Ε! Θοδωρή, τι καρτερείς; … ανδρίσου και πολέμα
και φερ’ τους άνω κάτω…
θέλω να πιώ το κυανούν των προστατών μας αίμα
ως είδος ρετσινάτο.

(…)

Μπαμ μπουμ εδώ, μπαμ μπουμ εκεί,
κτυπάτε σεις αναρχικοί,
και συ, φιλτάτη μου κυρά,
που μετ’ εμού φυγοδικείς
και ξένα σπίτια κατοικείς
μη σκιάζεσαι με τα πυρά.

freezing_moon
19-03-2007, 15:36
http://i4.photobucket.com/albums/y106/earthling_on_fire/firing20squad.jpg

ang69
20-03-2007, 23:37
φρήζινγκ μουν εχεχεχ


"Why do people fear death so? Because they realize, unconcsciously at least, that their lives are mere parodies of what living should be. They ache to quit playing at living and to really live, but, alas, it takes time and trouble to piece the loose ends of their lives together and they are doggedby the notion that time is running out.

Was that it, or was the pebble in the dancing slipper the phobia that time does not have a stop? If we could live our average 70.4 years and know for certain that that was that, we could readily manage. We might complain that it was far too short, but what there was of life we could live freely, doing exactly what we pleased insofar as our conscience and capabilities allowed, accepting that when it was over it was over: easy come easy go.

Ah, but we aren't allowed the luxury of finality. We dilute and hobble our most genuinely felt impulses with the idea, whether fervently held or naggingly suspected, that after death there is something else, and that that something may be endless, and that the correctness of our behavior in "this" life may determine how we fare in the "next" one (and for those poor souls who believe in reincarnation, the ones after that).

Thus, whether it is in danger of stopping and catching us with our pants down, or whether it runs on forever and demands that we busy ourselves preparing for the next station on the long ride, either way, time prevents us from living authentically."


Τα υπόλοιπα στο Even Cowgirls Get The Blues του Tom Robbins.

enitharmon
21-03-2007, 05:21
:pink:

Kingdom Gone
04-04-2007, 05:16
LOCUS DELICTI: MELQUIADES

στο καφέ που βρεθήκαμε χθες
τώρα μαζεύτηκαν πολλοί περαστικοί
σταμάτησα και εγώ με τους ρεπόρτερς
ν' ακούσω για ένα έγκλημα απεχθές

POLICE LINE - DO NOT CROSS
ένα όργανο με άσπρη κιμωλία
σκιτσάρει ένα περίγραμμα οικείο
κι ένας νεαρός υπαστυνόμους
δέκατη τρίτη επιλογή
την είχε βάλει τη σχολή
στο μηχανογραφικό του

-Περάστε πίσω κύριε
δεν υπάρχει τίποτα να δείτε

-Κάνε στην άκρη ρε καριόλη
που θα μου πεις εμένα αν υπάρχει


εγώ
είμαι το πτώμα

Candiru
13-04-2007, 09:40
Κρητική μαντινάδα για τις κάθε λογής ευχές:


Ήθελα και να κάτεχα

Που πάνε οι ευχές μου;

Που κάθε χρόνο τραγουδώ

Και δε τσι είδα ποτές μου.

Mitsmann
13-04-2007, 09:59
γαμιεται ο ΠΑΣ Γιαννινα
ο αγιαξ τσι ηπειρου
γαμιεται το οικοσυστημα
γαμιεται κι ο _ _ _ _ _ _ _ _




7 γραμματα, το πεμπτο Ι.


=======|
|..............Ο
|.............-||-
|............. /\
|
|
|

Sotos_The_Tequiler
13-04-2007, 21:01
Το σημείωμα αυτοκτονίας του Καρυωτάκη:
(για όποιον ενδιαφέρεται, εχω τα άπαντα του ποιητή σε ένα .pdf)


ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΑΣ

Είναι καιρός να φανερώσω την τραγωδία μου. Το μεγαλύτερο μου ελάττωμα στάθηκε η αχαλίνωτη περιέργειά μου, η νοσηρή φαντασία και η προσπάθειά μου να πληροφορηθώ για όλες τις συγκινήσεις, χωρίς τις περσότερες, να μπορώ να τις αισθανθώ. Τη χυδαία όμως πράξη που μου αποδίδεται τη μισώ. Εζήτησα μόνο την ιδεατή ατμόσφαιρά της, την έσχατη πικρία. Ούτε είμαι ο κατάλληλος άνθρωπος για το επάγγελμα εκείνο. Ολόκληρο το παρελθόν μου πείθει γι' αυτό. Κάθε πραγματικότης μου ήταν αποκρουστική.

Είχα τον ίλιγγο του κινδύνου. Και τον κίνδυνο που ήρθε τον δέχομαι με πρόθυμη καρδιά. Πληρώνω για όσους, καθώς εγώ, δεν έβλεπαν κανένα ιδανικό στη ζωή τους, έμειναν πάντα έρμαια των δισταγμών τους, ή εθεώρησαν την ύπαρξη τους παιχνίδι χωρίς ουσία. Τους βλέπω να έρχονται ολοένα περισσότεροι μαζί με τους αιώνες. Σ' αυτούς απευθύνομαι.

Αφού εδοκίμασα όλες τις χαρές !!! είμαι έτοιμος για έναν ατιμωτικό θάνατο. Λυπούμαι τους δυστυχισμένους γονείς μου, λυπούμαι τα αδέλφια μου. Αλλά φεύγω με το μέτωπο ψηλά. Ημουν άρρωστος.

Σας παρακαλώ να τηλεγραφήσετε, για να προδιαθέσει την οικογένειά μου, στο θείο μου Δημοσθένη Καρυωτάκη, οδός Μονής Προδρόμου, πάροδος Αριστοτέλους, Αθήνας.

Κ.Γ.Κ.

[Υ.Γ.] Και για ν' αλλάξουμε τόνο. Συμβουλεύω όσους ξέρουν κολύμπι να μην επιχειρήσουνε ποτέ να αυτοκτονήσουν δια θαλάσσης. Όλη νύχτα απόψε επί δέκα ώρες, εδερνόμουν με τα κύματα. Ηπια άφθονο νερό, αλλά κάθε τόσο, χωρίς να καταλάβω πώς, το στόμα μου ανέβαινε στην επιφάνεια. Ορισμένως, κάποτε, όταν μου δοθεί η ευκαιρία, θα γράψω τις εντυπώσεις ενός πνιγμένου.

Κ.Γ.Κ.

HAVOC
13-04-2007, 22:31
Prin vgei to prozak.

sabbattack
14-04-2007, 04:20
Prin vgei to prozak.


Esy paidi mou k olo to Mpakako na pareis de 8a deis kalo

tamagothi
01-05-2007, 02:23
Muchos a

Griffith
01-05-2007, 02:33
αυτό είναι το καλύτερο βιβλίο.

carheart
01-05-2007, 02:36
Ε όπως και να το κάνεις, είναι στο πάνθεον.

Αν και δεν είναι ιμο η κορυφαία στιγμή του.

tamagothi
01-05-2007, 02:39
ωπ. ξύλο. για πες.

Griffith
01-05-2007, 02:40
ποιο?

carheart
01-05-2007, 12:42
"Ο έρωτας στα χρόνια της Χολέρας". Κάπου εκεί τα βρίσκω καλύτερα, λέω.

Επίσης αυτό που πόσταρε το γκόθι, παίζει να είναι η ωραιότερη αρχή βιβλίου έβερ.

Mostos
01-05-2007, 15:18
νομίζω οτι το απόσπασμα με τον πάγο απο το εκατό χρόνια μοναξιάς είναι απο τα ωραιότερα πράγματα που θα διαβάσω ποτέ.

Candiru
29-05-2007, 22:13
οι αγγλοελληνικοί λόγοι του Ξ. Ζολώτα:

http://www.translatum.gr/etexts/zolotas.htm

πιθανόν να τους ξέρετε, όμως έχουν πλάκα.

Candiru
31-05-2007, 11:38
διάφοροι τύποι καρκινικών επιγραμμάτων ή γνωμικών (δηλ διαβάζονται και ανάποδα είτε κατά γράμμα είτε κατά λέξεις:



κατά γράμμα (όπως το γνωστό νίψον ανομήματα....)

In girum imus nocte et consumimur igni (μαζευόμαστε γύρω από τον κύκλο την νύχτα και καταναλωνόμαστε στη φωτιά) αναφέρεται στις νυχτοπεταλούδες

Σοφά τε και μη, γη μια και τάφος

Αυτό επιπλέον μπορεί να διαβαστεί και οριζόντια και κάθετα και από αριστερά και από δεξιά: τετραγωνικό παλίνδρομο:

http://img.photoamp.com/i/kA9ACA8.jpg (http://img.photoamp.com/i/kA9ACA8.jpg)



A man, a plan, a canal—Panama


Madam, in Eden I'm Adam



μόνο οι λέξεις:

fall leaves after leaves fall

First Ladies rule the State and state the rule: ladies first


και σ' αυτό είναι χωρισμένες και σωστά οι λέξεις

Level madam, level

MeLinDa
09-06-2007, 03:03
Σου τα πρήζουν η μαμά και ο μπαμπάς
Ίσως όχι εξεπίτηδες, αλλά ωστόσο εκεί
Να σου κληρονομούν τα ελαττώματά τους
Και να προσθέτουν ακόμα μερικά - για σένα εξαιρετικά.

Αλλά και αυτούς, με τη σειρά τους, κάποιοι τους τα πρήζαν
Κάποιοι ηλίθιοι με παλιομοδίτικα καπέλα και παλτά
Που εναλλάξ γλυκόλογα αντάλλασσαν
Ή ήταν έτοιμοι να βγάλουν ο ένας του άλλου τα μαλλιά.

Ο άνθρωπος παραδίδει μιζέρια στον άνθρωπο
Σαν κρηπίδα του γιαλού προχωράει το κακό
Κάν' τη λαμόγια όσο πιο γρήγορα μπορείς
Και παιδιά να κάνεις μην διανοηθείς.

Candiru
09-06-2007, 11:34
Προτεινόμενος τίτλος: αμαρτίαι γονέων πρήζουσι όρχεις τέκνων

ikonoklast
09-06-2007, 15:42
:thumbsup: :thumbsup: :thumbsup:

Ubu Roi
10-06-2007, 13:00
Ο Λουντβιχ απέφευγε την κουβέντα. Αλλά λίγο λίγο τον κατάφερα να αρχίσει να μιλάει. Εκείνα τα λίγα τραγούδια που είχαμε ανακαλύψει είναι πολύ ωραία. Κατά τα άλλα το ρεπερτόριο μας δεν του λέει τίποτα. Προσαρμοζόμαστε πολύ στα γούστα της εποχής. Διόλου περίεργο. Εμφανιζόμαστε στο ευρύ κοινό και θέλουμε να αρέσουμε. Έτσι αφαιρούμε απ' τα τραγούδια μας τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους. Αφαιρούμε τον απαράμιλλο ρυθμό τους και τα προσαρμόζουμε σε πιο συμβατικά μέτρα. Καταφεύγουμε στα πιο πρόσφατα χρονολογικά στρώματα, γιατί αυτά περνούν πιο εύκολα στον κόσμο.

Διαμαρτυρήθηκα. Είμαστε ακόμα στην αρχή. Για μας το θέμα είναι να προωθήσουμε όσο περισσότερο γίνεται το παραδοσιακό τραγούδι. Γι' αυτό και κάναμε μικροπαραχωρήσεις στα γούστα του ευρύτερου λαϊκού κοινού. Το σημαντικό είναι ότι δημιουργήσαμε ήδη ένα σύγχρονο φολκλορ, καινούρια παραδοσιακά τραγούδια που μιλούν για τη σημερινή ζωή.

Δε συμφωνούσε. Ακριβώς τα καινούρια αυτά τραγούδια τού τρυπούν τ' αφτιά. Θλιβερές απομιμήσεις! Και πόσο ψεύτικα!

Ακόμα με πληγώνει όταν το σκέφτομαι. Αυτός δεν ήταν που μας προειδοποιούσε ότι θα την παθαίναμε σαν την γυναίκα του Λωτ αν κοιτούσαμε συνέχεια πίσω; Αυτός δεν καθόταν και μας έλεγε πως από τη μουσική του λαού θα γεννηθεί το νέο ύφος της εποχής; Αυτός δεν ήταν που μας παρότρυνε να δώσουμε ώθηση στην παραδοσιακή μουσική και να την υποχρεώσουμε να συμβαδίσει με την ιστορία του καιρού μας;

Όλα αυτά ήταν ουτοπία, είπε ο Λούντβιχ.

Τι; Ουτοπία; Ιδού όμως τα τραγούδια! Υπάρχουν!

Κάγχασε. Τα τραγουδάει το συγκρότημά σας. Δείξε μου όμως έστω και έναν έξω απ' το συγκρότημα που να τα τραγουδάει! Βρες μου έναν αγρότη του συνεταιρισμού που τραγουδάει για δική του ευχαρίστηση τα κολεκτιβιστικά τραγουδάκια σας! Θα ξίνιζε τα μούτρα του, τόσο ψεύτικα που είναι! Οι προπαγανδιστικοί στίχοι ξεπετάγονται μέσα απ' την ψευτοπαραδοσιακή μουσική σαν στραβοφορεμένο κολάρο! Ψευτομοραβίτικο τραγούδι για τον Φούτσικ! Τι ασχετοσύνη! Ένας Πραγινός δημοσιογράφος! Τι σχέση μπορεί να 'χει με την Μοραβία αυτός;

Ο Φούτσικ ανήκε σε όλους μας, διαμαρτυρήθηκα εγώ, κι έχουμε και εμείς το δικαίωμα να τον τραγουδάμε με τον δικό μας τρόπο.

Με τον δικό μας τρόπο; Εσείς δεν τραγουδάτε με τον δικό μας τρόπο αλλά με τον τρόπο της αγκιτπρόπ! Σκέψου μονάχα τα λόγια! Και εν πάση περιπτώσει, γιατί τραγούδια για τον Φούτσικ; Μόνο αυτός ήταν στην Αντίσταση; Μόνο αυτός βασανίστηκε;

Είναι όμως ο πιο γνωστός!

Αλίμονο! Οι μηχανισμοί προπαγάνδας θέλουν να τηρείται η ιεραρχία στην πινακοθήκη των νεκρών ηρώων. Τους χρειάζεται ένας ήρωας επικεφαλής των ηρώων.

Προς τι ο σαρκασμός; Κάθε εποχή έχει τα δικά της σύμβολα!

Σύμφωνοι, αλλά έχει ενδιαφέρον να δει κανείς ποιον επέλεξαν για σύμβολο! Την εποχή εκείνη υπήρξαν εκατοντάδες εξίσου γενναίοι, και ξεχάστηκαν. Κι ήταν κι αυτοί γνωστοί. Πολιτικοί, συγγραφείς, επιστήμονες, καλλιτέχνες. Κανένας τους δεν έγινε σύμβολο. Η φωτογραφία τους δεν στολίζει τα κομματικά γραφεία ούτε τα σχολεία. Κι όμως, πολλοί άφησαν πίσω τους σημαντικό έργο. Αλλά αυτό ακριβώς το έργο είναι το πρόβλημα. Δεν είναι εύκολο να βάλεις χέρι, να κοψεις και να ράψεις, να το αναμορφώσεις. Αυτό το έργο τους εμποδίζει την είσοδο στην προπαγανδιστική πινακοθήκη ηρώων.

Κανένας τους δεν έγραψε Δύο βήματα πριν από την αγχόνη!

Έτσι μπράβο! Τι να τον κάνεις έναν ήρωα που μένει σιωπηλός; Που δεν μετατρέπει τις τελευταίες του στιγμές σε θέαμα; Σε μάθημα διαπαιδαγώγησης; Ο Φούτσικ, αν και δεν είχε καθόλου έργο πίσω του την εποχή εκείνη, έκρινε πως είναι εξαιρετικά σημαντικό να κοινοποιήσει στο στερέωμα τι σκέφτεται, τι αισθάνεται, τι ζει μες στο μπουντρούμι, τι υποθήκες αφήνει στην ανθρωπότητα. Όλα αυτά τα σημειώνε σε μικροσκοπικά χαρτάκια, θέτοντας σε κίνδυνο τη ζωή αυτών που τα έβγαζαν κρυφά απ' τη φυλακή και τα φυλούσαν σε ασφαλές μέρος. Φαντάσου τι μεγάλη ιδέα είχε για τις σκέψεις του και τα αισθήματα του! Τι μεγάλη ιδέα είχε για τον εαυτό του!

Αυτό πια πήγαινε πολύ. Δηλαδή ο Φούτσικ ήταν ένας αλαζόνας φαφλατάς και τίποτ' άλλο;

Ο Λούντβιχ είχε πάρει φόρα: Όχι, δεν έγραφε μόνο από αλαζονεία. Το βασικό ήταν η αδυναμία. Γιατί, για να είσαι γενναίος στη μοναξιά σου, χωρίς μάρτυρες, χωρίς την επιδοκιμασία των άλλων, ενώπιος ενωπίω με τον εαυτό σου, απαιτείται μεγάλη υπερφάνεια και μεγάλη δύναμη. Ο Φούτσικ χρειαζόταν κοινό. Στη μοναξιά του κελιού του δημιούργησε τουλάχιστον ένα πλασμαστικό κοινό. Ένιωθε την ανάγκη να τον βλέπουν! Να τον ενισχύουν με το χειροκρότημα τους! Έστω πλασματικό χειροκρότημα! Να μεταμορφώσει το κελί του σε θεατρική σκηνή και να κάνει υποφερτή τη μοίρα του εκθέτοντάς την, επιδεικνύοντας την.

Μίλαν Κούντερα, "Το αστείο".

cavity
11-06-2007, 10:01
μες στην ερημια του κάμπου
μονο στεκει ενα τανκς

τωρα οι πολεις μας χτυπιουνται
απο χουλιγκανς και πανκς

Kingdom Gone
25-06-2007, 01:49
ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ ΓΙΑ ΝΑ ΠΙΑΣΕΙ ΓΚΟΜΕΝΑ ΕΝΑΣ ΕΦΗΒΟΣ ΦΙΛΟΣ

Σούζες σου λέω. Αλλοιώς σε βλέπω
να τρέχεις σε γραφεία συνοικεσίων ή να μένεις
-κρίμα στο μπόι σου- μαλάκας μια ζωή.
Σούζες με μηχανάκια, με καμήλες, με τραχτέρ, με γκρέιντερ
μόνο σούζες·
γιατί τα άλλα είναι δύσκολα
να βγείς φωτογραφία με το τέρας του Λοχνές ή να κρατείς
απ' τα φτερά έναν καρχαρία που εσύ
μόλις τον σκότωσες, αυτά
δύσκολα κι επικίνδυνα τα βρίσκω. Σούζες λέω
μόνο σούζες. Πού 'λεγε κι ο Μπωντλαίρ: "Ρωτάς
τι ώρα είναι;" Μη ρωτάς
είν' ώρα για μια σούζα". Έτσι φίλε μου;
Κι άσε τα κόλπα με την ποίηση. Η άλλη
θ' ανακαλύψει κάποια μέρα πως
δεν είσαι ποιητής και θα σ' αφήσει,
κι άντε να βρεις τον Μπόρχες ή τον Πάουντ
να φωτογραφηθείς στο πλάι τους να σωθείς. Έχουν πεθάνει.
Φίλε μου σούζες και
όπως και των αρχαίων Αιγυπτίων το άσμα λέει
χάρου εν όσω ακόμα ζεις
βάλε τα πιο εξαίσια φορέματα
βάλε πολύτιμα κοσμήματα κι αρώματα
χάρισε στην καρδιά σου όσα επιθυμεί
γιατί κανείς ποτέ του δεν επέστρεψε από 'κει
και όπως μού 'λεγε ο μπάρπας μου ο Θανάσης
κανείς δεν βρήκε πάτο στο μουνί.

Σούζες με μηχανάκια, με νταλίκες, με γαϊδούρια, με τραχτέρ, ώ κι αν μπορείς
σπρώξε καμμιά γριά εκεί στη θάλασσα
να πέσει μέσα κ' ύστερα στα σβέλτα
πήδηξε να τη σώσεις. Θα σε δείξει
η τηλεόραση. ’ντε
κουνήσου. Κι όπως είπαμε, αλλοιώς
τιριτιρί τιριτιρί τιριτιρί
με μαλακία θα τη βγάλεις τη ζωή.

tamagothi
28-07-2007, 01:03
Ήταν μια φορά ένα ποντικάκι που πεινούσε πολύ και ήθελε να φάει ένα τυράκι που βρισκόταν στην κουζινούλα του σπιτακιού (σικ). Το ποντικάκι, λοιπόν, πηγε πολύ αποφασισμένο στην κουζινούλα να αρπάξει το τυράκι, αλλά προέκυψε να συναντήσει μια γατούλα και το ποντικάκι τρόμαξε πολύ και έφυγε τρέχοντας και δεν μπόρεσε να πάει στην κουζινούλα για το τυράκι. Το ποντικάκι σκεφτόταν λοιπόν τι να κάνει ώστε να πάει στην κουζινούλα για το τυράκι και σκέφτηκε και είπε:

- Το βρήκα, θα βάλω ένα πιατάκι με γαλατάκι και η γατούλα θα αρχίσει να πίνει το γαλατάκι, αφού στις γατούλες αρέσει πολύ το γαλατάκι. Έτσι, όσο η γατούλα πίνει το γαλατάκι της και δε δίνει σημασία, θα πάω στην κουζινούλα να αρπάξω το τυράκι και θα το φάω. Ποοοοολύ ωραία ιδέα -είπε το ποντικάκι.

Έτσι πήγε να ψάξει το γαλατάκι αλλά προέκυψε ότι το γαλατάκι ήταν στην κουζινούλα και, όταν το ποντικάκι θέλησε να παει στην κουζινούλα, συνάντησε τη γατούλα και το ποντικάκι τρόμαξε πολύ και έφυγε τρέχοντας και δεν μπόρεσε να πάει για το γαλατάκι. Το ποντικάκι σκεφτόταν λοιπόν τι να κάνει ώστε να πάει στην κουζινούλα για το γαλατάκι και σκέφτηκε και είπε:

- Το βρήκα, θα πετάξω ένα ψαράκι πολύ μακριά κι έτσι η γατούλα θα τρέξει να φάει το ψαράκι, αφού στις γατούλες αρέσουν πολύ τα ψαράκια. Έτσι, όσο η γατούλα τρώει το ψαράκι της και δε δίνει σημασία, θα πάω στην κουζινούλα να αρπάξω το γαλατάκι για να το βάλω σ'ένα πιατάκι κι έτσι, όσο η γατούλα πίνει το γαλατάκι της και δε δίνει σημασία, θα πάω στην κουζινούλα να αρπάξω το τυράκι και θα το φάω. Πολύυυυυ ωραία ιδέα -είπε το ποντικάκι.

Έτσι πήγε να ψάξει το ψαράκι αλλά προέκυψε ότι το ψαράκι ήταν στην κουζινούλα και, όταν το ποντικάκι θέλησε να πάει στην κουζινούλα, συνάντησε τη γατούλα και φοβήθηκε πολύ και έφυγε τρέχοντας και δεν μπόρεσε να πάει για το ψαράκι.

Κι έτσι το ποντικάκι είδε ότι το τυράκι που ήθελε, το γαλατάκι και το ψαράκι ήταν όλα στην κουζινούλα και δεν μπορούσε να φτάσει γιατί η γατούλα το εμπόδιζε. Έτσι το ποντικάκι είπε "Ως εδω!" και άρπαξε ένα πολυβόλο και γάζωσε τη γατούλα και πήγε στην κουζινούλα και είδε ότι το ψαράκι, το γαλατάκι και το τυράκι είχαν χαλάσει και δεν τρώγονταν πια κι έτσι γύρισε εκεί όπου ήταν η γατούλα και τη διαμέλισε και την έψησε στα κάρβουνα και κάλεσε όλα τα φιλαράκια του κι έκαναν πάρτι κι έφαγαν την ψητή γατούλα και τραγούδησαν και χόρεψαν και έζησαν πολύ ευτυχισμένοι.

Hab

Pinatero
28-07-2007, 12:36
:lol: χαπι τρι φρεντσ σε παραμυθι? υπαρχουν κι αλλα τετοια?

tamagothi
28-07-2007, 16:45
Το παραμύθι των μαγικών κουνελιών από σοκολάτα
(ο νεοφιλελευθερισμός, η λίμπιντο των κουνελιών και τα παιδιά)

Ήταν μια φορά κι έναν καιρό τρία παιδιά, το ένα ήταν καλό, το άλλο ήταν κακό και το άλλο ήταν ο Σουπ*. Καθώς περπατούσαν κι έρχονταν από διαφορετικές κατευθύνσεις, έφτασαν σε ένα σπίτι και μπήκαν μέσα. Μέσα στο σπίτι υπήρχε μόνο ένα τραπέζι. Πάνω στο τραπέζι υπήρχε από ένα άσπρο πλαστικό κουτί, από αυτά μου χρησιμοποιούν για το χιόνι και το παγωτό, για κάθε ένα απ' τα παιδιά. Μέσα σε κάθε άσπρο πλαστικό κουτί (προσοχή: χωρίς λογότυπο ή μάρκα) υπήρχαν δυο κουνελάκια από σοκολάτα κι ένα χαρτάκι. Το χαρτάκι έγραφε:

"Οδηγίες χρήσης των δυο κουνελιών από σοκολάτα"
"Μετά από 24 ώρες, αυτό το ζεύγος κουνελιών από σοκολάτα θα αναπαραχθεί και θα κάνει δυο νέα κουνελάκια. Κάθε 24 ώρες, τα ζεύγη των κουνελιών από σοκολάτα που είναι μέσα στο άσπρο πλαστικό κουτί θα πολλαπλασιάζονται. Έτσι, ο κάτοχος αυτού του μαγικού άσπρου πλαστικού κουτιού (από αυτά που χρησιμοποιούν για να βάζουν χιόνι ή παγωτό) θα έχει πάντα σοκολάτα να τρώει. Η μόνη προϋπόθεση είναι ότι πρέπει πάντα να υπάρχει τουλάχιστον ένα ζευγάρι κουνελιών από σοκολάτα μέσα σε αυτό το άσπρο πλαστικό κουτί, από αυτά που χρησιμοποιούν για να βάζουν χιόνι ή παγωτό."

Κάθε παιδί πήρε το πλαστικό άσπρο κουτί του, από αυτά που χρησιμοποιούν για να βάζουν χιόνι ή παγωτό.

Το κακό παιδί δεν περίμενε 24 ώρες και έφαγε τα δυο σοκολατένια κουνελάκια. Απόλαυσε τη στιγμή, αλλά πια δεν είχε άλλα κουνελάκια απο σοκολάτα. Τώρα δεν έχει τι να φάει, αλλά έχει ακόμα την ανάμνηση και τη νοσταλγία για τα κουνελάκια απο σοκολάτα.

Το καλό παιδί περίμενε 24 ώρες και αποδείχθηκε ότι είχε πια 4 κουνελάκια από σοκολάτα. Σε 24 ώρες ακόμα είχε 8 κουνελάκια από σοκολάτα. Μέσα σε δυο μήνες, το καλό παιδί άνοιξε αλυσίδα με μαγαζιά με κουνελάκια από σοκολάτα. Μέσα σ'ένα χρόνο είχε ήδη υποκαταστήματα σε όλη τη χώρα, συνεργάστηκε με ξένο κεφάλαιο και ξεκίνησε τις εξαγωγές. Τελικά ανακηρύχθηκε "Πρόσωπο της Χρονιάς" και έγινε τρομερά πλούσιος και ισχυρός. Πούλησε τη βιομηχανία κουνελιών από σοκολάτα σε ξένους επενδυτές και παρέμεινε διαχειριστής της επιχείρησης. Δε δοκίμασε ποτέ τα κουνελάκια από σοκολάτα, για να μη μειώσει τα κέρδη του. Δεν είναι πια ιδιοκτήτης του μαγικού άσπρου πλαστικού κουτιού. Δεν ξέρει τι γεύση έχουν τα κουνελάκια από σοκολάτα.

Το παιδί Σουπ, αντί για τα κουνελάκια από σοκολάτα, έβαλε παγωτό καρύδι στο άσπρο πλαστικό κουτί, από αυτά που χρησιμοποιούν για να βάζουν χιόνι ή παγωτό. Άλλαξε τις προϋποθέσεις του παραμυθιού, στούμπωσε μισό λίτρο παγωτό καρύδι μεταξύ στήθους και πλάτης και κατέστρεψε το ηθικό δίδαγμα του παραμυθιού με τα κουνελάκια από σοκολάτα, επικαλούμενο πως όλες οι τελικές επιλογές είναι μια παγίδα.

Νεο-ηθικό δίδαγμα: Το παγωτό καρύδι έχει επικίνδυνες δυνατότητες εναντίον του νεοφιλελευθερισμού.

Ερωτήσεις για αξιολόγηση της ανάγνωσης:

1. Ποιο από αυτά τα παιδιά θα γίνει πρόεδρος της δημοκρατίας;
2. Ποιο από αυτά τα παιδιά θα είναι σε κόμμα της αντιπολίτευσης;
3. Ποιο από αυτά τα παιδιά θα χρειαστεί να σκοτώσουν για να παραβούν το νόμο σχετικά με το διάλογο, τη συμφιλίωση και την αξιοπρεπή ειρήνη στην Τσιάπας;

* Subcomandante

...

fandango
23-08-2007, 10:02
Το έχω διαβάσει 3 φορές και χθες ξεκίνησα για την 4η.
ΘΕΟΣ ο Ανταμς. :worship:



Γυρίστε τον γαλαξία με ωτοστόπ


Ένα πολύ σημαντικό και λαοφιλές γεγονός είναι ότι τα πράγματα δεν είναι πάντα αυτό που δείχνουν να είναι. Για παράδειγμα, στον πλανήτη Γη ο άνθρωπος πάντα νόμιζε ότι είναι πιο ευφυής από τα δελφίνια γιατί είχε καταφέρει να κάνει τόσα πράγματα – τον τροχό, τη Νέα Υόρκη, τους πολέμους κλπ – ενώ τα δελφίνια το μόνο που έκαναν ήταν να κοπροσκυλιάζουν στο νερό και να διασκεδάζουν. Από την άλλη, τα δελφίνια πάντα πίστευαν πως ήταν πολύ πιο έξυπνα από τον άνθρωπο, για τους ίδιους ακριβώς λόγους.

Το περίεργο ήταν πως τα δελφίνια ήξεραν από καιρό την επικείμενη καταστροφή του πλανήτη Γη και είχαν κάνει πολλές προσπάθειες να ειδοποιήσουν την ανθρωπότητα για τον κίνδυνο. Οι περισσότερες προσπάθειες επικοινωνίας τους όμως παρεξηγούνταν σαν διασκεδαστικές προσπάθειες να χτυπήσουν μια μπάλα ή να σφυρίξουν για να πάρουν ένα μεζεδάκι, κι έτσι τελικά εγκατέλειψαν τις προσπάθειές τους κι έφυγαν από τη Γη με τον τρόπο τους λίγο πριν το τέλος.

Το τελευταίο μήνυμα των δελφινιών παρεξηγήθηκε σαν μια εκπληκτικά επιτηδευμένη προσπάθεια διπλής κωλοτούμπας πηδώντας μέσα από ένα στεφάνι και σφυρίζοντας συγχρόνως την «αστερόεσσα», αλλά στην πραγματικότητα το μήνυμα ήταν το εξής: «Αντίο, και ευχαριστούμε για τα ψάρια».

Elisabetha
26-09-2007, 00:38
και σκέφτομαι...

".....τις νύχτες παίρνω χάπια και πλαγιάζω νωρίς,
όχι για να κοιμηθώ,αλλά για να πάω σε παράξενες συναντήσεις με ανθρώπους που έχασα ή με πρόσωπα αβέβαια,
θαμπά, πριν από χρόνια σε κάποιες νύχτες ξαφνικά συναντημένα - και δόξα τω θεώ δεν κατάλαβα ποτέ τον κόσμο γιατί αυτό το ρίγος που διατρέχει το σπίτι είναι από πράξεις που αποφύγαμε (και μετανοιώσαμε)
μεγάλα γεγονότα που χάθηκαν μες στη συντομία των ημερών, σκέψεις υπέροχες που αρκέστηκαν στα δάκρυα
και τις νύχτες η πικρή ανάμνηση εκείνων που σε πρόδωσαν
και που ο ύπνος τους συγχωρούσε.
και αγάπησα τις λέξεις που με ταπείνωσαν γιατί με ανακαλούσαν σε μιαν άλλη παιδικότητα.

Α, έχασα τις μέρες μου
αναζητώνας την ζωή μου..".

Τ. Λειβαδίτης

Griffith
26-09-2007, 00:49
<mpaxalaika> thelw na postarw katw apo to post elisabetha "esy eisai ekeini i kavla pou gnwrisame sto thiseio kai ithele na xwsei o atheist?"
<Red_Birds> alla kwlyesai?
<mpaxalaika> ne.
<Red_Birds> giati?
<mpatsoi> poios kserei!
<mpaxalaika> =X

Elisabetha
26-09-2007, 00:54
axmm mallon me mperdepsate me alli ipothetw.

tamagothi
28-01-2008, 03:03
[i]Ah! vous voulez savoir pourquoi je vous hais aujourd’hui. Il vous sera sans doute moins facile de le comprendre qu’

Ace
18-03-2008, 05:03
Τα διάβασα όλα, ωραία ήτανε.

fandango
21-03-2008, 13:44
Κανείς δεν ήξερε ότι έκανα ψυχανάλυση δι’ αλληλογραφίας. Ηχογραφούσα μονολόγους και τους έστελνα στο γιατρό σε κασέτα, εκείνος τους άκουγε και μου έστελνε τη συνταγή με τα φάρμακα που έπρεπε να παίρνω. Αλάνθαστη μέθοδος, εκτός από εκείνη τη φορά που του έστειλα κατά λάθος μια κασέτα με το Nightfall των Candlemass και μου διπλασίασε τη δόση του Prozac.

[...]

Το ζευγάρι περπατούσε λίγα μέτρα πίσω μου. Εκείνος είχε αρχίσει να της λέει ένα ανέκδοτο που ήξερα, αλλά το είχε ξεκινήσει στραβά και αργά ή γρήγορα θα έφτανε σε αδιέξοδο.
[…]
Ο τύπος πίσω μου είχε αρχίσει να ψυλλιάζεται ότι από το ανέκδοτο του έλειπε ένας Πόντιος, τον οποίο έπρεπε να είχε βάλει απ’ την αρχή και τώρα προσπαθούσε να τον χώσει όπως όπως από το πλάι. Εκείνη άκουγε με κατανόηση, αλλά στο μυαλό μου είχε αρχίσει να δυσανασχετεί και ετοιμαζόταν να πει «ούτε ένα ανέκδοτο δεν είσαι ικανός να πεις ρε άχρηστε!», να τον παρατήσει και να πέσει στην αγκαλιά του πρώτου άγνωστου που θα έβρισκε μπροστά της (λίγα βήματα μπροστά της, πιο συγκεκριμένα). Εγώ χαμογελούσα και περίμενα. Και μετά έφαγα την μπάλα στη μούρη, έχασα το φως μου και σωριάστηκα χάμω.
[…]
Το μυαλό μου είχε βγει κόρνερ (στα 3 πέναλτι) και κανείς δεν πήγαινε να το εκτελέσει, γιατί μια ομάδα από εξαγριωμένα μπουκάλια και μανιασμένους αναπτήρες πετούσαν στον αγωνιστικό χώρο ό,τι μπορεί να βάλει ο νους σου: από τελειωμένους οικογενειάρχες μέχρι φιλήσυχα πρεζόνια. Ένα χάος απίστευτο.
«Κύριε, σε σένα λέω! Μετράει;» επέμενε ο μικρός.
«Μετράει, μετράει…» ψιθύρισα για να απαλλαγώ από το δωδεκάχρονο τσιμπούρι το οποίο ευγενικά μου απάντησε «Τι μετράει, ρε μαλάκα;! Άσχετε!!» και έφυγε εκνευρισμένο – προφανώς τον συνέφερε να είχα πει το αντίθετο.




Πρόσφατος Κωστάκης Ανάν. :)

tamagothi
16-05-2008, 04:22
Χάι!!!

Έχω να πω:

may i feel said he
(i'll squeal said she
just once said he)
it's fun said she


(may i touch said he
how much said she
a lot said he)
why not said she


(let's go said he
not too far said she
what's too far said he
where you are said she)


may i stay said he
(which way said she
like this said he
if you kiss said she


may i move said he
is it love said she)
if you're willing said he
(but you're killing said she


but it's life said he
but your wife said she
now said he)
ow said she


(tiptop said he
don't stop said she
oh no said he)
go slow said she


(cccome?said he
ummm said she)
you're divine!said he
(you are Mine said she)

Κι επιπλέον:

Thy fingers make early flowers
of all things.
thy hair mostly the hours love:
a smoothness which
sings,saying
(though love be a day)
do not fear,we will go amaying.

thy whitest feet crisply are straying.
Always
thy moist eyes are at kisses playing,
whose strangeness much
says;singing
(though love be a day)
for which girl art thou flowers bringing?

To be thy lips is a sweet thing
and small.
Death,thee i call rich beyond wishing
if this thou catch,
else missing.
(though love be a day
and life be nothing,it shall not stop kissing).

τα λελούδια στον κύριο cummings, από μένα.

fandango
05-06-2008, 13:12
για ποιο λόγο έχει θαφτεί αυτό το topic? :(

tamagothi
26-06-2008, 18:53
It worries me, the prospect of dying in mid-season like that, but of course, in all probability I will die sometime between August and May. We have the naive expectation that when we go, we won’t be leaving any loose ends lying around: we will have made our peace with our children, left them happy and stable, and we will have achieved more or less everything that we wanted to with our lives. It’s all nonsense, of course, and football fans contemplating their own mortality know that it is all nonsense. There will be hundreds of loose ends. Maybe we will die the night before our team appears at Wembley, or the day after a European Cup first-leg match, or in the middle of a promotion campaign or a relegation battle, and there is every prospect, according to many theories about the afterlife, that we will not be able to discover the eventual outcome. The whole point about death, metaphorically speaking, is that it is almost bound to occur before the major trophies have been awarded. The man lying on the pavement would not, as Frog observed on the way home, discover whether Palace stayed up or not that season; nor that they would continue to bob up and down between the divisions over the next twenty years, that they would change their colours half a dozen times, that they would eventually reach their first FA Cup Final, or that they would end up running around with the legend “VIRGIN” plastered all over their shirts. That’s life, though.

I do not wish to die in mid-season but, on the other hand, I am one of those who would, I think, be happy to have my ashes scattered over the Highbury pitch (although I understand that there are restrictions: too many widows contact the club, and there are fears that the turf would not respond kindly to the contents of urn after urn). It would be nice to think that I could hang around inside the stadium in some form, and watch the first team one Saturday, the reserves the next; I would like to feel that my children and grandchildren will be Arsenal fans and that I could watch with them. It doesn’t seem a bad way to spend eternity, and certainly I’d rather be sprinkled over the East Stand than dumped into the Atlantic or left up some mountain.

I don’t want to die immediately after a game, though (like Jock Stein, who died seconds after Scotland beat Wales to qualify for the World Cup, or like a friend’s father, who died at a Celtic-Rangers game a few years ago). It seems excessive, somehow, as if football were the only fitting context for the death of a football fan. (And I’m not talking about the deaths of Heysel or Hillsborough or Ibrox or Bradford here, of course; those were tragedies of a different order altogether.) I don’t
want to be remembered with a shake of the head and a fond smile intended to imply that this is the way I would have chosen to go out if I could; give me gravitas over cheap congruence any time.

So let’s get this straight. I don’t want to peg out in Gillespie Road after a game because I might be remembered as a crank; and yet, crankily, I want to float around Highbury as a ghost watching reserve games for the rest of time. And in a sense these two desires – at first glance incomprehensibly inconsistent, I would imagine, to those without equivalent fixations – characterise obsessives and encapsulate their dilemma. We hate being patronised (there are some people who know
me only as a monomaniac, and who ask me slowly and patiently, in words of one syllable, about Arsenal results before turning to someone else to talk about life – as if being a football fan precludes the possibility of possessing a family or a job or an opinion on alternative medicine), but our lunacy makes condescension almost inevitable. I know all this, and I still want to lumber my son with the names Liam Charles George Michael Thomas. I get what I deserve, I guess.

- Nick Hornby, Fever Pitch

When Black Roses Bloom
26-06-2008, 22:58
Το έχω ξαναβάλει παλαιότερα, αλλά σβήνει τα πάντα, και το συνάντησα και πρόσφατα ξανα. Ορίστε λοιπόν:

"In the morning, mist comes up from the sea by the cliffs beyond Kingsport. White and feathery it comes from the deep to its brothers the clouds, full of dreams of dank pastures and caves of leviathan. And later, in still summer rains on the steep roofs of poets, the clouds scatter bits of those dreams, that men shall not live without rumor of old strange secrets, and wonders that planets tell planets alone in the night. When tales fly thick in the grottoes of tritons, and conchs in seaweed cities blow wild tunes learned from the Elder Ones, then great eager mists flock to heaven laden with lore, and oceanward eyes on tile rocks see only a mystic whiteness, as if the cliff's rim were the rim of all earth, and the solemn bells of buoys tolled free in the aether of faery."

Howard Philips Lovecraft - The Strange High House In The Mist.

GuardianOfIvorytower
27-06-2008, 12:21
Εγγύηση σε κάτι τέτοια ο Lovecraft.

carheart
27-06-2008, 15:14
Don't you have any principles?
Of course not!
No morality?
I'm a very moral man, and Italy is a very moral country. That's why we will certainly come out on top again if we succeed in being defeated.
You talk like a madman.
But I live like a sane one. I was a fascist when Mussolini was on top. Now that he has been deposed, I am anti-fascist. When the Germans were here, I was fanatically pro-German. Now I'm fanatically pro-American. You'll find no more loyal partisan in all of Italy than myself.
You're a shameful opportunist! What you don't understand is that it's better to die on your feet than to live on your knees.
You have it backwards. It's better to live on your feet than to die on your knees. I know.
How do you know?
Because I am 107-years-old. How old are you?
I'll be 20 in January.
If you live.

Milton
27-06-2008, 15:24
hahahah to catch22

carheart
27-06-2008, 19:11
Πίεσα πολύ τον εαυτό μου να βάλω μόνο ένα quote ακόμα από το συγκεκριμένο. Θα μπορούσα να το βάλω όλο, κάθε μα κάθε πρόταση.

Μένουμε εδώ :

Nateley's mother, a descendant of the New England Thorntons, was a Daugther of the American Revolution. His father was a Son of A Bitch.

fandango
07-07-2008, 20:55
..κι έρχονται στιγμές που εκμυστηρεύεσαι πράγματα που σου κοστίζουν πολύ, μόνο και μόνο για να δεις τους άλλους να σε κοιτάνε παράξενα μην καταλαβαίνοντας τίποτα απ'όσα τους είπες ή τον λόγο για τον οποίο τα θεώρησες τόσο σημαντικά που σχεδόν δάκρυσες την ώρα που τα έλεγες.

:|

tamagothi
16-07-2008, 17:30
He stopped talking, and his brother said: "I may have a great many faults,
but one I don't have: I've never dissimulated, and I've said to everyone's face what I thought."

Eduard loved his brother, and his disapproval hurt, so he made an effort to justify himself, and
they began to argue. In the end Eduard said:

"I know you are a straightforward man and that you pride yourself on it. But put one question to
yourself: Why in fact should one tell the truth? What obliges us to do it? And why do we consider
telling the truth to be a virtue? Imagine that you meet a madman, who claims that he is a fish and
that we are all fish. Are you going to argue with him? Are you going to undress in front of him and
show him that you don't have fins? Are you going to say to his face what you think? Well, tell me!"
His brother was silent, and Eduard went on: "If you told him the whole truth and nothing but the
truth, only what you really thought, you would enter into a serious conversation with a madman
and you yourself would become mad. And it is the same way with the world that surrounds us. If I
obstinately told the truth to its face, it would mean that I was taking it seriously. And to take
seriously something so unserious means to lose all one's own seriousness. I have to lie, if I don't
want to take madmen seriously and become a madman myself."

- Milan Kundera, Laughable loves

enterthenick
17-07-2008, 15:17
Από τους Αδερφοφάδες του Καζαντζάκη. (δεύτερο κεφάλαιο)



Μα εκεί που άφουκράζουνταν ο παπα-Γιάνναρος το χωριό να ξυπνάει και ξυπνούσε κι αυτός μαζί του, ακούει εκεί κοντά, από τη μικρή πλατεία του χωριού, την καμπανιστή φωνή του τελάλη του Κυριάκου· καπόιο τρανο μαντάτο θα διαλαλούσε, γιατι οι πόρτες άνοιγαν καταχτυπώντας, κουβέντες και φωνές γρικήθηκαν, το χωριό ξαφνικά αναστατώθηκε. Έστησε τη μαλλιαρή του αυτούκλα ο γέροντας, άκουγε· κι όσο άκουγε, το αίμα του εβραζε. Έδωκε μια δρασκελιά, πετάχτηκε στη μέση του δρόμου. Μια στιγμή σιωπή· πορτοπαράθυρα ανοιγόκλεισαν, γυναίκες σκλήριξαν, ένα σκυλί γάβγισε· κι εύτυς πάλι η φωνή του τελάλη:

- Ε, Ε χριστιανοι, ακούστε! Η Παναγιά έρχεται σήμερα στο χωριό μας· ένας καλόγερος, να 'χουμε την ευκή του, φέρνει από το Άγιον Όρος, σε ασημένια θήκη, την Τιμία Ζώνη της Παρθένας, θα σταθεί στην πλατεία του χωριού, τρεχάτε όλοι, άντρες, γυναίκες, παιδιά, προσκυνήστε!

Ο παπα-Γιάνναρος άρπαξε τα γένια του να τα ξεριζώσει, μια βλαστήμια έπλεε στο στόμα του μα την κατάπιε.

- Παναγιά μου, μουρμούρισε, συχώρεσε με, μα φοβούμαι τους καλόγερους· να 'ναι αλήθεια αυτή η αγία Ζώνη σου, Παρθένα μου;

Είχε σκύψει, χρόνια τώρα, στον Άγιον Όρος, στο Βατοπέδι, και την είχε προσκυνήσει' από καστανό μαλλί, με χρυσές κλωστές υφασμένη, ξεφτίδια από την πολυκαιρία. Η Παναγιά ήταν μια γυναίκα φτωχιά, κι ο Χριστός, όσο ήταν στη γης, φτωχός κι αυτός· πως μπορούσε, το λοιπόν, η Παναγιά να φοράει τόσο ακριβή, χρυσοπλεμένη ζώνη; Μιαν άλλη μέρα, σ' ένα άλλο Μοναστήρι, του είχαν δείξει, μέσα σε χρυσό κουτι, ένα παιδιάτικο κρανίο: «Είναι του Άγιου Κηρύκου» του 'πε ο βηματάρης, ο καλόγερος που κρατούσε τα κλειδιά του σκευοφυλάκιου· ύστερα από λίγες μέρες, σ' ένα άλλο Μοναστήρι, μιαν άλλη, πολύ μεγαλύτερη κάρα: «Του Άγιου Κηρύκου» του 'πε ο βηματάρης. Ο παπα-Γιάνναρος δε βάσταξε: «Μα προχτές μου 'δειξαν μιαν παιδιάτικη κάρα του ίδιου αγίου!

- Ε! έκαμε ο βηματάρης «θα 'ταν όταν ο Άγιος ήταν μικρός!»

Κάτεχε λοιπόν ο παπα-Γιάνναρος τις καλπουζανιές των καλόγερων, κι όταν στο Βατοπέδι προσκύνησε την Τιμία Ζώνη, στράφηκε στο βηματάρη, ένα σεβάσμιο κοιλαρά καλόγερο, και τον ρώτησε εμπιστευτικά: «Να 'χω την ευκή σου, πάτερ άγιε, λες να 'ναι ετούτη αληθινα η Ζώνη τής Παναγιάς;» Κι ο παμπόνηρος καλόγερος χαμογέλασε: «Μην πολυσκαλίζεις, παπα-Γιάνναρε» του αποκρίθηκε· «να κάμει ένα δυο θάματα, κι αν δεν είναι,θα γίνει!»

- Συχώρεσέ με, Παναγιά μου, μουρμούρισε πάλι, μα φοβούμαι τους καλόγερους, δεν τους θέλω!

Ο τελάλης είχε σταθεί να πάρει ανάσα· έκαμε ο παπα-Γιάνναρος να δώσει ακόμα μια δρασκελιά, να ζυγώσει, μα η φωνή πάλι τινάχτηκε· με το ένα πόδι ανάερο, με το αυτί τρουλωμένο, τρεμάμενος όλος, ο παπα-Γιάνναρος άκουγε:

- Ακούστε, ακούστε, χριστιανοι! Όσοι έχετε άρρωστους, όσοι έχετε αρρώστιες, ελάτε! Ο καλόγερος �να 'χουμε την ευκή του!� πήρε από την Παναγιά τη χάρη να γιαίνει την κάθε αρρώστια, είτε από συνεργεία δαιμόνου, είτε από δάγκαμα φιδιού, είτε από κακό μάτι ανθρώπου! Νάτος! νάτος, έφτασε!

Κι αλήθεια, σε λίγο, από την άκρα του δρόμου, καβάλα σε γκρίζο γαϊδουράκι, παχύς, γελαστός, με τα μαλλιά κότσο στο κορφοκέφαλο, ξεσκούφωτος, πρόβαλε ο καλόγερος. Δεξά ζερβά του, φορτωμένα στο γαϊδουράκι, δυο κοφίνια γεμάτα μπουκάλες και ζωτροφές. Πίσω του μια τσούρμα παιδιά, με πρησμένες κοιλιές, με καλαμένια ποδάρια, κι άλλα ακουμπώντας σε δεκανίκια, έτρεχαν παλεύοντας ποιο να πρωταρπάξει ένα κουκί, ένα ρεβύθι, ένα ξερό σκουληκιαιμένο σύκο, που κάπoυ κάπoυ τους πετούσε ο καλόγερος, από τις φαρδιές τσέπες του, και σκούσε στα γέλια.

Έτρεξε ο Κυριάκος, αγκάλιασε όσο μπορούσε το φαρδύ κορμί του καλόγερου και τον βοήθησε να πεζέψει στη μέση της πλατείας. Άντρες, γυναίκες ωστόσο είχαν μαζευτεί και χύθηκαν να φιλήσουν το παχουλό χέρι του Αγιορείτη.

- Έχετε την ευκή μου, παιδιά μου, έλεγε αυτός με βαριά ψαλμουδίστικη φωνή, έχετε την ευκή και της Παναγιάς, φέρτε από τα σπίτια σας ό.τι χάρισμα μπορείτε για την Παρθένα, λεφτά, ψωμί, κρασί, αυγά, τυρί, μαλλί, λάδι, ό.τι έχετε, κι ελάτε να προσκυνήστε.

Κι ως έβλεπε τους κακόμοιρους Καστελιανούς να κοντοστέκουνται, να συλλογούνται τι έχουν να δώσουν στη χάρη της, ο παμπόνηρος, άνοιξε το ράσο του κι έβγαλε ένα μακρύ ασημένιο κουτι που κρατούσε παραμάσκαλα' σταυροκοπήθηκε τρεις φορές, το σήκωσε αψηλά, το γύρισε όλούθε να το καμαρώσουν όλοι.

- Γονατιστέ! πρόσταξε· εδώ μέσα κείτεται η Τιμία Ζώνη της Παρθένας Μαρίας! Τρεχάτε στα σπίτια σας, φέρτε της ό.τι μπορεΐτε, κι ελατέ να προσκυνήστε! Κι ελάτε εδώ �δε μου λέτε, πως τα πάτε με τους αντάρτες;

- Δε βαστούμε πια, πάτερ άγιε, λιώσαμε.

- Σκοτώνετε! Σκοτώνετε! αυτά μου παράγγειλε η Παναγιά να σας πω, σκοτώνετε τους αντάρτες· δεν είναι αυτοί άνθρωποι, είναι σκύλοι!

Σκόρπισε ο λαός να δει τι να βρεί να φέρει, κάθισε ο καλόγερος στο πεζούλι, απέξω από τον καφενέ, που μήνες τώρα ήταν κλειστός �που να βρει ο καφετζής καφέ, ζάχαρη, λουκούμι τουμπεκί για τους ναργελέδες; Κάθισε το λοιπόν ο καλόγερος στο πεζούλι, ξετύλιξε από τον κόρφο του ένα μαντίλι τετράδιπλο, γαλάζο με άσπρες βουλές, και πήρε να σφουγγίζει τον ιδρώτα του. Έβηξε, έφτυσε, σηκώθηκε, διάλεξε από το κοφίνι ένα σύκο που δεν είχε σκουλήκια κι άρχισε να μασουλίζει· έβγαλε και μια μποτίλια, ήπιε κάμποσες ρουφιές ρακή.

- Τι καπνό φουμάρει ο παπάς του χωριού σας; ρώτησε άξαφνα τον Κυριάκο, που στέκουνταν πλάι του, σταυρό τα χέρια, και τον καμάρωνε.

Δεν τον είχε ακόμα αξιώσει ο Θεός να δει ασκητή από το Άγιον Όρος και τώρα δεν αποχόρταινε να βλέπει το αγιασμένο ετούτο ιδρωμένο κορμί και τον κότσο στην κορφή του κεφαλιού και τις φαρδιές αγιορείτικες ποδάρες· κι άνοιγε αχόρταγα τα στενα ρουθούνια του και ρουφούσε την αγιορείτικη ίδρωτίλα.

Βυθισμένος στην έκσταση ετούτη ο Κυριάκος άργησε να δώσει απάντηση. Ο καλόγερος νεύριασε.

- Τι καπνό φουμάρει ο παπάς του χωριού σας, σε ρωτώ για να ξέρω.

Ο Κυριάκος ξεροκατάπιε· κοίταξε γύρα του, μην τον ακούει κανένας, χαμήλωσε τη φωνή:

- Τι να σου πω, πάτερ άγιε; Φόβος και τρόμος· άγριάνθρωπος· δεν κάνει χωριό με κανένα. Ό.τι κι αν πεις, ό.τι κι αν κάμεις, ξινίζει τα μούτρα του, δεν του αρέσει· ό.τι πει αυτός! Λες και κρατάει το Θεό από τα γένια. Άγιος άνθρωπος, μα άνυπόφωρος έχε το νου σου, πάτερ άγιε!

Ο καλόγερος έξυσε το κεφάλι:

- Το καλύτερο, το λοιπόν, είπε ύστερα από συλλογή, να μην έχω νταραβέρια μαζί του· να κάμω γρήγορα τη δουλειά μου και να φύγω.

Ακούμπησε στον τοίχο του καφενέ, αναστέναξε:

- Κουράστηκα, αδερφέ μου... πως σε λένε;

- Κυριάκο' είμαι ο τελάλης του χωριού κι αφήνω τα μαλλιά μου για να γίνω παπάς.

- Κουράστηκα, αδερφέ μου Κυριάκο· έργο βαρύ μου μπιστεύτηκε η χάρη της· τρεις μήνες περιφέρω, χώρες και χωριά, την άγια Ζώνη της, κατάντησα, κοίτα, πετσί και κόκαλο, έλιωσα... είπε κι έδειξε τις κοιλιές του και τά διπλά προγούλια.

Έκαμε το σταυρό του, έκλεισε τα μάτια.

- Ας τον πάρω, είπε, μια στάλα· ωσότου έρθουν οι χριστιανοι να προσκυνήσουν. Έχε το νου σου, Κυριάκο παιδί μου, να μη ζυγώσει κανένας στα κοφίνια.

Κουκούβισε ο Κυριάκος στα πόδια του, δεν του 'κανε καρδιά ν' αποχωριστεί από τον άγιο ετούτον αποσταλμένο του Θεού.

Μα εκεί που ρουφούσε τη μακαριότητα και την ένιωθε να μπαίνει μέσα του από τα μάτια, από τα ρουθούνια, από τ' αυτίά του �γιατι ο καλόγερος είχε αρχίσει τώρα να ροχαλίζει� τινάχτηκε απάνω ξαφνιασμένος· ο παπα-Γιάνναρος στέκουνταν μπροστά του και τα φρύδια του ανεβοκατέβαιναν αναχεντρωμένα.

- Πολύ άσκημα, θαρρώ, ακονίζεσαι για παπάς, Κυριάκο, του πέταξε με θυμό· τι μου τον κουβάλησες ετούτον στο χωριό;

Εγώ; έκαμε ο κακόμοιρος ο Κυριάκος· ήρθε μοναχός του, γέροντα μου.

- Μα η αφεντιά σου μου τον τελαλίζεις!

Έδωκε μια με την πατερίτσα του, σκούντηξε τις αγιορείτικες ποδάρες.

- Ε πάτερ άγιε, έχω ένα λόγο να σου πω, ξύπνα! Άνοιξε ο καλόγερος τ' αυγουλωτά του μάτια, είδε τον παπά, κατάλαβε.

- Γέροντα μου, είπε, καλώς σε βρήκα.

- Τι γυρεύεις εδώ στο χωριό μου;

- Μ' έφερε η χάρη της, αποκρίθηκε ο καλόγερος κι έδειξε το ασημένιο κουτι. Εγώ πάω όπου αυτή με πάει.

- Η χάρη της μ' έπεψε και μένα να σου πω: φεύγα! Πάρε το κουτι, τα κοφίνια σου, το γαϊδουράκι, τα γιατροσόφια σου, φεύγα!

- Η Παναγιά Παρθένα...

- Σώπα! Μη μαγαρίζεις το άγιο τ' όνομα της Μάνας του Θεού. Να σ' έστελνε η χάρη της, θα σε φόρτωνε από το Άγιον Όρος σιτάρι και λάδι και ρουχική, ό.τι περισσεύει από τους καλόγερους, να 'ρθεις εδώ να τα μοιράσεις στο λαό της που γυρίζει γυμνός και ξυπόλυτος και πεθαίνει της πείνας. Όχι να θες να βγάλεις από το το στόμα τους και μια μπουκιά ψωμί που τους απομένει... Σώπα, σου λέω! Έκαμα κι εγώ Αγιορείτης, έμαθα τα μυστικά σας, υποκριτές, τεμπελχανάδες, αγιογδύτες!

Τον έπιασε από το μπράτσο.

- Και τι 'ναι τα λόγια που ξεστομίζεις, δε μου λες; Σκοτώνετε! Σκοτώνετε! Αυτά σου παράγγειλε η Παρθένα; Γι αυτο, το λοιπόν, μπήκε σήμερα στην Ιερουσαλήμ ο Γιος της, να σταυρωθεί; Ιούδα! Ως πότε, μωρέ, θά προδίνεις το Χριστο;

Είχε σκύψει απάνω του και του μιλούσε κι έτρεμε μανιασμένος.

- Ιούδα! Ιούδα!

Μιλούσε ακόμα, κι ο λαός είχε ξαναρχίσει να μαζεύεται, ξεσκούφωτος, αμίλητος, με τα μάτια στυλωμένα με τρόμο στο ασημένιο κουτι απάνω στο πατάρι. Καθένας κρατούσε στα χέρια του ή μέσα στο σκούφο του ένα κρεμμύδι ή μια φούχτα σιτάρι ή λίγο μαλλί από το πρόβατο του, ό.τι είχε, να το χαρίσει στην Παναγιά. Μια γυναίκα δεν είχε τίποτα, είχε βγάλει την μπολίδα της να τη δώσει· ένας γέρος, μιαν παλιάν αντίκα που 'χε βρει μια μέρα σκάβοντας στο χωράφι του.

Στράφηκε ο παπα-Γιάνναρος, κοίταξε το λαό, η καρδιά του σφίχτηκε.

- Παιδιά μου, είπε, προσκυνήστε την αγία Ζώνη, μα μη δώστε μήτε ένα σπειρί σιτάρι στον καλόγερο· φτωχοι είστε, πεινάτε, πεινούν τα παιδιά σας, κι η Παναγιά δεν έχει ανάγκη από χαρίσματα. Αυτή να σας πάρει; Θεός φυλάξει! αυτή να σας δώσει! Γιατι τη λένε Μάνα της Χριστιανοσύνης; Μπορεί να βλέπει τα παιδιά της να πεινούνε και να μην απλώνει το σπλαχνικό χέρι της να τους δώσει μια φέτα ψωμί; Και να τώρα ο άγαθός ετούτος άνθρωπος που ήρθε στο χωριό μας να γεμίσει τα κοφίνια του και να φύγει, είδε τη φτώχεια μας, είδε τα παιδιά που έτρεχαν πίσω του λιμασμένα κι η καρδιά του πόνεσε. Δούλος, μαθές, πιστός δεν είναι της Παναγιάς; Δεν κάθεται η Παναγιά μέσα στην καρδιά του; Τι ανάγκη έχει αυτός από φαγιά και καλοπέραση; Από χρόνια έχει καταφρονέσει τ' αγαθά του μάταιου κόσμου και πήγε στο Άγιον Όρος ν' αγιάσει... Πόνεσε το λοιπόν στη συφορά μας και πήρε την απόφαση �ο Θεός να τον έχει καλά! �να σας μοιράσει ό.τι ως τώρα μάζεψε από τα χωριά που πέρασε και· βρίσκεται στα κοφίνια του!

Ν' ακούσει ο λαός τα λόγια ετούτα έσυρε φωνή κι οι γυναίκες έβαλαν τα κλάματα· χύθηκαν όλοι στον καλόγερο, του άρπαζαν το χέρι και το φιλούσαν κι έκλαιγαν. Κι ο καλόγερος είχε γίνει κατακόκκινος, έβραζε μέσα του, βλαστημούσε το διαολόπαπα που του 'παιξε ένα τέτοιο παιχνίδι και τον λήστεψε. Μα τι μπορούσε πια να κάμει; ντρέπουνταν, όχι, δεν ντρέπουνταν, φοβόταν ν' αρνηθεί, είχαν κιόλα μαζωχτεί τα παιδιά γύρα από το γαϊδουράκι και χοροπηδούσαν, είχαν κολλήσει τη μύτη τους στα κοφίνια, όσμίζουνταν τη μυρωδιά από τα σύκα κι έτρεχαν τα σάλια τους.

- Ας έρθουν δυο, πρόσταξε ο παπα-Γιάνναρος, να ξεφορτώσουν το γαϊδουράκι, να φέρουν έξω τα κοφίνια, κι ο άγιος ετούτος άνθρωπος �ο Θεός τον έφερε!� θα σας τα μοιράσει. Μα πρώτα προσκυνήστε την άγια Ζώνη!

Δεν είχε προφτάσει να το πει, και τα κοφίνια είχαν κιόλα ξεφορτωθεί, άπλωναν οι γυναίκες τις ποδιές τους κι οι άντρες τους σκούφους και τα μαντίλια, τους και τα παιδιά έχωναν τα χεράκια τους στα κοφίνια.

- Ησυχία... ησυχία... παράγγελνε ο παπα-Γιάνναρος κι έλαμπε το πρόσωπο του ευχαριστημένο, πρώτα να προσκυνήστε και να ευχαριστήστε την Παναγιά, που σας στέλνει τον άγιο ετούτον άνθρωπο και τα κοφίνια του!

Ο καλόγερος ορθός αγκομαχούσε, ίδρωνε και ξέδρωνε και του 'ρχουνταν να κρεπάρει· κάπoυ κάπoυ έριχνε φαρμακερή ματιά στο διαολόπαπα· αχ, να μπορούσε να τον αρπάξει από τα γένια, να του τα ξεριζώσει, τρίχα τρίχα! Μια στιγμή τον ζύγωσε, έσκυψε στο αυτί του:

- Μ' έφαες, αγιογδύτη! έγρουξε, κι η αναπνοή του έκαψε τα μελίγγια του παπα-Γιάνναρου.

Ο παπα-Γιάνναρος χαμογέλασε:

- Ναι, έχεις δίκιο, πάτερ άγιε, έκαμε δυνατά, να τον ακούσει ο λαός, δεν υπάρχει χαρά μεγαλύτερη από του να δίνεις ψωμί στους πεινασμένους, θα μνημονέψω τ' όνομά σου απόψε στην Άγια Τράπεζα. Μα, αλήθεια, πως σε λένε, πάτερ άγιε;

Μα ο καλόγερος έγρουξε μανιασμένος, άρπαξε το ασημένιο κουτι, το άνοιξε βαριεστισμένος, φάνηκε όλο ξεσκλίδια, από καστανό μαλλί και χρυσά νήματα, η Τιμία Ζώνη.

- Προσκυνήστε! έκαμε με ξερή φωνή, σα να 'λεγε: «Ξεκουμπιστείτε!»

Έσκυψε ο λαός, προσκύνησε το άγιο λείψανο, ο ένας πίσω από τον άλλο, γρήγορα γρήγορα, βιάζουνταν ένιωθαν πίσω τους τα κοφίνια και λαχτάριζαν να τελέψει το προσκύνημα και ν' αρχίσει η μοιρασιά.

Ξεθεωμένος, καταγαναχτισμένος, σωριάστηκε ο καλόγερος στο πεζούλι, του 'βαλαν ανάμεσα στα σκέλια του το ένα κοφίνι, ύστερα το άλλο, και στέκουνταν από πάνω ο παπάς να κρατάει την τάξη' ζύγωνε ένας ένας, άπλωνε το σκούφο του, την ποδιά του, τις φούχτες, έχωνε ο καλόγερος στο κοφίνι τις χερούκλες και μοίραζε μουρμουρίζοντας, μουθουνίζοντας, κρυφά βλαστημώντας.

- Ανάθεμα σε, διαολόπαπα... ανάθεμα σε, διαολόπαπα... κρυφοβλαστημούσε και μοίραζε το βίος του.

- Μη φωνάζετε, παιδιά, έλεγε ο παπα-Γιάνναρος, ο άγιος του Θεού προσεύχεται...

Έπαιρνε καθένας το μερτικό του, φιλούσε το χέρι του καλόγερου κι έφευγε τρεχαπετάμενος για το φτωχικό του.

- Τι χαρές θα κάνει ή Παναγιά, έλεγε και ξανάλεγε ο παπα-Γιάνναρος, να βλέπει το λαό της να της αδειάζει τα κοφίνια! Τι λες και του λόγου σου, πάτερ άγιε;

Μα ο πάτερ άγιος δε βάσταξε πια, άρπαξε τα κοφίνια, τ' αναποδογύρισε απάνω στις πέτρες και γύρισε πέρα το κεφάλι να μη βλέπει το βίος του να χάνεται...

Έπεσε ο λαός απάνω στους δυο σωρούς, κι ως να πεις Κύριε, ελέηοον! τα 'καμε πάστρα.

Ο καλόγερος πήρε από χάμω ένα σύκο, το μασούσε με λύσσα και το 'φτυνε.

- Κυριάκο, πρόσταξε ο παπάς, πάρε τα κοφίνια, φόρτωσε τα στο γαϊδουράκι και βοήθησε και τον άγιον άνθρωπο να καβαλήσει. Έκαμε εδώ το χρέος του, ας είναι καλά, ας πάει παραπέρα!

«Αχ, να μπορούσαν τα μάτια να σκοτώνουν' συλλογίστηκε ο καλόγερος «θα σ' έκανα χίλια κομμάτια, ταυραμπά!» Ζύγωσε ο Κυριάκος το γαϊδουράκι στο πεζούλι, άγκάλιασε πάλι, όσο μπορούσε, το τρίπαχο κορμί του καλόγερου και τον θρόνιασε ανάμεσα στα δυο αδειανα κοφίνια.

- Στο καλό! Στο καλό, πάτερ άγιε! του ευχήθηκε ο παπα-Γιάνναρος. Να μας γράφεις!

Μα αυτός έβραζε από μέσα του, σπιρούνισε άγρια με τις αγιορείτικες ποδάρες του το γαϊδουράκι και, δίχως πίσω να στραφεί, πήρε δρόμο. Σαν πια βγήκε έξω στα χωράφια και κανένας δεν τον έβλεπε, στράφηκε κι έδωκε δυο μούντζες στο χωριό.

Ubu Roi
21-07-2008, 02:53
Φύγαμε και μας έριξαν από πίσω. Μας ντουφέκισαν μέσα απ’ το σπίτι. Γύρισα ξαφνιασμένος και είδα τον άντρα στην πόρτα να μας τινάζει μια χειροβομβίδα. Έπεσα χάμω κι άρχισα να κυλάω τον κατήφορο. Η χειροβομβίδα έσκασε σηκώνοντας καλαμιές στον αέρα. Βρήκα ένα τούμπι και καλύφτηκα. Μόλις καταλάγιασε η έκρηξη, ο άντρας πετάχτη όξω απ’ τη μάντρα. Πίσω του βγήκαν και τα δυο παιδιά με τις αραβίδες στο χέρι. Πήραν τον κατήφορο κατά κει που ’σκασε η χειροβομβίδα. Τους έφερα στην μπούκα μου και τράβηξα. Ο άντρας κοντοστάθη, σήκωσε τα χέρια σα να μην το περίμενε κι έπεσε μπρούμυτα. Δίπλα του έπεσε και το 'να παιδί. Το άλλο γύρισε να φύγει λαφιασμένο. Του έριξα και το κράτησα. Σηκώθηκα ορθός και τους ξανάριξα. Στάθηκα λίγο να ανασάνω. Τους είδα έτσι ξαπλωταριά καλά καλά κι ένιωσα μια άγρια μοναξιά να ξεπηδάει από μέσα μου. Τινάχτηκα τρέχοντας και τράβηξα μια κλοτσιά με λύσσα στο κεφάλι του άντρα. Κι αμέσως έκλαψα. Πριν λίγο μας είχε ποτίσει νερό που να τον πάρει ο διάβολος.


-Η κάθοδος των εννιά.

tamagothi
21-07-2008, 19:58
Βλαδίμηρος Μαγιακόφσκης - Σύννεφο με παντελόνια
(σε δική μου μετάφραση. και του ρίτσου δεν είναι κακή, βέβαια, αλλά τη θεωρώ ελαφρώς ξεπερασμένη. ευχαριστώ τον μπρο για την ψυχι(ατρι)κή και γλωσσολογική υποστήριξη και τον ίσκρα που με βοήθησε να συνδέσω το κλασικό αυτό αριστούργημα με τη σύγχρονη καλλιτεχνική σκηνή της ρωσίας, δηλαδή τον πίτερ νάλιτς.)

Πρόλογος

Τη σκέψη σας
που απλώνεται στο νερουλό σας μυαλό
σα χοντρός κεφτεδάκος λακές που αράζει σε λιγδιασμένο καναπέ
θα την καφρίζω όσο γουστάρω.

Εγώ δεν έχω καμιά παππουδίστικη στοργή μέσα μου
ούτε γκρίζες τρίχες στην ψυχή μου.
Κάνοντας γκριμάτσες και ταρακουνώντας τον κόσμο με τη φωνή μου
σας γράφω - κούκλος,
22χρονος.

Gay french poets
τραγουδάτε την αγάπη σας με βιολιά.
Οι μάγκες παίζετε την αγάπη στα τύμπανα.
Αλλά μπορείτε σεις να γυρίσετε το μέσα έξω σαν εμένα
και να γίνετε ολόκληροι 2 χείλη;

[..]

Μέρος 1ο

Νομίζετε πως μ' έχει βαρέσει η μαλακία;

Έγινε, λέμε.
Έγινε, στην Οδησσό.

"Θα 'ρθω στις 4" είπε η Μαρία.

Οκτώ...
Εννιά...
Δέκα.

[..]

Γαμώ το σπιτάκι σου!
Δε φτάνει;
Σε λίγο θα σκιστεί ο λαιμός μου απ' τις κραβιές.

[..]

Μπήκες
απότομα σαν ένα "πάρτα!"
Κι είπες
"Που λες
παντρεύομαι σε λιγάκι."
Ε, ξερωγώ, παντρέψου.
Τι να κάνουμε.
Θα το αντέξω.
Δες, είμαι ήρεμος.
Σα σφυγμός πτώματος.

[..]

Επ!
Κύριος!
Κόφτεστε για ιεροσυλίες
εγκλήματα
πολέμους.
Αλλά έχετε δει
τον απόλυτο τρόμο
στο πρόσωπό μου
όταν είναι ήρεμο;

[..]

Μυρίζει.
Κάτι καίγεται.
Σκάει η πυροσβεστική
με γυαλιστερά κράνη
και χώνονται στην ψύχρα.
Ρε, πείτε στους πυροσβέστες:
όχι παπούτσια!
Με τις καρδιές που τηγανίζονται πρέπει να ναι κανείς προσεκτικός.
Θα το κάνω μόνος μου!
Θα αδειάσω τα υγρά μου μάτια σε κουβάδες.
Μισό να βγάλω τα παΐδια μου κι έρχομαι.
Θα πηδήξω! Θα πηδήξω! Δεν μπορείτε να με σταματήσετε!


[..]

Τουλάχιστον θα βγάλεις κάνα βογγητό
ν' ακουστεί στους αιώνες ότι καίγομαι, γαμώτο;

Μέρος 2ο

I RULE.
Τους Ειδικούς τους έχω άνετα.
Και για ό,τι έχει γίνει
γω λέω ΜΗΔΕΝ.

[..]

Εμείς,
οι φυλακισμένοι λεπροί
είμαστε πιο αγνοί απ' τις γαλάζιες θάλασσες της Βενετίας
που τις ξεπλένει ο ήλιος.

Σκατά στα μουτράκια
του Ομηρου και του Οβίδιου
που δε γράψαν για καμένους
σαν εμάς.
Και στάνταρ ο ήλιος θα ξεθώριαζε
αν μπορούσε να δει τα χρυσά περιβόλια της ψυχής μας.

[..]

Γελάνε μαζί μου
τα σύγχρονα πιθήκια.
Αλλά γω βλέπω να ρχεται πέρα απ' τις οροσειρές του χρόνου
Αυτός, που οι άλλοι δε βλέπουν.

[..]

Κι όταν θα βγείτε να υποδεχθείτε το σωτήρα
εγώ θα τραβήξω την ψυχή μου έξω
και θα την ποδοπατήσω
όσο πάει
και θα σας τη δώσω, ματωμένη, για σημαία.

[..]

Μέρος 3ο

Βγάλτε τα χέρια απ' τις τσέπες, αλάνια
πιάστε καμιά μπόμπα, καμιά πέτρα, κάνα κέρατο
κι αν κάποιος δεν έχει τίποτα
ας ρίξει κάνα κουτουλίδι!

[..]

Μέρος 4ο

Μαρία! Μαρία!
Άνοιξε βρε Μαράκι!

[..]

Μην τρομάζεις, παιδί μου!
Βλέπεις, αυτές τις γυναίκες
που κρέμονται απ' το λαιμό μου σα βουνά
σε όλη μου τη ζωή τις κουβαλάω
Κάνα μύριο τεράστιες, ιδανικές, αγνές αγάπες
και μερικά φανταστικομμύρια βρωμερές, σιχαμένες αγαπούλες.

[..]

Μαρία!
Ένας ποιητής τραγουδά ωδές όλη μέρα
αλλά γω
φτιαγμένος από σάρκα
άνθρωπος
ζητάω το κορμί σου
όπως οι χριστιανοί προσεύχονται
"δοςημίνκλπ"

Δώστο μου, ρε Μαρία!

[..]

Μαρία!
Πίτα;
Πίτα!

Χα!

Οπότε, λυπημένος, ένα με το χώμα
για ακόμα μια φορά
θα κουβαλήσω
τη λεκιασμένη απ' τα δάκρυα καρδιά μου
σα σκυλί
που κουτσαίνοντας
κουβαλά στο στόμα το πόδι
που το τραίνο του πάτησε.

[..]

Κι όταν φάω τα ψωμιά μου τελικά
εκατομμύρια κηλίδες αίματος θα απλωθούν
στο δρόμο για τη Βασιλεία του Θεού μου.

Θα σκαρφαλώσω έξω
Βρωμερός (στους υπονόμους όλη νύχτα)
και θα ψιθυρίσω στο αυτί του
καθώς θα στέκομαι δίπλα του

"Κύριε Θεέ, ακούστε!
Δεν είναι boring boring boring
να χώνετε τα μεγαλόψυχα μάτια σας στα σύννεφα
κάθε μέρα, κάθε βράδυ;
Δεν κάνουμε καλύτερα
κάνα παρτάκι
πάνω στο δέντρο της γνώσης του καλού και του κακού!
Πανταχού παρών, θα στε παντού γύρω μας!
Θα πιούμε κάνα κρασάκι να κάνουμε κέφι
κι ο Άγιος Πέτρος που μια ζωή είναι βλοσυρός
θα κάνει μπρεϊκντάνσινγκ.
Θα φέρουμε όλες τις Εύες πίσω στην Εδέμ:
Πείτε
και θα πάω!
θα μαζέψω απ' τους δρόμους όσα όμορφα ΜΟΥΝΑΚΙΑ χρειαζόμαστε
και θα τα κουβαλήσω εδωπέρα!

OK DROPZ?

Μπα;

Κουνάτε το κεφάλι σας;
Σμίγετε τα φρύδια σα να στε μάγκας;
Νομίζετε πραγματικά
που τούτος δω ο φτερωτός σαχάμου
ξέρει τι πα να πει αγάπη;

[..]

Γω νόμιζα πως ήσασταν ο Σπουδαίος Θεός, ο Μεγαλοδύναμος
αλλά σεις δεν είστε παρά ένα ειδωλάκι, ένας κόπανος με γραβάτα
Σκύβω ήδη να πιάσω το κέρατο
που χω κρυμμένο στα σταράκια μου.

Ψιτ, φτερωτοί καραγκιόζηδες!
Βάλτε το στα πόδια!
Τινάχτε τα φτερά σας, ρουφιάνοι!
Έτσι όπως βρωμοκοπάτε λιβάνι, θα σας ανοίξω στα δυο
από δω μέχρι την Αλάσκα.

Αφήστε με να φύγω!

Δε θα με σταματήσετε!
Είτε έχω δίκιο είτε άδικο
δε δίνω μία
δε θα ηρεμήσω.

Κοιτάξτε -
τ' αστέρια αποκεφαλίζονταν όλη νύχτα
κι ο ουρανός γέμισε πάλι αίματα.

Ψιτ,
Παράδεισε!
Να βγάζεις το καπέλο
όταν περνάω.

Ησυχία.

Το σύμπαν κοιμάται,
με το πατουσάκι του
κάτω απ' το το μαύρο, κατατσιμπημένο απ' τ' αστέρια αυτί του.

Pinatero
21-07-2008, 20:24
:shock: :pink: σε ολους τους συντελεστες

tamagothi
21-07-2008, 21:37
καλά που έχουμε κι εσένα βρε πινατέρο.=*

carheart
21-07-2008, 21:42
και γω το διάβασα πάντως, δεν πήγε χαμένος ο κόπος
που απλώνεται
στο νερουλό σου μυαλό.

Mitsmann
21-07-2008, 23:37
Σις, τωρα το ειδα. νομιζα οτι θα το μετεφραζες για μυστηριωδεις δικους σου σκοποι, και οχι για να το ποσταρεις οποτε δεν το ψαξα.


Τα πινκς μετριωνεται σε γκαζιλλιονς.
τιποτε αλλο.

tamagothi
22-07-2008, 00:14
όντως για μυστηριωδεις δικους μου σκοποι το μετέφραζα (για τον εξής ένα λόγο κυρίως: δε μ' έπαιρνε ο ύπνος), αλλά είπα να μοιραστώ το έργο τούτο με την Ανθρωπότητα.

ελπίζω να αρχίσει να με παίρνει ο ύπνος νωρίτερα, αλλιώς τα αποτελέσματα για τον ανθρώπινο πολιτισμό θα είναι καταστροφικά.

Mitsmann
22-07-2008, 00:19
ξερεις και ξερω οτι δεν υπαρχει Σωτηρια. Free League ou!!!

enitharmon
22-07-2008, 21:10
μπορω να σε βοηθησω να σε παιρνει ο υπνος

tamagothi
22-07-2008, 21:51
:!:

δηλαδή;

iskra
22-07-2008, 22:26
peite ki alla.

tamagothi
30-07-2008, 22:19
Oscar Wilde - The importance of being Earnest

LADY BRACKNELL. It is very strange. This Mr. Bunbury seems to suffer from curiously bad health.

ALGERNON. Yes; poor Bunbury is a dreadful invalid.

LADY BRACKNELL. Well, I must say, Algernon, that I think it is high time that Mr. Bunbury made up his mind whether he was going to live or to die. This shilly-shallying with the question is absurd. Nor do I in any way approve of the modern sympathy with invalids. I consider it morbid. Illness of any kind is hardly a thing to be encouraged in others. Health is the primary duty of life. I am always telling that to your poor uncle, but he never seems to take much notice . . . as far as any improvement in his ailment goes. I should be much obliged if you would ask Mr. Bunbury, from me, to be kind enough not to have a relapse on Saturday, for I rely on you to arrange my music for me. It is my last reception, and one wants something that will encourage conversation, particularly at the end of the season when every one has practically said whatever they had to say, which, in most cases, was probably not much.

--

ALGERNON. What shall we do after dinner? Go to a theatre?
JACK. Oh no! I loathe listening.
ALGERNON. Well, let us go to the Club?
JACK. Oh, no! I hate talking.
ALGERNON. Well, we might trot round to the Empire at ten?
JACK. Oh, no! I can't bear looking at things. It is so silly.
ALGERNON. Well, what shall we do?
JACK. Nothing!
ALGERNON. It is awfully hard work doing nothing. However, I don't mind hard work where there is no definite object of any kind.

--

CECILY. Oh, I merely came back to water the roses. I thought you were with Uncle Jack.
ALGERNON. He's gone to order the dog-cart for me.
CECILY. Oh, is he going to take you for a nice drive?
ALGERNON. He's going to send me away.
CECILY. Then have we got to part?
ALGERNON. I am afraid so. It's a very painful parting.
CECILY. It is always painful to part from people whom one has known for a very brief space of time. The absence of old friends one can endure with equanimity. But even a momentary separation from anyone to whom one has just been introduced is almost unbearable.
ALGERNON. Thank you.

--

JACK. How can you sit there, calmly eating muffins when we are in this horrible trouble, I can't make out. You seem to me to be perfectly heartless.
ALGERNON. Well, I can't eat muffins in an agitated manner. The butter would probably get on my cuffs. One should always eat muffins quite calmly. It is the only way to eat them.
JACK. I say it's perfectly heartless your eating muffins at all, under the circumstances.
ALGERNON. When I am in trouble, eating is the only thing that consoles me. Indeed, when I am in really great trouble, as any one who knows me intimately will tell you, I refuse everything except food and drink. At the present moment I am eating muffins because I am unhappy. Besides, I am particularly fond of muffins.

--

CECILY. Mr. Moncrieff, kindly answer me the following question. Why did you pretend to be my guardian's brother?
ALGERNON. In order that I might have an opportunity of meeting you.
CECILY. [To GWENDOLEN.] That certainly seems a satisfactory explanation, does it not?
GWENDOLEN. Yes, dear, if you can believe him.
CECILY. I don't. But that does not affect the wonderful beauty of his answer.
GWENDOLEN. True. In matters of grave importance, style, not sincerity is the vital thing.

freezing_moon
02-08-2008, 08:58
“We shall finish you, romanticist world!” Mayakovsky threatens. That is right. One has to put an end to the romanticism of Oblomov and of Tolstoi’s Karataiev. But how? “He is old – kill him and make an ashtray of his skull.”

But this is the most real and most negative romanticism! Ashtrays made of skulls are inconvenient and unhygienic. And its savagery is after all ... meaningless? By making such an unnatural use of the skull bones, the poet becomes caught in romanticism; at any rate, he has not worked out his images, nor has he unified them. “Pocket the wealth of all the worlds!” In this familiar tone Mayakovsky speaks of Socialism. But to pocket means to put it into one’s pocket like a thief. Is this word suitable when the matter hinges on the collective expropriation of the land and the factories? It is strikingly unsuitable.

[..]

When Eichenvald, expressing the bourgeois attitude towards The Twelve, says openly and most maliciously, that the acts of Blok’s heroes are characteristic of the “comrades”, he fulfills the task he has set himself, namely, to slander the Revolution. A Red guard kills Katka, for jealousy. Is this possible, or is it impossible? It is entirely possible. But had such a Red guard been caught, he would have been sentenced to be shot by the Revolutionary Tribunal.

- Λεό Τρότσκι, Λογοτεχνία και Επανάσταση

neverdie
02-08-2008, 10:15
Oscar Wilde - The Master


[...] And kneeling on the flint stones of the Valley of Desolation he saw a young man who was naked and weeping. His hair was the colour of honey, and his body was as a white flower, but he had wounded his body with thorns and on his hair had he set ashes as a crown.

And he who had great possessions said to the young man who was naked and weeping, 'I do not wonder that your sorrow is so great, for surely He was a just man.'

And the young man answered, 'It is not for Him that I am weeping, but for myself. I too have changed water into wine, and I have healed the leper and given sight to the blind. I have walked upon the waters, and from the dwellers in the tombs I have cast out devils. I have fed the hungry in the desert where there was no food, and I have raised the dead from their narrow houses, and at my bidding, and before a great multitude, of people, a barren fig- tree withered away. All things that this man has done I have done also. And yet they have not crucified me.

Mostos
12-08-2008, 05:12
"κι εγώ που τόσο επόθησα μια μέρα να ταφώ
σε κάποια θάλασσα βαθιά στις μακρινές Ινδίες
θά'χω ένα θάνατο κοινό και θλιβερό πολύ
και μια κηδεία σαν των πολλών ανθρώπων τις κηδείες"

Mostos
13-08-2008, 22:43
Ξύπνησα με το μαρμάρινο τούτο κεφάλι στα χέρια
που μου εξαντλεί τους αγκώνες και δεν ξέρω που να
τ' ακουμπήσω.
Επεφτε στο όνειρο καθώς έβγαινα από το όνειρο
έτσι ενώθηκε η ζωή μας και Θα είναι πολύ δύσκολο να
ξαναχωρίσει.

Pitsadoros
14-08-2008, 12:53
"pote tou den eixe niwsei ton eauto tou toso frixta mono!"

egklima k timwria!!!!!!!!

ama allaksei kaneis i estw skeftei na allaksei ti leksi mono me alles post rock mpantes tha ksenerwsw e

Pinatero
14-08-2008, 14:16
pote tou den eixe niwsei ton eauto tou toso frixta decapitated!

Griffith
31-08-2008, 14:39
Βλαδίμηρος Μαγιακόφσκης - Σύννεφο με παντελόνια
(σε δική μου μετάφραση.
χα, τώρα το είδα αυτό.ταμαγκόθι είσαι πολύ σοβαρή χρήστρια.

Griffith
31-08-2008, 14:44
επίσης το καλύτερο απόσπασμα βιβλίου είναι εκείνο που λέει, "Ο συνταγματάρχης Αουρελιάνο Μπουενδία ξεκίνησε 37 επαναστάσεις και τις έχασε όλες."

carheart
02-09-2008, 21:35
Δεν αντέχω.


Ο επισμηναγός Μέιτζορ γεννήθηκε έχοντας χρονική καθυστέρηση και μετριότητα. Μερικοί άνθρωποι γεννιούνται μέτριοι, ορισμένοι αποκτούν τη μετριότητα κι άλλοι ωθούνται στη μετριότητα. Στον επισμηναγό Μέιτζορ είχαν συμβεί και τα τρία. Ακόμα και ανάμεσα σε αδιάφορους ανθρώπους, διακρινόταν αναπόφευκτα ως ο πιο αδιάφορος κι όσοι τον συναντούσαν εντυπωσιάζονταν πάντα από το πόσο εντυπωσιακός δεν ήταν.

Queen of the Hi-Ace
02-09-2008, 21:51
xanetai h mish xara me th metafrash, eidika s ayto to vivlio

carheart
02-09-2008, 21:55
Το ξέρω =/

αλλά μέσα στη βδομάδα αρχίζω το "Closing Time" στην αγγλική!

Μίλτον πινκς.

Mostos
03-09-2008, 18:14
Διαφωνώ για το catch 22. η μετάφραση εμενα μου φάνηκε πιο άμεση απο ότι το πρωτότυπο. δεν ξέρω απλα ήταν πιο πολύ κατανοητό σε μένα το ύφος του συγγραφέα στο ελλήνικο παρά στο πρωτότυπο.

Harbinger of Death
04-09-2008, 01:22
Εγώ δεν μπορούσα ούτε καν να το παρακολουθήσω στα αγγλικά :( δεν έχω ιδέα γιατί.

tamagothi
09-09-2008, 21:38
επίσης το καλύτερο απόσπασμα βιβλίου είναι εκείνο που λέει, "Ο συνταγματάρχης Αουρελιάνο Μπουενδία ξεκίνησε 37 επαναστάσεις και τις έχασε όλες."
=)

Lawrence Ferlinghetti - The World Is a Beautiful Place

The world is a beautiful place
to be born into
if you don't mind happiness
not always being
so very much fun
if you don't mind a touch of hell
now and then
just when everything is fine
because even in heaven
they don't sing
all the time

The world is a beautiful place
to be born into
if you don't mind some people dying
all the time
or maybe only starving
some of the time
which isn't half bad
if it isn't you

Oh the world is a beautiful place
to be born into
if you don't much mind
a few dead minds
in the higher places
or a bomb or two
now and then
in your upturned faces
or such other improprieties
as our Name Brand society
is prey to
with its men of distinction
and its men of extinction
and its priests
and other patrolmen

and its various segregations
and congressional investigations
and other constipations
that our fool flesh
is heir to

Yes the world is the best place of all
for a lot of such things as
making the fun scene
and making the love scene
and making the sad scene
and singing low songs and having inspirations
and walking around
looking at everything
and smelling flowers
and goosing statues
and even thinking
and kissing people and
making babies and wearing pants
and waving hats and
dancing
and going swimming in rivers
on picnics
in the middle of the summer
and just generally
'living it up'
Yes
but then right in the middle of it
comes the smiling

mortician

cancer
11-09-2008, 16:51
Lawrence Ferlinghetti - The World Is a Beautiful Place

The world is a beautiful place
to be born into
if you don't mind happiness
not always being
so very much fun
if you don't mind a touch of hell
now and then
just when everything is fine
because even in heaven
they don't sing
all the time

The world is a beautiful place
to be born into
if you don't mind some people dying
all the time
or maybe only starving
some of the time
which isn't half bad
if it isn't you

Oh the world is a beautiful place
to be born into
if you don't much mind
a few dead minds
in the higher places
or a bomb or two
now and then
in your upturned faces
or such other improprieties
as our Name Brand society
is prey to
with its men of distinction
and its men of extinction
and its priests
and other patrolmen

and its various segregations
and congressional investigations
and other constipations
that our fool flesh
is heir to

Yes the world is the best place of all
for a lot of such things as
making the fun scene
and making the love scene
and making the sad scene
and singing low songs and having inspirations
and walking around
looking at everything
and smelling flowers
and goosing statues
and even thinking
and kissing people and
making babies and wearing pants
and waving hats and
dancing
and going swimming in rivers
on picnics
in the middle of the summer
and just generally
'living it up'
Yes
but then right in the middle of it
comes the smiling

mortician


:thumbsup: :thumbsup: :thumbsup:

irreligious
03-10-2008, 14:11
''Φίλε μου, δεν είμαι αυτό που φαίνομαι.
Ενδυμα είναι η εμφάνιση μου που με προστατεύει από τις ερωτήσεις σου κι έσένα από την αδιαφορία μου.
Το <<Εγώ>> μου φίλε μου ενοικεί στον οίκο της σιγής, κι εκεί θα μείνει για πάντα ακατανόητο,απροσέγγιστο.
Δε θα'θελα να πιστεύεις σ'αυτά που λέγω,μήτε να εμπιστεύεσαι αυτά που κάνω.Τίποτ'αλλο δεν είναι οι λόγοι μου από τις δικές σου σκέψεις.
Τίποτ'άλλο δεν είναι οι πράξεις μου από τις δικές σου ελπίδες.
Σαν λες, <<Ο άνεμος φυσάει ανατολικά σου αποκρίνομαι, <<ναι, πράγματι φυσάει ανατολικά>>,γιατί δεν θέλω να γνωρίζεις
πως ο νους μου δεν κατοικεί στον άνεμο αλλά στη θάλασσα.
Δεν το μπορείς να καταλάβεις τις σκέψεις μου τις θαλασσοταξιδεμένες,μήτε μπορώ να σε κάνω να καταλάβεις.
Στη θάλασσα θέλω να'μαι μονάχος.''



Kahlil Gibran- Ο Τρελός

X
16-10-2008, 18:44
"Strange memories on this nervous night in Las Vegas. Five years later? Six? It seems like a lifetime, or at least a Main Era — the kind of peak that never comes again. San Francisco in the middle sixties was a very special time and place to be a part of. Maybe it meant something. Maybe not, in the long run . . . but no explanation, no mix of words or music or memories can touch that sense of knowing that you were there and alive in that corner of time and the world. Whatever it meant. . . .

History is hard to know, because of all the hired bullshit, but even without being sure of “history” it seems entirely reasonable to think that every now and then the energy of a whole generation comes to a head in a long fine flash, for reasons that nobody really understands at the time — and which never explain, in retrospect, what actually happened.

My central memory of that time seems to hang on one or five or maybe forty nights — or very early mornings — when I left the Fillmore half-crazy and, instead of going home, aimed the big 650 Lightning across the Bay Bridge at a hundred miles an hour wearing L. L. Bean shorts and a Butte sheepherder's jacket . . . booming through the Treasure Island tunnel at the lights of Oakland and Berkeley and Richmond, not quite sure which turn-off to take when I got to the other end (always stalling at the toll-gate, too twisted to find neutral while I fumbled for change) . . . but being absolutely certain that no matter which way I went I would come to a place where people were just as high and wild as I was: No doubt at all about that. . . .

There was madness in any direction, at any hour. If not across the Bay, then up the Golden Gate or down 101 to Los Altos or La Honda. . . . You could strike sparks anywhere. There was a fantastic universal sense that whatever we were doing was right, that we were winning. . . .

And that, I think, was the handle—that sense of inevitable victory over the forces of Old and Evil. Not in any mean or military sense; we didn’t need that. Our energy would simply prevail. There was no point in fighting — on our side or theirs. We had all the momentum; we were riding the crest of a high and beautiful wave. . . .

So now, less than five years later, you can go up on a steep hill in Las Vegas and look West, and with the right kind of eyes you can almost see the high-water mark — that place where the wave finally broke and rolled back."


"We are all wired into a survival trip now. No more of the speed that fueled that 60's. That was the fatal flaw in Tim Leary's trip. He crashed around America selling "consciousness expansion" without ever giving a thought to the grim meat-hook realities that were lying in wait for all the people who took him seriously...
All those pathetically eager acid freaks who thought they could buy Peace and Understanding for three bucks a hit. But their loss and failure is ours too. What Leary took down with him was the central illusion of a whole life-style that he helped create... a generation of permanent cripples, failed seekers, who never understood the essential old-mystic fallacy of the Acid Culture: the desperate assumption that somebody... or at least some force - is tending the light at the end of the tunnel."

Hunter S. Thompson - Fear And Loathing In Las Vegas

tamagothi
31-10-2008, 19:39
Noël Coward - The Great Awakening
As I awoke this morning
When all sweet things are born
A robin perched upon my sill
To signal the coming dawn.
The bird was fragile, young and gay
And sweetly did it sing
The thoughts of happiness and joy
Into my heart did bring.
I smiled softly at the cheery song
Then as it paused, a moment's lull
I gently closed the window
And crushed its fucking skull.

Pinatero
01-11-2008, 17:04
http://farm1.static.flickr.com/122/288620078_d661419f3b.jpg?v=0

eleventh guardian
01-11-2008, 17:09
http://images.amazon.com/images/P/B00065MDRW.01._SS500_SCLZZZZZZZ_V1116340548_.jpg

:?:

Pinatero
01-11-2008, 17:20
χεχ! παει στο ομοιοτητες σωσιες thread!

Mostos
03-11-2008, 01:47
KURO SIWO

That first trip - a southern freight, by chance -
no sleep, malaria, difficult watches.
Strangely deceptive, the lights of the Indies -
they say you don't see them at a first glance.

Beyond Adam's bridge, you took on freight
in South China - soya, sacks by the thousand,
and couldn't get out of your mind for a second
what they'd told you in Athens one wasted night.

The tar gets under your nails, and burns;
the fish-oil stinks on your clothes for years,
and her words keep ringing still in your ears:
"Is it the ship or the compass that turns?"

You altered course when the weather turned,
but the sea bore a grudge and exacted its cost.
Tonight my two parrots were lost,
and the ape I'd had such trouble training.

The ship! - it wipes out all our chances.
The Kuro Siwo crushed us under its heel,
but you're still watching, over the wheel,
how, point by point, the compass dances.

GuardianOfIvorytower
03-11-2008, 13:31
Δεν ήξερα ότι έχει μεταγλωτιστεί ο Καββαδίας :)

kas
14-11-2008, 00:53
sarah kane-laxtarw

Εγώ θέλω να κοιμάμαι πλάι σου…
Και να σου κάνω τα ψώνια σου, και να σου κουβαλάω τις σακούλες σου,
Και να σου λέω πόσο πολύ μου αρέσει να είμαι μαζί σου,
Και να θέλω να παίζουμε κρυφτό,
Και να σου δίνω τα ρούχα μου, και να σου λέω πόσο μ’ αρέσουν τα παπούτσια σου,
Και να κάθομαι στις σκάλες ώσπου να κάνεις μπάνιο,
Και να σου τρίβω το σβέρκο σου,
Και να σου φιλάω τα πόδια σου,
Και να σου κρατάω το χέρι σου,
Και να βγαίνουμε για φαγητό, και να μη με νοιάζει που θα μου τρως το δικό μου,
Και να σου δακτυλογραφώ την αλληλογραφία σου, και να σου κουβαλάω τα ντοσιέ σου,
Και να γελάω με την παράνοια σου,Και να σου δίνω κασέτες που δεν θα τις ακούς, και να βλέπουμε καταπληκτικές ταινίες, και να βλέπουμε απαίσιες ταινίες, και να μαλώνουμε για το ραδιόφωνο,
και να σε βγάζω φωτογραφίες όταν κοιμάσαι, και
να σηκώνομαι πρώτος για να σου φέρω καφέ και κουλούρια και γεμιστά κρουασάν,
Και να πηγαίνουμε για καφέ στο Φλοράντ τα μεσάνυχτα,
Και να σ’ αφήνω να μου κάνεις τράκα τσιγάρα,
Και να μην καταφέρνω ποτέ να βρω ένα σπίρτο,
Και να σου λέω τι είδα στην τηλεόραση χτες το βράδυ,
Και να μη γελάω με τα αστεία σου, και να σε θέλω το πρωί αλλά να σ’ αφήνω να κοιμηθείς λίγο ακόμα.
Και να φιλάω την πλάτη σου, και να χαϊδεύω το δέρμα σου.
Και να σου λέω πόσο μα πόσο αγαπώ τα μαλλιά σου, τα μάτια σου, τα χείλη σου, το λαιμό σου, το στήθος σου,

Και να κάθομαι στις σκάλες και να καπνίζω, ώσπου να γυρίσει σπίτι ο διπλανός σου,
Και να κάθομαι στις σκάλες ώσπου να γυρίσεις σπίτι εσύ,
Και να τρελαίνομαι όταν αργείς,
Και να ξαφνιάζομαι όταν γυρίζεις νωρίτερα,
Και να σου χαρίζω ηλιοτρόπια,
Και να πηγαίνω στο πάρτι σου και να χορεύω ώσπου να πέσω ξερός,

Και νάμαι δυστυχισμένος όταν έχω άδικο,
Και νάμαι ευτυχισμένος όταν με συγχωρείς,
Και να χαζεύω τις φωτογραφίες σου,
Και να παρακαλάω να σ’ ήξερα μια ζωή.
Και ν’ ακούω τη φωνή σου στο αυτί μου,
Και να νοιώθω το δέρμα σου πάνω στο δέρμα μου,
Και να τρομάζω όταν θυμώνεις,
Και τόνα σου μάτι να κοκκινίζει και το άλλο γαλάζιο,
Και να σ’ αγκαλιάζω όταν σε πιάνει αγωνία,
Και να σε κρατάω σφιχτά όταν πονάς,
Και να σε θέλω όταν σε μυρίζω,
Και να σε πληγώνω όταν σε αγγίζω,
Και να κλαψουρίζω όταν είμαι πλάι σου, και να κλαψουρίζω όταν δεν είμαι,
Και να κυλάει το σάλιο μου πάνω στο στήθος σου,
Και να σε πλακώνω και να σε πνίγω τις νύχτες,
Και να ξεπαγιάζω όταν μου παίρνεις τις κουβέρτες, και να ζεσταίνομαι όταν δεν μου τις παίρνεις,
Και να λιώνω όταν χαμογελάς και να διαλύομαι όταν γελάς,

Και να μην καταλαβαίνω όταν λες ότι σε απορρίπτω,
Και ν’ αναρωτιέμαι πως σου πέρασε ποτέ απ’ το νου ότι εγώ θα μπορούσα ποτέ να σε απορρίψω,
Και ν’ αναρωτιέμαι ποια είσαι αλλά να σε δέχομαι έτσι όπως είσαι,
Και να σου λέω για το μαγεμένο δάσος, τον άγγελο του δέντρου, το αγόρι που πέρασε πετώντας τον ωκεανό επειδή σ’ αγαπούσε,
Και να σου γράφω ποιήματα, και να αναρωτιέμαι γιατί δεν με πιστεύεις,
Και να σ’ αγαπάω τόσο βαθιά που να μην μπορώ να το βάλω σε λόγια,
Και να θέλω να σου πάρω ένα γατάκι που θα το ζηλεύω γιατί θα το προσέχεις περισσότερο από μένα,
Και να μη σ’ αφήνω να σηκωθείς απ’ το κρεβάτι όταν πρέπει να φύγεις,
Και να σου αγοράζω δώρα που εσύ δεν τα θέλεις, και πάλι να τα παίρνω πίσω,
Και να σου λέω να παντρευτούμε, και συ να μου λες πάλι όχι,
Αλλά εγώ να στο λέω και να στο ξαναλέω, γιατί όσο κι αν νομίζεις πως δεν το λέω σοβαρά εγώ πάντα σοβαρά το έλεγα, από την πρώτη φορά που στο είπα,
Και να τριγυρίζω στη πόλη και να τη νοιώθω άδειος χωρίς εσένα,
Και να θέλω ότι θέλεις,

Και να νομίζω πως χάνομαι, αλλά να ξέρω πως πλάι σου είμαι ασφαλής, Και να σου μιλάω για ότι χειρότερο έχω μέσα μου,
Και να προσπαθώ να σου δίνω ότι καλύτερο έχω μέσα μου γιατί δεν σου αξίζει τίποτα λιγότερο, Και να σου λέω την αλήθεια αν και κατά βάθος δεν θέλω, Και να προσπαθώ να είμαι ειλικρινής γιατί ξέρω πως το προτιμάς,
Και να νομίζω πως όλα τέλειωσαν, κι ωστόσο να περιμένω άλλα δέκα λεπτά πριν με πετάξεις έξω απ’ ζωή σου,
Και να ξεχνάω ποιος είμαι, Και να κάνουμε έρωτα στις τρεις το πρωί,

Και κάπως με κάποιο τρόπο να σου εκφράζω έστω και λίγο
Τον ακάθεκτο
Τον ακατάλυτο
Τον ακατάσβεστο
Τον μεταρσιωτικό
Τον ψυχαναλυτικό
Τον άνευ όρων τον τα πάντα πληρούντα, τον δίχως τέλος και δίχως αρχή,
ΕΡΩΤΑ ΜΟΥ ΓΙΑ ΣΕΝΑ


ela pou den sas aresei.. :D

Harbinger of Death
14-11-2008, 01:42
:-o Τι χορδή χτύπησες τώρα.

Γενικά ξέρει κανείς που μπορώ να βρω οτιδήποτε υπάρχει από αυτήν; Οτιδήποτε. Σας ικετεύω, ακόμα και χαϊκού.

kas
14-11-2008, 02:02
emeis sth sxolh mas exoume ooola ta erga padws(nianianianiania)fadazomai kai se vivliopwleia kikloforoun twra sto iderne egw den vrhka tpt me proxeiro search.

Harbinger of Death
14-11-2008, 02:06
Εγώ βρήκα αυτό:

http://www.scribd.com/doc/2365322/Sarah ... s-original (http://www.scribd.com/doc/2365322/Sarah-Kane-4-48-Psychosis-original)

Θα 'ταν ωραία να βλέπαμε και παράσταση όμως.

pixies
14-11-2008, 02:11
apisteuto

morphine
14-11-2008, 02:13
:-o Τι χορδή χτύπησες τώρα.

Γενικά ξέρει κανείς που μπορώ να βρω οτιδήποτε υπάρχει από αυτήν; Οτιδήποτε. Σας ικετεύω, ακόμα και χαϊκού.

http://www.play.com/Search.aspx?searcht ... x=0&go.y=0 (http://www.play.com/Search.aspx?searchtype=allproducts&searchstring=Sarah+Kane&page=search&pa=search&go.x=0&go.y=0)

fandango
14-11-2008, 10:49
sarah kane-laxtarw



ela pou den sas aresei.. :D

μας την γάμησες την μέρα. :|

fandango
29-11-2008, 19:59
"τις νύχτες δεν την ονειρεύομαι ποτέ, αλλά στον ξύπνιο την σκέφτομαι πολύ. Ο Ούζι λέει ότι είναι του χαρακτήρα μου να μπλέκω με κορίτσια που είναι αδυνατον να αποκτήσω.Ίσως να'χει δίκιο και να μην έχω πολλές ελπίδες. Αλλά, από την άλλη μεριά, η Λέα μου είχε πει κάποτε ότι ένας μισοπεθαμένος της ήταν αρκετός, κι όταν ανέβηκε σε εκείνο το φορτηγάκι μου'κανε νόημα ότι θα ξαναγύριζε, οπότε δεν ξέρεις τι γίνεται καμιά φορά. Για να'μαι σίγουρος, κάθε φορά που πιάνω βάρδια κάνω κάτι μικρό: βάζω την ταμπελίτσα με τ'όνομά μου ανάποδα, δένω την ποδιά μου στραβά, οτιδήποτε, οπότε άμα έρθει κάποτε να μην είναι θλιμμένη."

Etgar Keret :touched:

tamagothi
31-12-2008, 19:55
The Skinhead Hamlet
by Richard Curtis

Shakespeare's play translated into modern English.

[Our hope was to achieve something like the effect of the New English Bible. --Eds.]

ACT I
SCENE I

The Battlements of Elsinore Castle.
[Enter HAMLET, followed by GHOST.]
GHOST: Oi! Mush!
HAMLET: Yer?
GHOST: I was fucked!
[Exit GHOST.]
HAMLET: O Fuck.
[Exit HAMLET.]

SCENE II
The Throneroom.
[Enter KING CLAUDIUS, GERTRUDE, HAMLET and COURT.]
CLAUDIUS: Oi! You, Hamlet, give over!
HAMLET: Fuck off, won't you?
[Exit CLAUDIUS, GERTRUDE, COURT.]
HAMLET: (Alone) They could have fucking waited.
[Enter HORATIO.]
HORATIO: Oi! Watcha cock!
HAMLET: Weeeeey!

[Exeunt.]

SCENE III

Ophelia's Bedroom.
[Enter OPHELIA and LAERTES.]
LAERTES: I'm fucking off now. Watch Hamlet doesn't slip you one while I'm gone.
OPHELIA: I'll be fucked if he does.

[Exeunt.]
[spoiler:352i4wax]SCENE IV

The Battlements.
[Enter HORATIO, HAMLET and GHOST.]
GHOST: Oi! Mush, get on with it!
HAMLET: Who did it then?
GHOST: That wanker Claudius. He poured fucking poison in my fucking ear!
HAMLET: Fuck me!

[Exeunt.]

ACT II
SCENE I

A corridor in the castle.
[Enter HAMLET reading. Enter POLONIUS.]
POLONIUS: Oi! You!
HAMLET: Fuck off, grandad!
[Exit POLONIUS. Enter ROSENCRANZ and GUILDENSTERN.]
ROS & GUILD: Oi! Oi! Mucca!
HAMLET: Fuck off, the pair of you!
[Exit ROS & GUILD.]
HAMLET: (Alone) To fuck or be fucked.
[Enter OPHELIA.]
OPHELIA: My Lord!
HAMLET: Fuck off to a nunnery!
[They exit in different directions.]

ACT III
SCENE I

The Throne Room.
[Enter PLAYERS and all COURT.]
I PLAYER: Full thirty times hath Phoebus cart...
CLAUDIUS: I&#39;ll be fucked if I watch any more of this crap.
[Exeunt.]

SCENE II

Gertrude&#39;s Bedchamber.
[Enter GERTRUDE and POLONIUS, who hides behind an arras.]
[Enter HAMLET.]
HAMLET: Oi! Slag!
GERTRUDE: Watch your fucking mouth, kid!
POLONIUS: (From behind the curtain) Too right.
HAMLET: Who the fuck was that?
[He stabs POLONIUS through the arras.]
POLONIUS: Fuck!
[POLONIUS dies.]
HAMLET: Fuck! I thought it was that other wanker.
[Exeunt.]

ACT IV

SCENE I

A Court Room.
[Enter HAMLET, CLAUDIUS.]
CLAUDIUS: Fuck off to England then!
HAMLET: Delighted, mush.

SCENE II

The Throne Room.
[Enter OPHELIA, GERTRUDE and CLAUDIUS.]
OPHELIA: Here, cop a whack of this.
[She hands GERTRUDE some rosemary and exits.]
CLAUDIUS: She&#39;s fucking round the twist, isn&#39;t she?
GERTRUDE: (Looking out the window.) There is a willow grows aslant the brook.
CLAUDIUS: Get on with it, slag.
GERTRUDE: Ophelia&#39;s gone and fucking drowned!
CLAUDIUS: Fuck! Laertes isn&#39;t half going to be browned off.
[Exeunt.]

SCENE III

A Corridor.
[Enter LAERTES.]
LAERTES: (Alone) I&#39;m going to fucking do this lot.
[Enter CLAUDIUS.]
CLAUDIUS: I didn&#39;t fucking do it, mate. It was that wanker Hamlet.
LAERTES: Well, fuck him.
[Exeunt.]

ACT V
SCENE I

Hamlet&#39;s Bedchamber.
[Enter HAMLET and HORATIO.]
HAMLET: I got this feeling I&#39;m going to cop it, Horatio, and you know, I couldn&#39;t give a flying fuck.
[Exeunt.]

SCENE II

Large Hall.
[Enter HAMLET, LAERTES, COURT, GERTRUDE, CLAUDIUS.]
LAERTES: Oi, wanker: let&#39;s get on with it.
HAMLET: Delighted, fuckface.
[They fight and both are poisoned by the poisoned sword.]
LAERTES: Fuck!
HAMLET: Fuck!
[The QUEEN drinks.]
GERTRUDE: Fucking odd wine!
CLAUDIUS: You drunk the wrong fucking cup, you stupid cow!
[GERTRUDE dies.]
HAMLET: (Pouring the poison down CLAUDIUS&#39;S throat) Well, fuck you!
CLAUDIUS: I&#39;m fair and squarely fucked.
[CLAUDIUS dies.]
LAERTES: Oi, mush: no hard feelings, eh?
HAMLET: Yer.
[LAERTES dies.]
HAMLET: Oi! Horatio!
HORATIO: Yer?
HAMLET: I&#39;m fucked. The rest is fucking silence.
[HAMLET dies.]
HORATIO: Fuck: that was no ordinary wanker, you know.
[Enter FORTINBRAS.]
FORTINBRAS: What the fuck&#39;s going on here?
HORATIO: A fucking mess, that&#39;s for sure.
FORTINBRAS: No kidding. I see Hamlet&#39;s fucked.
HORATIO: Yer.
FORTINBRAS: Fucking shame: fucking good bloke.
HORATIO: Too fucking right.
FORTINBRAS: Fuck this for a lark then. Let&#39;s piss off.

[Exeunt with alarums.][/spoiler:352i4wax]

metamelia3
31-12-2008, 20:15
πάτωμα.
http://www.youtube.com/watch?v=NCcWFs4Bwk4

tamagothi
01-01-2009, 13:18
αχαχχαχα δεν το είχα δει, YEAH.
επίσης το φαντάζομαι με κοστούμια εποχής (ή με πρωταγωνιστές σκίχεντς και κομπάρσους εποχής) και άμλετ τον κένεθ μπράνα, θα ήταν καταπληκτικό.

Pet_Virus
20-03-2009, 02:15
it resembles the simulated ghost line that occurs when a real ghost is copied
but there's none of the degradation that's usually incurred
in any case
we won't be sure until we chart the ghost sector and dive into it
otherwise all of this is simply speculation
otherwise all of this is simply speculation
otherwise all of this is simply speculation
otherwise all of this is simply speculation



Inade

freezing_moon
25-03-2009, 04:42
And I remembered the Fourteenth Book of Bokonon, which I had read in its entirety the night before. The Fourteenth Book is entitled, "What Can a Thoughtful Man Hope for Mankind on Earth, Given the Experience of the Past Million Years?". It doesn't take long to read the Fourteenth Book. It consists of one word and a period.
This is it.
"Nothing."
Kurt Vonnegut - Cat's Cradle

Mostos
03-04-2009, 02:19
Απο το "Ο χριστός ξανασταυρώνεται", πολύ χριστιανικό για τα γούστα μου αλλα:

-Πως πρέπει να αγαπούμε το θεό γέροντά μου;
-Αγαπώντας τους ανθρώπους
-Και πως πρέπει να αγαπούμε τους ανθρώπους;
-Μοχτώντας να τους φέρουμε στο σωστό δρόμο
-Και ποιός είναι ο σωστός δρόμος;
-Ο ανήφορος.

tamagothi
03-04-2009, 21:29
μπα;

sabbattack
04-04-2009, 10:53
na poume omws pws h swsth kommatikh grammh apo auto to biblio einai to:

8EE TOU ISRAHL POSO AKOMA?

to opoio exei anafer8ei se panw apo 20 eksetaseis ma8hmatwn ana ta polytexneia ths xwras, :pink: apisteuta ston paraharakth to mwro mou

Brazen_Bull
19-04-2009, 01:23
Πόσο γρήγορα γεννήθηκε ανάμεσά τους η φιληδονία που γέννησε τη ζήλεια κι εκείνη με τη σειρά της τη σκληρότητα!… Δεν ξέρω πότε, μα ύστερα από λίγο, χύθηκε και για πρώτη φορά αίμα… Οι άνθρωποι, κατατρομαγμένοι, άρχισαν να σκορπάνε, ν’ απομονώνονται. Έκαναν συμμαχίες οι μεν εναντίον των δε. Έμαθαν τη φιλοτιμία, που της έδωσαν το μεγαλόπρεπο τίτλο: Τιμή! Και τότε κάθε έθνος έκανε τη σημαία του. Μετά κύρηξαν τον πόλεμο στα ζώα που έφυγαν στα δάση κι έγιναν εχθροί του ανθρώπου. Κι άρχισε ο πόλεμος του ατομισμού για το δικό μου και το δικό σου. Ανακάλυψαν τις γλώσσες. Ανακάλυψαν τον πόνο και τον ερωτεύτηκαν. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι διψούσαν για πόνο κι έλεγαν πως με τον πόνο μονάχα φτάνει κανείς στην αλήθεια. Αυτός υπήρξε και η πρώτη αρχή της επιστήμης. Ύστερα, μόλις έγιναν κακοί, άρχισαν να εκφωνούν λόγους για την αδελφοσύνη, για τη φιλανθρωπία… Μόλις έγιναν εγκληματίες, άρχισαν να μιλούν για τη δικαιοσύνη, συντάξανε κώδικες για να τη διαφυλάξουν και αγχόνες για να την υπερασπιστούν. Όταν θυμόντουσαν το τι είχανε χάσει, δεν ήθελαν να πιστέψουν στην αθωότητά τους και στην περασμένη τους ευτυχία, γελούσαν μάλιστα για την ευτυχία αυτή, λέγοντας πως ήταν παραμύθι και δεν μπορούσαν πια να την φανταστούν σαν κάτι το πραγματικό. Ωστόσο αν και δεν πίστευαν καθόλου στην παλιά τους ευδαιμονία, διατήρησαν τόσο δυνατό πόθο να ξαναγίνουν αθώοι κι ευτυχισμένοι που χάθηκαν σαν παιδιά μέσα στον πόθο τους! Θεοποίησαν τον πόθο τους, του έχτισαν ναό, γονάτισαν μπροστά στην ίδια τους την ιδέα, μπροστά στο είδωλο του πόθου τους και με την πεποίθηση πως ήταν απραγματοποίητος, τον προσκύνησαν με δάκρυα και γονυκλισίες και προσεύχονταν σ’ αυτόν. Όταν, όμως, ερχόταν κάποιος και ξανάβρισκε την παλιά τους ευτυχία, τους την έδειχνε και τους ρωτούσε μετά: “Θέλετε να ξαναγυρίσετε σ’ αυτήν;” απαντούσαν: “όχι!”

Το όνειρο ενός γελοίου ανθρώπου - Ντοστογιέφσκι.
Δεν έχει να πει κάτι που δεν ξέρουμε (άλλο τότε βέβαια) αλλά είναι ο τρόπος που το λέει. Κι ας ήταν πειραγμένος άνετα χωράγαν πολλά πράγματα που έχει γράψει εδώ.

freezing_moon
13-05-2009, 12:43
έτσι παρέρχεται η δόξα του κόσμου
χωρίς πόνο, χωρίς δόξα, χωρίς κόσμο
χωρίς ένα άθλιο σάντουιτς με μορταδέλα
ΝΙΚΑΝΟΡ ΠΑΡΡΑ

έδιτ: έβαλα ιτάλικς ναναι πιο ποιητικό.

nikolasfluxus
13-05-2009, 13:02
''Εξήγησα στη ριγωτή γάτα

τις αιτίες των εποχών της κουκουβάγιας τις ρίγες

την προδοσία των φίλων τον έρωτα των καμπούρηδων

και τον τοκετό του χταποδιού με τα πλοκάμια να σπαρταρούνε

που σέρνεται στο κρεβάτι μου και δεν αγαπά τα χάδια

Η ριγωτή γάτα άκουγε χωρίς να βλεφαρίζει ούτε ν’ απαντά

κι όταν έφυγα

η ριγωτή ράχη της

γελούσε''
Joyce Mansour,Σπαράγματα 1955,μτφρ-Έκτωρ Κακναβάτος

kas
20-05-2009, 15:50
ena kai ena simera!

"Γεννιομουν για να πεθανω μολις την εσωζα,η κοπελα ριχνοταν στην αγκαλια του δημαρχου,του πατερα της.Απομακρυνομουν,επρεπε να ξαναγινω περριτος η ν'αναζητησω νεους φονιαδες.Εβρισκα.Πρωταθλητης της "καθεστηκυϊας ταξεως",ειχα τοποθετησει το λογο υπαρξης μου στη διαρκη αταξια.Επνιγα το Κακο στην αγκαλια μου,πεθαινα απ' το θανατο του κι ανασταινομουν απ' την ανασταση του.Ημουν ενας αναρχικος της δεξιας."
Σαρτρ-Οι λεξεις

"Ο μεσιε Μομενταλνικοβ,ο συντροφος Μομενταλνικοβ!Συνεργαζομενος!Συνοδοιπορος!Μολις ειδε τη σοβιετικη εξουσια να ζυγωνει,-προσχωρησε.Μολις μας ειδε ναρχομαστε εδω,-ηρθε κι αυτος της προσκολλησεως.Μολις δει τους αλλους να φευγουν,θα τους παρει απο πισω."
Μαγιακοβσκη-Το χαμαμ

Weiss
06-09-2009, 17:32
"It is not a brain. The brain, that pound and a half of chicken-colored goo so highly regarded (by the brain itself), that slimy organ to which is attributed such intricate and mysterious powers (it is the self-same brain that does the attributing), the brain is so weak that, without its protective casing to support it, it simply collapses of its own weight. So it could not be a brain"

Tom Robbins - Even cowgirls get the blues.

γελάω.

LokiTricksterGod
06-09-2009, 18:11
όλη η αλήθεια:


Pete sipped coffee. “Tell me more.”
“No, you ask.”
“Okay. I’m on the Sunset Strip and I want to get laid for a C-note. What do I do?”
“You see Mel, the parking-lot man at Dino’s Lodge. For a dime, he’ll send you to a pad on Havenhurst and Fountain.”
“Suppose I want nigger stuff?”
“Go to the drive-in at Washington and La Brea and talk to the colored carhops.”
“Suppose I dig boys?”
Lenny flinched. Pete said, “I know you hate fags, but answer the question.”
“Shit, I don’t ... wait ... the doorman at the Largo runs a string of male prosties.”
“Good. Now, what’s the story on Mickey Cohen’s sex life?”
Lenny smiled. “It’s cosmetic. He doesn’t really dig cooze, but he likes to be seen with beautiful women. His current quasigirlfriend is named Sandy Hashhagen. Sometimes he goes out with Candy Barr and Liz Renay.”
“Who clipped Tony Trombino and Tony Brancato?”
“Either Jimmy Frattiano or a cop named Dave Klein.”
“Who’s got the biggest dick in Hollywood?”
“Steve Cochran or John Ireland.”
“What’s Spade Cooley do for kicks?”
“Pop bennies and beat up his wife.”
“Who’d Ava Gardner cheat on Sinatra with?”
“Everybody.”
“Who do you see for a quick abortion?”
“I’d go see Freddy Otash.”
“Jayne Mansfield?”
“Nympho.”
“Dick Contino?”
“Muff diver supreme.”
“Gail Russell?”
“Drinking herself to death at a cheap pad in West L.A.”
“Lex Barker?”
“Pussy hound with jailbait tendencies.”
“Johnnie Ray?”
“Homo.”
“Art Pepper?”
“Junkie.”
“Lizabeth Scott?”
“Dyke.”
“Billy Eckstine?”
“Cunt man.”
“Tom Neal?”
“On the skids in Palm Springs.”
“Anita O’Day?”
“Hophead.”
“Cary Grant?”
“Homo.”
“Randolph Scott?”
“Homo.”
“Senator William F. Knowland?”
“Drunk.”
“Chief Parker?”
“Drunk.”
“Bing Crosby?”
“Drunk wife-beater.”
“Sergeant John O’Grady?”
“LAPD guy known for planting dope on jazz musicians.”
“Desi Arnaz?”
“Whore chaser.”
“Scott Brady?”
“Grasshopper.”
“Grace Kelly?”
“Frigid. I popped her once myself, and I almost froze my shvantze off.”
Pete laughed. “Me?”
Lenny grinned. “Shakedown king. Pimp. Killer. And in case you’re wondering, I’m much too smart to ever fuck with you.”
Pete said, “You’ve got the job.”
They shook hands.

freezing_moon
06-09-2009, 21:10
Να μας λες και τι είναι όμως, να αποφασίζουμε εύκολα αν μας αρέσει ή όχι.


"It is not a brain. The brain, that pound and a half of chicken-colored goo so highly regarded (by the brain itself), that slimy organ to which is attributed such intricate and mysterious powers (it is the self-same brain that does the attributing), the brain is so weak that, without its protective casing to support it, it simply collapses of its own weight. So it could not be a brain"

Tom Robbins - Even cowgirls get the blues.

γελάω.
Πώς έτσι, άκουσες κάτι αστείο την ώρα που διάβαζες αυτό;

Weiss
06-09-2009, 21:18
έχω μια τάση να μην ακούω όταν διαβάζω.

γέλασα με τις παρενθέσεις, ήταν κάτι που δεν είχα σκεφτεί ποτέ!

Dekatria
07-09-2009, 01:25
We look at Nature and
Our nature is to classify
To satisfy some drive to
Draw lines between such
Things as cannot be divided then
If we minded our surroundings
They’re abounding with ample
Obvious examples of how things
Such as a plow are simple
Holy symbols of the unity
And infinity of Birth
To Rebirth for Life
Is rife with Death and
Each last breath is our first
On earth.

LokiTricksterGod
07-09-2009, 04:31
Να μας λες και τι είναι όμως, να αποφασίζουμε εύκολα αν μας αρέσει ή όχι.

james ellroy λοιπόν, american tabloid, σνομπάρετε άφοβα!

LokiTricksterGod
10-09-2009, 13:22
και κάτι ακόμα:


Ο Βενσάν δεν είχε γνωρίσματα κυρίαρχου αρσενικού, δεν του άρεσαν καθόλου τα χαρέμια, και λίγες μέρες μετά το θάνατο του προφήτη έκανε μια μεγάλη συζήτηση με τη Σουζάν, που είχε αποτέλεσμα να απελευθερώσει τα υπόλοιπα κορίτσια. Αγνοώ τι μπορεί να είπαν, δεν ξέρω τι πίστευε η ίδια, εάν έβλεπε σε αυτόν μια μετενσάρκωση του προφήτη, εάν τον είχε αναγνωρίσει ως Βενσάν, έαν αυτός της είχε ομολογήσει ότι ήταν ο γιός του ή εάν εκείνη κατασκεύασε μια ενδιάμεση αντίληψη - όμως πιστεύεω ότι για την ίδια όλα αυτά δεν είχαν μεγάλη σημασία. Ανίκανη για οποιαδήποτε σχετικοποίηση, αρκετά αδιάφορη κατά βάθος για το ζήτημα της αλήθειας, η Σουζάν δεν μπορούσε να ζήσει αν δεν βρισκόταν, και μάλιστα ολοκληρωτικά, μέσα στον έρωτα. Έχοντας βρει ένα νέο ον να αγαπάει, που ίσως το αγαπούσε από πολύ καιρό, είχε βρει έναν νέο λόγο ύπαρξης, και ξέρω χωρίς κίνδυνο λάθους ότι θα έμεναν μαζί μέχρι την τελευταία μέρα, μέχρι να τους χωρίσει ο θάνατος, όπως λέμε, εκτός κι αν αυτή τη φορά δεν υπήρχε θάνατος, αν ο Μισκίεβιτς κατάφερνε να επιτύχει τους στόχους του, θα ξαναγεννιόνταν μαζί σε ανακαινισμένα σώματα και για πρώτη φορά στην ιστορία του κόσμου θα ζούσαν πραγματικά μια αγάπη δίχως τέλος.

Δεν είναι η κόπωση που βάζει τέλος στην αγάπη, ή μάλλον είναι εκείνη η κόπωση που προέρχεται από την ανυπομονησία των κορμιών που ξέρουν ότι είναι καταδικασμένα και που θα ήθελαν να ζήσουν, που θα ήθελαν στο χρονικό διάστημα που τους εκχωρείται να μην αφήσουν να χαθεί καμία ευκαιρία, να μην αφήσουν να διαφύγει καμία πιθανότητα, που θα ήθελαν να εκμεταλλευτούν στο έπακρον αυτό το περιορισμένο, παρακμάζον, μετριότατο χρονικό διάστημα που τους ανήκει, και συνεπώς δεν μπορούν να αγαπήσουν κανέναν γιατί όλοι οι άλλοι τους φαίνονται περιορισμένοι, παρακμάζοντες, μέτριοι.

michel houellebecq - η δυνατότητα ενός νησιού

tamagothi
10-09-2009, 13:38
Άουτς.



όλοι οι άλλοι είναι περιορισμένοι, παρακμάζοντες, μέτριοι.
Ισχύει.

LokiTricksterGod
11-09-2009, 22:27
όχοχο έχει ρέντα έχει ρέντα... ο... ο... ο κοντός με τη μερέντα. χμ. ο νίκος. ο νίκος μας. ο εγγονόπουλος.


Αργά χτές τήν νύκτα, στούς απάνω μαχαλάδες, άγριοι κι' αιμοβόροι αλβανοί, επτά τόν αριθμόν, έσφαξαν αλύπητα, μέσα στο ίδιο του τό κρεβάτι, τόν κυνοκέφαλο εραστή τής λησμονημένης Ιππολύτης. Οι απαίσιοι κακούργοι μπήκαν, χωρίς να τούς καταλάβη κανείς, μέσα στό δωμάτιο τού στυγερού εγκλήματος. Αφού έψαλαν, τη συνοδεία πλαγιαύλου, δύο άγνωστους - τουλάχιστον εις εμέ - ύμνους πρός τούς τσαλαπετεινούς, ετοποθέτησαν προσεκτικώτατα κάτω από ένα ποτήρι, περιέχον ελαφράν διάλυσιν ψαρόκολλας εντός ελαχίστης ποσότητος νιτρογλυκερίνης, ένα χαρτί. Το χαρτί αυτό ήταν ένα φύλλο κοινοτάτου χάρτου αλληλογραφίας, επί τού οποίου ήσαν γραμμέναι αι λέξεις: "Χρυσή κολώνα". Κατόπιν τούτου οι δολοφόνοι εξήλθον και πάλιν ανενόχλητοι. Ο κυνοκέφαλος εραστής - ας τόν πούμε έτσι, διότι το όνομα του Ισίδωρος μάς είναι άγνωστον - εξήλθε πολύ αργότερα του τραγικού δωματίου. Εφόρει φαιόχρουν αδιάβροχον και ομματουάλια.

tamagothi
12-09-2009, 02:51
=))

κι ο ποιητής τα μανιτάρια του, βρε Λόκη.

tamagothi
12-09-2009, 03:13
We went down the spiral steel staircase to my library stacks, and I found a large book of Velazquez reproductions, and we sat side by side and turned the pages for fifteen minutes, a stirring quarter hour in which we both learned something—she, for the first time, about Velazquez, and I, anew, about the delightful imbecility of lust. All this talk! I show her Kafka, Velazquez . . . why does one do this? Well, you have to do something. These are the veils of the dance.
Don't confuse it with seduction. This is not seduction. What you're disguising is the thing that got you there, the pure lust. The veils veil the blind drive. Talking this talk, you have a misguided sense, as does she, that you know what you're dealing with. But it's not as though you're interviewing a lawyer or hiring a doctor and that whatever's said along the way is going to change your course of action. You know you want it and you know you're going to do it and nothing is going to stop you. Nothing is going to be said here that's going to change anything.

The great biological joke on people is that you are intimate before you know anything about the other person. In the initial moment you understand everything. You are drawn to each other's surface initially, but you also intuit the fullest dimension. And the attraction doesn't have to be equivalent: she's attracted to one thing, you to the other. It's surface, it's curiosity, but then, boom, the dimension. It's nice that she's from Cuba, it's nice that her grandmother was this and her grandfather was that, it's nice that I play the piano and own a Kafka manuscript, but all this is merely a detour on the way to getting where we're going. It's part of the enchantment, I suppose, but it's the part that if I could have none of, I'd feel much better. Sex is all the enchantment required. Do men find women so enchanting once the sex is taken out? Does anyone find anyone of any sex that enchanting unless they have sexual business with them? Who else are you that enchanted by? Nobody.

She thinks, I'm telling him who I am. He's interested in who I am. That is true, but I am curious about who she is because I want to fuck her. I don't need all of this great interest in Kafka and Velazquez. Having this conversation with her, I am thinking, How much more am I going to have to go through? Three hours? Four? Will I go as far as eight hours? Twenty minutes into the veiling and already I'm wondering, What does any of this have to do with her tits and her skin and how she carries herself? The French art of being flirtatious is of no interest to me. The savage urge is. No, this is not seduction. This is comedy. It is the comedy of creating a connection that is not the connection—that cannot begin to compete with the connection—created unartificially by lust. This is the instant conventionalizing, the giving us something in common on the spot, the trying to transform lust into something socially appropriate. Yet it's the radical inappropriateness that makes lust lust. No, this just plots the course, not forward but back to the elemental drive. Don't confuse the veiling with the business at hand. Sure, something else might develop, but that something has nothing to do with shopping for curtains and duvet covers and signing on as a member of the evolutionary team. The evolutionary system can work without me. I want to fuck this girl, and yes, I'll have to put up with some sort of veiling, but it's a means to an end. How much of this is cunning? I'd like to think that all of it is.

- Philip Roth, The Dying Animal

LokiTricksterGod
12-09-2009, 03:38
Pupils in the quatrième were allowed to join the film society, which held screenings every Thursday evening in the boys' assembly hall, though girls were allowed to attend. One night in December, just before Nosferatu: A Symphony of Horror started, Bruno took the seat next to Caroline Yessayan. Toward the end of the film – having thought about it for more than an hour – he very gently placed his left hand on her thigh. For a few wonderful seconds (five? seven? surely no more than ten) nothing happened. She didn't move. Bruno felt a warm glow flood his body and thought he might faint. Then, without saying a word, she brushed his hand away. Years later – fairly often, actually – when some little whore was sucking him off, Bruno would remember those few seconds of terrifying joy; he also remembered the moment when Caroline Yessayan moved his hand away. What the boy had felt was something pure, something gentle, something that predates sex or sensual fulfillment. It was the simple desire to reach out and touch a loving body, to be held in loving arms. Tenderness is a deeper instinct than seduction, which is why it is so difficult to give up hope.

If Bruno had touched Caroline Yessayan's arm that evening, she almost certainly would have let him, and it probably would have been the beginning of something. While they were waiting in line, she had deliberately struck up a conversation and had kept a seat free to give him an opportunity to sit beside her. During the film, she had put her arm on the armrest between them. She had noticed Bruno before and she fancied him; that evening, she was hoping against hope that he would hold her hand. Vvlhy did Bruno touch her thigh? Probably because Caroline Yessayan's thigh was bare, and in his innocence he could not imagine it was bare for no reason. As he grew older and remembered his boyhood with disgust, he came to see this as the defining moment of his life. It all appeared to him in the light of cold and unchangeable fact. On that December evening in 1970, Caroline Yessayan had it in her power to undo all the humiliation and the sadness of his childhood. After this first failure (for after she gently removed his hand, he never spoke to her again), everything became much more difficult. Of course, it was not really Caroline Yessayan's fault. Rather the reverse: Caroline Yessayan – a little Armenian girl with doe eyes and long, curly black hair who had found herself, after endless family wranglings, among the dark and gloomy buildings of the boarding school in Meaux – Caroline Yessayan alone gave Bruno a reason to believe in humanity. If it all had ended in a terrible emptiness, it was because of something so trivial that it was grotesque. Thirty years later, Bruno was convinced that, taken in context, the episode could be summed up in one sentence: Carolin Yessayan's miniskirt was to blame for everything.

[...]

Things were very different for Annabelle. Last thing at night, before she went to sleep, she thought about Michel and every morning she was overjoyed to see him again. If something funny or interesting happened at school, her first thought was of the moment she could tell Michel about it. On days when they could not see each other for some reason, she was worried and upset. During the summer holidays (her family had a house in the Gironde), she wrote to him every day. The letters were more sisterly than passionate, and her feelings more a glow than a consuming fire, but even if she were reluctant to admit it to herself, the truth slowly dawned on her: on the first try, without looking, without really wanting to, she had found true love. Her first love was the real thing; there would not be another, and such a question did not even arise. It was a plausible scenario, according to Mademoiselle Âge Tendre, but one did well to be cautious as it almost never happened. There were, however, rare, almost miraculous cases that demonstrated it was possible. And if it happened to you it was the most wonderful thing in the whole world.
In the first stage (say, from twelve to eighteen), a girl would go out with several boys (the semantic ambivalence of the term reflected a very real behavioral ambiguity: what did going out with a boy actually mean? Did it mean kissing, or did it include the more profound joys of petting or of heavy petting, or even of full sexual intercourse? Should you allow a boy to touch your breasts? Should you take off your panties? And what should you do with his thing?) For Patricia Hohweiller and Caroline Yessayan the problem was far from simple; their favorite magazines gave vague, often contradictory answers. In the second stage (once she left high school), the same girl needed a serious relationship (referred to in German magazines as "big love"). Now the defining question was: "Should I move in with Jeremy?" This was the second and final stage. The flaw in the solution offered by girls' magazines – arbitrarily recommending contradictory forms of behavior in consecutive periods of a girl's life-only became apparent some years later with the inexorable rise in the divorce rate. Nevertheless, for many years girls, naïve and already disoriented by the speed of social change, accepted these improbable rules and tried their best to stick to them.

Things were very different for Annabelle. Last thing at night, before she went to sleep, she thought about Michel and every morning she was overjoyed to see him again. If something funny or interesting happened at school, her first thought was of the moment she could tell Michel about it. On days when they could not see each other for some reason, she was worried and upset. During the summer holidays (her family had a house in the Gironde), she wrote to him every day. The letters were more sisterly than passionate, and her feelings more a glow than a consuming fire, but even if she were reluctant to admit it to herself, the truth slowly dawned on her: on the first try, without looking, without really wanting to, she had found true love. Her first love was the real thing; there would not be another, and such a question did not even arise. It was a plausible scenario, according to Mademoiselle Âge Tendre, but one did well to be cautious as it almost never happened. There were, however, rare, almost miraculous cases that demonstrated it was possible. And if it happened to you it was the most wonderful thing in the whole world.


houellebecq - the elementary particles

tamagothi
12-09-2009, 03:56
It wouldn’t be love without opposition, would it? I mean, if Juliet’s dad had fallen on Romeo’s neck and said, ‘I’m not losing a daughter, I’m gaining a son, and Romeo’s mum had beamed ‘Welcome to the Montague family, Juliet my precious,’ it would be a pretty short play.
- Stephen Fry, The Stars' Tennis Balls

http://i4.photobucket.com/albums/y106/earthling_on_fire/MundoQuino005.jpg
- Quino

LokiTricksterGod
12-09-2009, 04:08
Consider: the darkening ease, the brightening trouble; the pleasure pleasure because it was, the pain pain because it shall be; the glad acts grown proud, the proud acts growing stubborn; the panting and trembling towards a being gone, a being to come; and the true true no longer, and the false true not yet. And to decide not to smile after all, sitting in the shade, hearing the cicadas, wishing it were night, wishing it were morning, saying, No, it is not the heart, no, it is not the liver, no, it is not the prostate, no, it is not the ovaries, no, it is muscular, it is nervous.

beckett - watt.

tamagothi
12-09-2009, 04:24
"Ding-dong. You look remarkably like dinner."

--

Jacques Prévert
Le chat et l’oiseau

Un village écoute désolé
Le chant d'un oiseau blessé
C'est le seul oiseau du village
Et c'est le seul chat du village
Qui l'a à moitié dévoré
Et l'oiseau cesse de chanter
Le chat cesse de ronronner
Et de se lécher le museau
Et le village fait à l'oiseau
De merveilleuses funérailles
Et le chat qui est invité
Marche derrière le petit cercueil de paille
Où l'oiseau mort est allongé
Porté par une petite fille
Qui n'arrête pas de pleurer
Si j'avais su que cela te fasse tant de peine
Lui dit le chat
Je l'aurais mangé tout entier
Et puis je t'aurais raconté
Que je l'avais vu s'envoler
S'envoler juqu'au bout du monde
Là-bas où c'est tellement loin
Que jamais on en revient
Tu aurais eu moins de chagrin
Simplement de la tristesse et des regrets
Il ne faut jamais faire les choses à moitié."

A grieving village hears
The song of a wounded bird
It is the only bird of the village
And it is the only cat of the village
Who has half-eaten the bird
And the bird stops singing
And the cat stops purring
And licking his paw
And the village gives
The bird a marvellous funeral
And the cat who is invited
Walks behind the little straw casket
Where the bird is laid out
Carried by a little girl
Who never stops crying
"If I had known that this would make you feel so bad"
Says the cat to her
"I would have eaten all of him
And then I would have told you
That I had seen him fly away
Fly away to the end of the world
There where it is so far that
No one ever returns
You would have had less grief
Only sadness and regrets
One should never do things by halves."

LokiTricksterGod
12-09-2009, 04:34
παραείναι ρομαντικός ο κάμινγκς, ταμαγκόθι;

'So drives the acid nail of coloured pain
Into our vulnerable wood, earth-rooted,
And sends the red sap racing through the trees
Where slugged it lay, now spun with visions looted
From whining skies and cold Gethsemanes
Of hollow light, and all the wounds of Spain.'

-ο λουλάς.

---

"Okay, look, here's the deal. Man, you were gonna drive me around tonight, never be the wiser, but El Gordo got in front of a window, did his high dive, we're into Plan B. Still breathing? Now we gotta make the best of it, improvise, adapt to the environment, Darwin, shit happens, I Ching, whatever man, we gotta roll with it."

-ποιός ξέρει.


ende nysta.

tamagothi
12-09-2009, 04:52
μάλλον απελπισμένο θα τον έλεγα. ή και απελπισμένο. θα βρει τη θέση του κι αυτός, αλλά λίγο αργότερα τελικά. καλύτερα πρώτα λίγη οργή, έστω και σ' επανάληψη.

As I awoke this morning
When all sweet things are born
A robin perched upon my sill
To signal the coming dawn.
The bird was fragile, young and gay
And sweetly did it sing
The thoughts of happiness and joy
Into my heart did bring.
I smiled softly at the cheery song
Then as it paused, a moment's lull
I gently closed the window
And crushed its fucking skull.

- Noël Coward, The Great Awakening

Κάτι τέτοιο, τέλος πάντων.

freezing_moon
12-09-2009, 05:00
[άτιτλο]






σου έγραψα

"the night of the storm I slept in her bed"
Τζέημς Τζόϋς, Οδυσσέας, σελ 842




μου έγραψες

"βράζουμε το κοκκινογούλι για ενενήντα λεπτά"
Βέφα Αλεξιάδου, Οι συνταγές μου, σελ 201







δηλαδή

τα μιλήσαμέ
τα σύμφωνήσαμέ

ikonoklast
12-09-2009, 09:44
Τελοσπάντων go get a room οι τρείς σας!

freezing_moon
12-09-2009, 13:06
Ευτυχώς που το είπε κάποιος, αν ξύπναγα και δεν είχε ειπωθεί θ' αναγκαζόμουν να το ποστάρω εγώ.

LokiTricksterGod
14-09-2009, 11:02
αυτόν εδώ τον λένε αντρέα μιχελιουδάκη, δεν τον ξέρει ούτε η μάνα του, ήτο φιγούρα τύπου άσιμος αλλά έπαιρνε περισσότερα ναρκωτικά θαρρώ, ήταν επίσης μπήτνικ κι έγραφε συγκινητικότατα:

Λοιπόν εγώ δεν μεγαλώνω άλλο.
μοιάζω τώρα με κείνα τα σκυλιά του καναπέ που η ανάπτυξη, περιορισμένων δυνατοτήτων, φτάνει μόνο μέχρι ορισμένου σημείου
και ετά απλώς και μόνο αρχίζει
η φθορά αναίτια.
απρόσωπα.
Έτσι κι εγώ, ίσως προϊόν ενδομήτριου θανάτου, ίσως θύμα περιστάσεων,
ίσως άλλο ένα φαινόμενο της ομαδικής διαδικασίας, ακόμη ένας μοχθηρός καραγκιόζης
εν ευδαιμονία και εν αγνοία,
τρώω, χέζω, γράφω ποιήματα συμβατικά,
διαβάζω πολύ, κοιμάμαι.

Δεν αγωνιώ
Δεν αντιδρώ
Περιμένω
Παραμένω

Τα βράδυα το κρεβάτι μου γεμίζει
με διάφορα άτομα που δεν τα ξέρω
που με φιλάνε με χείλια σα φίδια
και βολεύονται στην παγωνιά μου
και τα χαράματα τότε που οι ανομολόγητες
οι ενοχές αρχίζουν και μποχάρουν και το φιλί που έπαιρνα όλη νύχτα
βγάνει πλοκάμια κι’απλώνεται μέσα μου
να με σαπίσει
συνειδητοποιώ πως
όλους αυτούς που στο μισοσκόταδο .
της νέας μέρας
τους ικετεύω ψυθιριστά να γυρίσουν πάλι
και να με πάρουν ξανά απ’το χέρι,
να με σεργιανίσουν όπως παιδάκι
σε πλατείες με πολύχρωμα φώτα, όλους αυτούς ουσιαστικά τους έχω απορρίψει.

tamagothi
15-09-2009, 14:28
Λοιπόν, εκνευρίζομαι λιγάκι με το παραπάνω, γιατί μου φαίνεται πως στο τέλος το χαλά λιγάκι, όχι νοηματικά, απλώς κάτι δεν πάει καλά με τις λέξεις. Κι εκνευρίζομαι γιατί το πήγαινε υπέροχα ως εκεί. We'll censor the ending for me... for you και τέτοια.

Here, catch:

ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ
(Λότο κριτική)
Τα έχουμε μπερδέψει όλα
αυτό είναι γεγονός
Επωφεληθήκαμε από την ημέρα της Πεντηκοστής για να κρεμάσουμε
Πασχαλινά αυγά του Αγίου Βαρθολομαίου στο Χριστουγεννιάτικο
δέντρο της δεκάτης τετάρτης Ιουλίου
Έκανε κακή εντύπωση αυτό
Πολύ κόκκινα ήταν τ’ αυγά
Το περιστέρι το ‘σκασε
Τα έχουμε μπερδέψει όλα
αυτό είναι γεγονός
Τις μέρες με τα χρόνια τις επιθυμίες με τις λύπες και το γάλα με τον
καφέ
Στο μήνα της Παναγίας λένε τον πιο όμορφο μήνα βάλαμε την Παρασκευή
και δεκατρείς και την Κυριακή των Γαΐων την ημέρα του θανάτου του
Λουδοβίκου 16ου την τρομερή χρονιά την Ώρα του βοσκού και πέντε λεπτά στάση για φαΐ
Και προσθέσαμε χωρίς ρίμα ούτε αιτία χωρίς ερείπια ούτε σπίτια χωρίς
εργοστάσια και δίχως φυλακές την μεγάλη εβδομάδα με τις σαράντα ώρες και τις τέσσερις Πέμπτες
Κι ένα λεπτό φασαρία
παρακαλώ
Ένα λεπτό με κραυγές χαράς τραγούδια γέλια και κρότους κι ατέλειωτες
χειμωνιάτικες νύχτες για ύπνο κι άλλες ώρες ακόμη για να ονειρευτούμε πως είναι καλοκαίρι κι ατέλειωτες μέρες για να κάνουμε έρωτα και ποτάμια για να κάνουμε μπάνιο λιακάδες για να στεγνώσουμε
Έχουμε χάσει τον καιρό μας
αυτό είναι γεγονός
αλλά ήταν ένας τόσο κακός καιρός
Βάλαμε μπροστά το ρολόι
Σκίσαμε τα ξερά φύλλα του ημερολογίου
Αλλά δεν έχουμε χτυπήσει κουδούνια στις πόρτες
αυτό είναι γεγονός
Μόνο γλιστρήσαμε στις κουπαστές των σκαλοπατιών
Μιλήσαμε για κρεμαστούς κήπους
Ενώ εσείς ήδη βρισκόσαστε στα ιπτάμενα οχυρά
και σβήνετε απ’ το χάρτη μια πόλη ολόκληρη πιο γρήγορα απ’ όσο θέλει ο
μπαρμπεράκος για να ξυρίσει όλους τους άντρες του χωριού του
Ερείπια μέσα σ’ ένα εικοσιτετράωρο
ο ίδιος ο βαφέας πεθαίνει
πώς θέλετε να πενθήσουμε λοιπόν

(Μετάφραση: Γιάννης Θηβαίος)

Nous avons tout mélangé
c'est un fait
Nous avons profité du jour de la Pentecôte pour accrocher les oeufs de Pâques de la Saint-Barthélemy
dans l'arbre de Noël du Quatorze Juillet
Cela a fait mauvais effet
Les oeufs étaient trop rouges
La colombe s'est sauvée
Nous avons tout mélangé
c'est un fait
Les jours avec les années les désirs avec les regrets et le lait avec le café
Dans le mois de Marie paraît-il le plus beau nous avons
placé le Vendredi treize et le Grand Dimanche des
Chameaux le jour de la mort de Louis XVI l'Année
terrible l'Heure du berger et cinq minutes d'arrêt
bufet.
Et nous avons ajouté sans rime ni raison sans ruines
ni maisons sans usines et sans prison la grande
semaine des quarante heures et celle des quatre
jeudis
Et une minute de vacarme
s'il vous plaît
Une minute de cris de joie de chansons de rires et de
bruits et de longues nuits pour dormir en hiver
avec des heures supplémentaires pour rêver qu'on
est en été et de longs jours pour faire l'amour et des
rivières pour nous baigner de grands soleils pour
nous sécher
Nous avons perdu notre temps
c'est un fait
mais c'était un si mauvais temps
Nous avons avancé la pendule
nous avons arraché les feuilles mortes du calendrier
Mais nous n'avons pas sonné aux portes
c'est un fait
Nous avons seulement glissé sur la rampe de l'escalier
Nous avons parlé de jardins suspendus
vous en étiez déjà aux forteresses volantes
et vous allez plus vite pour raser une ville que le petit
barbier pour raser son village un dimanche matin
Ruines en vingt-quatre heures
le teinturier lui-même en meurt
Comment voulez-vous qu'on prenne le deuil
- Jacques Prévert, ξανά.

LokiTricksterGod
15-09-2009, 15:36
φράγκοι; φράγκοι. κότες λυράτες!

Three days of rest
Why not the grave
I suffocate without your mouth
Waiting drains the stillborn sunrise
And the long hours on the stairway
Smell of gas
Flat on my face I wait for tomorrow
I see your skin glisten
In the black breach of the night
The slow surge of moonlight
On the inner sea of my sex
Dust on dust
Hammer on mattress
Sun on leaden drum
Still smiling your hand beats indifference
Cruelly clothed bend towards emptiness
You say no and the smallest object a woman’s body can shelter
Bows down
Artificial Nice
Synthetic perfume one hour on the couch
For what pale giraffes
Have I left Byzantium
Solitude stinks
A moonstone in an oval frame
Yet another stiff-jointed bout of insomnia
Once more a dagger throbs in rain
Diamonds and delirum tomorrow’s desiderata
Sweat of taffeta beaches without shelter
Lunacy of my lost faith.

-Joyce Mansour, σπόιλερ δεν έχει δεν το βρίσκω στα γαλλικά =/

Brazen_Bull
15-09-2009, 18:18
Τσεζαρε Παβεζε, αγαπημενος του Αντονιονι btw.


Πάρα πολύ θάλασσα. Είδαμε πολύ θάλασσα. Αργά το σούρουπο που το νερό απλώνεται άτονο και ξεθωριασμένο στο τίποτα, ο φίλος μου το κοιτά επίμονα, εγώ κοιτώ το φίλο μου και κανείς δε μιλά. Το βράδυ καταλήγουμε στο βάθος μιας ταβέρνας μες στους καπνούς μόνοι μας, να πίνουμε παρέα. Ο φίλος μου έχει τα όνειρα του (είναι λιγάκι μονότονα τα όνειρα, στο βουητό της θάλασσας) όπου το νερό ανάμεσα στα νησιά δεν είναι παρά ο καθρέπτης των λόφων που 'ναι διάστικτοι από καταρράκτες κι αγριολούλουδα. Το κρασί του είναι σαν τα όνειρά του. Βλέπει, κοιτώντας το ποτήρι, ν' ανεβαίνει πράσινους λόφους στη πεδιάδα της θάλασσας. Οι λόφοι μου αρέσουνε και τον αφήνω να μιλά για τη θάλασσα -το νερό είναι τόσο διάφανο που φαίνονται τα βότσαλα.
Βλέπω μόνο λόφους και μου γεμίζουνε τον ουρανό και τη γη με τις σταθερές γραμμές των μακρινών και κοντινών πλαγιών. Μόνον οι δικοί μου είναι άγριοι κι αυλακωμένοι με κουρασμένα αμπέλια πάνω στη καμένη γη. Ο φίλος τους δέχεται και τους θέλει ντυμένους στα λουλούδια και στ' άγρια φρούτα για ν' ανακαλύψει γελώντας, κορίτσια πιο γυμνά από τα φρούτα. Αυτό δεν είναι απαραίτητο: στα πιο σκληρά όνειρά μου δε λείπει το χαμόγελο.
Αν αύριο το πρωί πηγαίναμε προς τους λόφους, θα μπορούσαμε να συναντήσουμε στ' αμπέλια κάποια μελαχρινή, ηλιοκαμένη κοπέλα και πιάνοντας κουβέντα, να φάμε λίγα από τα σταφύλια της.

Απο την συλλογη του "Η δουλεια κουραζει". Πανεμορφες εικονες, νοσταλγιες και αλλα τετοια.

tamagothi
16-09-2009, 22:48
Lawrence Ferlinghetti - Recipe For Happiness Khaborovsk Or Anyplace
One grand boulevard with trees
with one grand cafe in sun
with strong black coffee in very small cups.

One not necessarily very beautiful
man or woman who loves you.

One fine day.

LokiTricksterGod
16-09-2009, 23:04
1.
why not merely the despaired of
occation of
wordshed

is it not better abort than be barren

the hours after you are gone are so leaden
they will always start dragging too soon
the grapples clawing blindly the bed of want
bringing up the bones the old loves
sockets filled once with eyes like yours
all always is it better too soon than never
the black want splashing their faces
saying again nine days never floated the loved
nor nine months
nor nine lives

2
saying again if you do not teach me I shall not learn
saying again there is a last
even of last times
last times of begging
last times of loving
of knowing not knowing pretending
a last even of last times of saying
if you do not love me I shall not be loved
if I do not love you I shall not love

the churn of stale words in the heart again
love love lovethud of the old plunger
pestling the unalterable
whey of words

terrified again
of not loving
of loving and not you
of being loved and not by you
of knowing not knowing pretending
pretending

I and all the others that will love you
if they love you

3
unless they love you.

-ποιός άλλος - cascando.

tamagothi
17-09-2009, 01:11
Vladimir Vladimirovich Mayakovsky - Lilichka!
(instead of a letter)

Tobacco smoke has consumed the air.
The room
is a chapter in Kruchenykh's inferno.
Remember -
beyond that window
in a frenzy
I first stroked your hands.
You sit here today
with an iron-clad heart.
One more day
you'll toss me out,
perhaps, cursing.
In the dim front hall my arm,
broken by trembling won't fit right away in my sleeve.
I'll run out,
throw my body into the street.
I'll rave,
wild,
lashed by despair.
Don't let it happen
my dear,
my darling,
let us part now.
After all
my love
is a heavy weight
hanging on you
no matter where you go.
Let me bellow a final cry
of bitter, wounded grievance.
If you drive a bull to exhaustion
he will run away,
lay himself down in the cold waters.
Besides your love
I have
no ocean
and your love won't grant even a tearful plea for rest.
When a tired elephant wants peace
he lies down regally in the firebound sand.
Besides your love
I have
no sun,
but I don't even know where you are and with whom.
If you tortured a poet like this,
he
would berate his beloved for money and fame,
but for me
no sound is joyous
but the sound of your beloved name.
I won't throw myself downstairs
or drink poison
nor can I put a gun to my head.
No blade
holds me transfixed
but your glance.
Tomorrow you'll forget
that I have crowned you,
that I burned my flowering soul with love,
and the whirling carnival of trivial days
will ruffle the pages of my books...
Would the dry leaves of my words
force you to a stop
gasping for air?

At least let me
pave with a parting endearment
your retreating path.

26 May 1916, Petrograd

Дым табачный воздух выел.
Комната -
глава в крученыховском аде.
Вспомни -
за этим окном
впервые
руки твои, исступленный, гладил.
Сегодня сидишь вот,
сердце в железе.
День еще -
выгонишь,
можешь быть, изругав.
В мутной передней долго не влезет
сломанная дрожью рука в рукав.
Выбегу,
тело в улицу брошу я.
Дикий,
обезумлюсь,
отчаяньем иссечась.
Не надо этого,
дорогая,
хорошая,
дай простимся сейчас.
Все равно
любовь моя -
тяжкая гиря ведь -
висит на тебе,
куда ни бежала б.
Дай в последнем крике выреветь
горечь обиженных жалоб.
Если быка трудом уморят -
он уйдет,
разляжется в холодных водах.
Кроме любви твоей,
мне
нету моря,
а у любви твоей и плачем не вымолишь отдых.
Захочет покоя уставший слон -
царственный ляжет в опожаренном песке.
Кроме любви твоей,
мне
нету солнца,
а я и не знаю, где ты и с кем.
Если б так поэта измучила,
он
любимую на деньги б и славу выменял,
а мне
ни один не радостен звон,
кроме звона твоего любимого имени.
И в пролет не брошусь,
и не выпью яда,
и курок не смогу над виском нажать.
Надо мною,
кроме твоего взгляда,
не властно лезвие ни одного ножа.
Завтра забудешь,
что тебя короновал,
что душу цветущую любовью выжег,
и суетных дней взметенный карнавал
растреплет страницы моих книжек...
Слов моих сухие листья ли
заставят остановиться,
жадно дыша?

Дай хоть
последней нежностью выстелить
твой уходящий шаг.

26 мая 1916, Петроград

oaSicf98fn4

carheart
17-09-2009, 01:25
μόνο λιλίτσκες

LokiTricksterGod
17-09-2009, 12:10
δεν μας νοιάζει η απελπισία δεν μας νοιάζει η οργή δεν μας νοιάζει το τέλος χουχουχου κύριε yeats, ωραία τα είπατε και ωραία τα λέτε, δεν μας νοιάζει ιντίντ:

The host is riding from Knockarea
And over the graves of Clooth-na-bare;
Caolte tossing his burning hair
And Niamh calling away, come away:
Empty your heart if it's mortal dream,
The winds awaken, the leaves whirl round,
Our cheeks are pale, our hair is unbound,
Our breasts are heaving, our eyes are a-gleam,
Our arms are waving, our lips are apart;
And if any gaze on our rushing band,
We come between him and the hope of his heart
We come between him and the hope of his heart
The host is rushing 'twixt night and day,
And where is there hope or deed as fair?
Caolte tossing his burning hair
And Niamh calling away, come away.

tamagothi
20-09-2009, 13:19
Thy fingers make early flowers of
all things.
thy hair mostly the hours love:
a smoothness which
sings,saying
(though love be a day)
do not fear,we will go amaying.

thy whitest feet crisply are straying.
Always
thy moist eyes are at kisses playing,
whose strangeness much
says;singing
(though love be a day)
for which girl art thou flowers bringing?

To be thy lips is a sweet thing
and small.
Death,Thee i call rich beyond wishing
if this thou catch,
else missing.
(though love be a day
and life be nothing,it shall not stop kissing).

- e.e. cummings
(θα το σβήσω αργότερα.)

Παρακμιακό Εργαλείο
20-09-2009, 22:23
cummings θεούλης.

tamagothi
21-09-2009, 13:11
Αμέ. Δώσε και κάνα παράδειγμα όμως ντε.

LokiTricksterGod
21-09-2009, 13:24
να, δείτε δω αγόρι:

http://matthewasprey.files.wordpress.com/2007/10/01_roth.jpg

But Birgitta has desires about which she is not afraid to speak, and which we proceed to satisfy. Yes, sitting across from Claire, who has said that my semen filling her mouth makes her feel that she is drowning, that this is something she just doesn't care to do, I am remembering the sight of Birgitta kneeling before me, her face upturned to receive the strands of flowing semen that fall upon her hair, her forehead, her nose.
[...]
For Birgitta then - for what I would now prefer to dismiss as a 'longish and misguided youth' - a surging sense of lascivious kinship... and for Claire, for this truly passionate and loving rescuer of mine? Anger; disappointment; disgust - contempt for all she does so marvelously, resentment over that little thing she will not deign to do. I see how very easily I could have no use for her. The snapshots. The lists. The mouth that will not drink my come. The curriculum-review committee. Everything.

run4rum
22-09-2009, 02:11
—Aigle de Meaux, à bas les pattes. Tu ne me fais aucun effet avec ton geste d'Hippocrate refusant le bric-à-brac d'Artaxerce. Je te dispense de me calmer. D'ailleurs je suis triste. Que voulez-vous que je vous dise? L'homme est mauvais, l'homme est difforme. Le papillon est réussi, l'homme est raté. Dieu a manqué cet animal-là. Une foule est un choix de laideurs. Le premier venu est un misérable. Femme rime à infâme. Oui, j'ai le spleen, compliqué de la mélancolie, avec la nostalgie, plus l'hypocondrie, et je bisque, et je rage, et je bâille, et je m'ennuie, et je m'assomme, et je m'embête! Que Dieu aille au diable!


—Aigle de Meaux, down with your paws. You produce on me no effect with your gesture of Hippocrates refusing Artaxerxes’ bric-a-brac. I excuse you from the task of soothing me. Moreover, I am sad. What do you wish me to say to you? Man is evil, man is deformed; the butterfly is a success, man is a failure. God made a mistake with that animal. A crowd offers a choice of ugliness. The first comer is a wretch, Femme—woman—rhymes with infame,— infamous. Yes, I have the spleen, complicated with melancholy, with homesickness, plus hypochondria, and I am vexed and I rage, and I yawn, and I am bored, and I am tired to death, and I am stupid! Let God go to the devil!

Victor Hugo, Les Misérables

LokiTricksterGod
22-09-2009, 20:14
You tossed a blanket from the bed
You lay upon your back, and waited;
You dozed, and watched the night revealing
The thousand sordid images
Of which your soul was constituted;
They flickered against the ceiling.
And when all the world came back
And the light crept up between the shutters
And you heard the sparrows in the gutters,
You had such a vision of the street
As the street hardly understands;
Sitting along the bed's edge, where
You curled the papers from your hair,
Or clasped the yellow soles of feet
In the palms of both soiled hands.

His soul stretched tight across the skies
That fade behind a city block,
Or trampled by insistent feet
At four and five and six o'clock;
And short square fingers stuffing pipes,
And evening newspapers, and eyes
Assured of certain certainties,
The conscience of a blackened street
Impatient to assume the world.

I am moved by fancies that are curled
Around these images, and cling:
The notion of some infinitely gentle
Infinitely suffering thing.

Wipe your hand across your mouth, and laugh;
The worlds revolve like ancient women
Gathering fuel in vacant lots.

έλιοτπρέλιουντς.

Παρακμιακό Εργαλείο
22-09-2009, 22:20
Αμέ. Δώσε και κάνα παράδειγμα όμως ντε.

Πάρε:


i carry your heart with me (i carry it in
my heart)
i am never without it (anywhere
i go you go,my dear; and whatever is done
by only me is your doing,my darling)
i fear no fate (for you are my fate,my sweet)
i want no world (for beautiful you are my world,my true)
and it's you are whatever a moon has always meant
and whatever a sun will always sing is you

here is the deepest secret nobody knows
(here is the root of the root and the bud of the bud
and the sky of the sky of a tree called life;which grows
higher than the soul can hope or mind can hide)
and this is the wonder that's keeping the stars apart

i carry your heart (i carry it in my heart)

run4rum
22-09-2009, 23:40
Stop all the clocks, cut off the telephone,
Prevent the dog from barking with a juicy bone,
Silence the pianos and with muffled drum
Bring out the coffin, let the mourners come.

Let aeroplanes circle moaning overhead
Scribbling on the sky the message He Is Dead,
Put crepe bows round the white necks of the public doves,
Let the traffic policemen wear black cotton gloves.

He was my North, my South, my East and West,
My working week and my Sunday rest,
My noon, my midnight, my talk, my song;
I thought that love would last for ever: I was wrong.

The stars are not wanted now: put out every one;
Pack up the moon and dismantle the sun;
Pour away the ocean and sweep up the wood.
For nothing now can ever come to any good.

W. H. Auden

Dragonlord
22-09-2009, 23:56
λινκ;

run4rum
22-09-2009, 23:58
http://homepages.wmich.edu/~cooneys/poems/auden.stop.html

Weiss
23-09-2009, 09:43
εναλλακτικά
http://www.movietrimmer.com/content/default/english/images/movies/46307_3.jpg

run4rum
23-09-2009, 13:30
δεν την έχω δει, για να την έβαλες, κάπου θα κολλάει

Weiss
23-09-2009, 14:07
στη μία κηδεία απαγγέλεται το ποίημα αυτό.

run4rum
23-09-2009, 14:39
μάλιστα. και σ'αυτήν http://www.imdb.com/title/tt0113952// απαγγέλεται αυτό
http://www.litscape.com/author/Henry_Wadsworth_Longfellow/The_Day_Is_Done.html

Comte de Saint-Germain
23-09-2009, 15:49
Science is a match that man has just got alight. He thought he was in a room - in moments of devotion, a temple- and that his light would be reflected from and display walls inscribed with wonderful secrets and pillars carved with philosophical systems wrought into harmony. It is a curious sensation, now that the preliminary splutter is over and the flame burns up clear, to see his hand lit and just a glimpse of himself and the patch he stands on visible, and around him, in place of all that human comfort and beauty he anticipated - darkness still.

(H.G Wells, 'The Rediscovery of the Unique',1891)

run4rum
23-09-2009, 17:28
http://books.google.com/books?id=vA5W8FjxUEIC&pg=PA26&lpg=PA26&dq=helen+gray+cone+madonna+pia&source=bl&ots=tbu5JE11fs&sig=zljMKWzB4C0bGuV6XhQRO2m5kPA&hl=en&ei=4yy6Sq35O4vAmQProKRW&sa=X&oi=book_result&ct=result&resnum=1#v=onepage&q=&f=false
http://bartleby.com/248/1347.html

Παρακμιακό Εργαλείο
25-09-2009, 22:43
No man is great enough or wise enough for any of us to surrender our destiny to. The only way in which anyone can lead us is to restore to us the belief in our own guidance.
Henry Miller

LokiTricksterGod
28-09-2009, 00:27
Ay, the ball is flying,
The lads play heart and soul;
The goal stands up, the keeper
Stands up to keep the goal.

"Is my girl happy,
That I thought hard to leave,
And has she tired of weeping
As she lies down at eve?"

Ay, she lies down lightly,
She lies not down to weep,
Your girl is well contented.
Be still, my lad, and sleep.

"Is my friend hearty,
Now I am thin and pine,
And has he found to sleep in
A better bed than mine?"

Yes, lad, I lie easy,
I lie as lads would choose;
I cheer a dead man's sweetheart,
Never ask me whose.

-a.e housman.

run4rum
28-09-2009, 15:53
2 little whos
(he and she)
under are this
wonderful tree

smiling stand
(all realms of where
and when beyond)
now and here

(far from a grown
-up i&you-
ful world of known)
who and who

(2 little ams
and over them this
aflame with dreams
incredible is)

e. e. cummings

tamagothi
29-09-2009, 13:38
"Ah, are you digging on my grave,
My loved one? -- planting rue?"
-- "No: yesterday he went to wed
One of the brightest wealth has bred.
'It cannot hurt her now,' he said,
'That I should not be true.'"

"Then who is digging on my grave,
My nearest dearest kin?"
-- "Ah, no: they sit and think, 'What use!
What good will planting flowers produce?
No tendance of her mound can loose
Her spirit from Death's gin.'"

"But someone digs upon my grave?
My enemy? -- prodding sly?"
-- "Nay: when she heard you had passed the Gate
That shuts on all flesh soon or late,
She thought you no more worth her hate,
And cares not where you lie.

"Then, who is digging on my grave?
Say -- since I have not guessed!"
-- "O it is I, my mistress dear,
Your little dog , who still lives near,
And much I hope my movements here
Have not disturbed your rest?"

"Ah yes! You dig upon my grave...
Why flashed it not to me
That one true heart was left behind!
What feeling do we ever find
To equal among human kind
A dog's fidelity!"

"Mistress, I dug upon your grave
To bury a bone, in case
I should be hungry near this spot
When passing on my daily trot.
I am sorry, but I quite forgot
It was your resting place."

- Thomas Hardy

run4rum
30-09-2009, 02:12
http://www.kostyor.ru/poetry/mayak/?n=8

http://transdada3.blogspot.com/2006/04/v-v-mayakovsky-to-sergei-esenin.html

Παρακμιακό Εργαλείο
30-09-2009, 13:20
Knowledge is not happiness, and science But an exchange of ignorance for that Which is another kind of ignorance.

Source: Manfred (act II, sc. 4)
by Lord Byron

antimusic
30-09-2009, 13:20
:moutza:

Παρακμιακό Εργαλείο
30-09-2009, 13:23
[στον Byron να τα πεις :P]

LokiTricksterGod
30-09-2009, 18:58
—when was life ever truly ours?
when are we ever what we are?
we are ill-reputed, nothing more
than vertigo and emptiness, a frown in the mirror,
horror and vomit, life is never
truly ours, it always belongs to the others,
life is no one's, we all are life—
bread of the sun for the others,
the others that we all are—
when I am I am another, my acts
are more mine when they are the acts
of others, in order to be I must be another,
leave myself, search for myself
in the others, the others that don’t exist
if I don't exist, the others that give me
total existence, I am not,
there is no I, we are always us,
life is other, always there,
further off, beyond you and
beyond me, always on the horizon,
life which unlives us and makes us strangers,
that invents our face and wears it away,
hunger for being, oh death, our bread
-octavio paz - sunstone

run4rum
01-10-2009, 09:14
Et, d’un bond, il s’élança dans l’église.
Les gamins, alors, se pressaient autour du grand pupitre, grimpaient sur le tabouret du chantre, ouvraient le missel ; et d’autres, à pas de loup, allaient se hasarder bientôt jusque dans le confessionnal. Mais le curé, soudain, distribua sur tous une grêle de soufflets. Les prenant par le collet de la veste, il les enlevait de terre et les reposait à deux genoux sur les pavés du chœur, fortement, comme s’il eût voulu les y planter.
– Allez, dit-il quand il fut revenu près d’Emma, et en déployant son large mouchoir d’indienne, dont il mit un angle entre ses dents, les cultivateurs sont bien à plaindre !
– Il y en a d’autres, répondit-elle.
– Assurément ! les ouvriers des villes, par exemple.
– Ce ne sont pas eux…
– Pardonnez-moi ! j’ai connu là de pauvres mères de famille, des femmes vertueuses, je vous assure, de véritables saintes, qui manquaient même de pain.
– Mais celles, reprit Emma (et les coins de sa bouche se tor-daient en parlant), celles, monsieur le curé, qui ont du pain, et qui n’ont pas…
– De feu l’hiver, dit le prêtre.
– Eh ! qu’importe ?
– Comment ! qu’importe ? Il me semble, à moi, que lorsqu’on est bien chauffé, bien nourri…, car enfin…
– Mon Dieu ! mon Dieu ! soupirait-elle.
– Vous vous trouvez gênée ? fit-il, en s’avançant d’un air inquiet ; c’est la digestion, sans doute ? Il faut rentrer chez vous, madame Bovary, boire un peu de thé ; ça vous fortifiera, ou bien un verre d’eau fraîche avec de la cassonade.
– Pourquoi ?
Et elle avait l’air de quelqu’un qui se réveille d’un songe.
– C’est que vous passiez la main sur votre front. J’ai cru qu’un étourdissement vous prenait.
Puis, se ravisant :
– Mais vous me demandiez quelque chose ? Qu’est-ce donc ? Je ne sais plus.
– Moi ? Rien…, rien…, répétait Emma.
Et son regard, qu’elle promenait autour d’elle, s’abaissa len-tement sur le vieillard à soutane. Ils se considéraient tous les deux, face à face, sans parler.


And with a bound he ran into the church.
The boys were just then clustering round the large desk, climbing over the precentor's footstool, opening the missal; and others on tiptoe were just about to venture into the confessional. But the priest suddenly distributed a shower of cuffs among them. Seizing them by the collars of their coats, he lifted them from the ground, and deposited them on their knees on the stones of the choir, firmly, as if he meant planting them there.
"Yes," said he, when he returned to Emma, unfolding his large cotton handkerchief, one corner of which he put between his teeth, "farmers are much to be pitied."
"Others, too," she replied.
"Assuredly. Town-labourers, for example."
"It is not they--"
"Pardon! I've there known poor mothers of families, virtuous women, I assure you, real saints, who wanted even bread."
"But those," replied Emma, and the corners of her mouth twitched as she spoke, "those, Monsieur le Cure, who have bread and have no--"=
"Fire in the winter," said the priest.
"Oh, what does that matter?"
"What! What does it matter? It seems to me that when one has firing and food--for, after all--"
"My God! my God!" she sighed.
"It is indigestion, no doubt? You must get home, Madame Bovary; drink a little tea, that will strengthen you, or else a glass of fresh water with a little moist sugar."
"Why?" And she looked like one awaking from a dream.
"Well, you see, you were putting your hand to your forehead. I thought you felt faint." Then, bethinking himself, "But you were asking me something? What was it? I really don't remember."
"I? Nothing! nothing!" repeated Emma.
And the glance she cast round her slowly fell upon the old man in the cassock. They looked at one another face to face without speaking.

Gustave Flaubert, Madame Bovary

LokiTricksterGod
04-10-2009, 21:52
Ο Ντάννυ έγειρε στο καντράν και της έκλεισε το μάτι. "Είχα κατά νού ένα δείπνο στού Μάικ Λάημαν, μόλις προχωρήσω κάπως τη δουλειά. Θες να μου δώσεις ένα χεράκι;"
Η Κάρεν Χίλτσερ προσπάθησε να του ανταποδώσει το κλείσιμο του ματιού, αλλά η ψεύτικη βλεφαρίδα της σκάλωσε κάτω απ'το μάτι της και χρειάστηκε να αφήσει το τσιγάρο στο τασάκι για να την ελευθερώσει. Ο Ντάννυ γύρισε αηδιασμένος το βλεμμα του αλλού.
[...]
Ο Ντάννυ γύρισε και κοίταξε τη φτηνή του Βερόνικα Λέηκ, με την αριστερή βλεφαρίδα της κολλημένη στο ξεπουπουλισμένο αριστερό της φρύδι. "Είσαι κούκλα. Στου Λάημαν, μόλις καθαρίσω με την υπόθεση."
-το μεγάλο πουθενά.

το μεγαλύτερο πουθενα ιντίντ.

run4rum
05-10-2009, 03:36
Weep no more, thou sorry boy,
Love's pleased and angered with a toy
Love a thousand passions brings,
Laughs and weeps and sighs and sings.
If she smiles he dancing goes,
Not thinking on his future woes.
If she chide with angry eye,
Sits down and sighs: “Ay me, I die!”

Yet again, as soon revived,
Joys as much as late he grieved.
Change there is of joy and sadness,
Sorrow much, but more of gladness.
Then weep no more, thou sorry boy,
Turn thy tears to weeping joy.
Sigh no more "Ah me! I die!"
But dance, and sing, and ti-hy cry.

Thomas Tomkins

http://www.cpdl.org/wiki/index.php/Weep_no_more,_thou_sorry_boy_%28Thomas_Tomkins%29

00i00
05-10-2009, 03:39
παγκρατι...συντομα και κιν σε ταγκ

Blanket
05-10-2009, 23:26
Το δέντρο που έδινε

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια μηλιά....

και αγαπούσε ένα αγοράκι.

Και κάθε μέρα το αγοράκι πήγαινε και μάζευε τα φύλλα της και τα έπλεκε στεφάνι κι έπαιζε το βασιλιά του δάσους.

Σκαρφάλωνε στον κορμό της κι έκανε κούνια στα κλαδιά της κι έτρωγε μήλα.

Παίζανε και κρυφτό

Κι όταν το αγόρι κουραζόταν, αποκοιμιόταν στον ίσκιο της.

Και το αγόρι αγαπούσε τη μηλιά...

πάρα πολύ.

Κι η μηλιά ήταν ευτυχισμένη.

Μα πέρασαν τα χρόνια.

Και το αγόρι μεγάλωσε.

Και πολλές φορές η μηλιά έμενε μοναχή.

Τότε μια μέρα το αγόρι πήγε στη μηλιά κι η μηλιά είπε:

«Έλα αγόρι, έλα να σκαρφαλώσεις στον κορμό μου και να κάνεις κούνια στα κλαδιά μου, να φας μήλα και να παίξεις στον ίσκιο μου αποκάτω και να ‘σαι ευτυχισμένο».

«Είμαι μεγάλος πια για να σκαρφαλώνω και να παίζω», είπε το αγόρι. «Θέλω ν’ αγοράσω πράγματα και να καλοπεράσω. Θέλω λεφτά. Μπορείς να μου δώσεις λεφτά;»

«Λυπάμαι», είπε η μηλιά, «μα έχω εγώ δεν έχω λεφτά. Έχω μονάχα φύλλα και μήλα. Πάρε τα μήλα μου, Αγόρι, και πούλησέ τα στην πόλη. Έτσι θα ‘χεις λεφτά και θα ‘σαι ευτυχισμένο».

Και τότε το αγόρι σκαρφάλωσε στη μηλιά, μάζεψε τα μήλα της και τα πήρε μαζί του.

Κι η μηλιά ήταν ευτυχισμένη.

Μα το αγόρι έκανε πολύ καιρό να ξαναφανεί... και η μηλιά ήταν λυπημένη.

Ώσπου μια μέρα το αγόρι ξαναγύρισε κι η μηλιά τρεμούλιασε απ’ τη χαρά της κι είπε:

«Έλα αγόρι, έλα να σκαρφαλώσεις στον κορμό μου και να κάνεις κούνια στα κλαδιά μου και να ‘σαι ευτυχισμένο».

«Δεν έχω πια χρόνο να σκαρφαλώνω», είπε το αγόρι. «Θέλω ένα σπίτι που να δίνει ζεστασιά», είιπε. «Θέλω γυναίκα και παιδιά, και γι’αυτό χρειάζομαι ένα σπίτι. «Μπορείς να μου δώσεις ένα σπίτι;»

«Εγώ δεν έχω σπίτι», είπε η μηλιά. «Σπίτι μου είναι το δάσος, μα μπορείς να κόψεις τα κλαδιά μου και να χτίσεις ένα σπίτι. Τότε θα ‘σαι ευτυχισμένο».

Κι έτσι το αγόρι έκοψε τα κλαδιά της και τα πήρε μαζί του για να χτίσει το σπίτι του.

Κι η μηλιά ήταν ευτυχισμένη.

Μα το αγόρι έκανε πολύ καιρό να ξαναφανεί. Κι όταν γύρισε η μηλιά ήταν τόσο ευτυχισμένη που ούτε να μιλήσει καλά-καλά δεν μπορούσε.

«Έλα, Αγόρι», ψιθύρισε, «έλα να παίξεις»

«Είμαι πια πολύ γέρος και πολύ λυπημένος για να παίζω είπε το αγόρι. «Θέλω μια βάρκα να με πάρει μακριά. Μπορείς να μου δώσεις μια βάρκα;»

«Κόψε τον κορμό μου και φτιάξε μια βάρκα», είπε η μηλιά. «Έτσι θα μπορέσεις να φύγεις μακριά...και να ‘σαι ευτυχισμένο».

Και τότε το αγόρι έκοψε τον κορμό της έφτιαξε μια βάρκα κι έφυγε μακριά.

Κι η μηλιά ήταν ευτυχισμένη...μα όχι πραγματικά.

Κι ύστερα από πολύ καιρό το αγόρι ξαναγύρισε.

«Λυπάμαι, Αγόρι», είπε η μηλιά, «μα δε μου απόμεινε τίποτα πια για να σου δώσω... Δεν έχω μήλα».

«Τα δόντια μου δεν είναι πια για μήλα», είπε το αγόρι.

«Δεν έχω κλαδιά», είπε η μηλιά. «Δεν μπορείς να κάνεις κούνια...»

«Είμαι πολύ γέρος πια για να κάνω κούνια», είπε το αγόρι.

«Δεν έχω κορμό», είπε η μηλιά. «Δεν μπορείς να σκαρφαλώσεις...»

«Είμαι πολύ κουρασμένος πια για να σκαρφαλώνω», είπε το αγόρι.

«Λυπάμαι», αναστέναξε η μηλιά. «Μακάρι να μπορούσα να σου δώσω κάτι... μα δε μου απόμεινε τίποτα πια. Δεν είμαι παρά ένα γέρικο κούτσουρο. Λυπάμαι...»

«Δε θέλω και πολλά τώρα πια», είπε το αγόρι, «μονάχα ένα ήσυχο μέρος να κάτσω και να ξαποστάσω. Είμαι πολύ κουρασμένος».

«Τότε», είπε η μηλιά, κι ίσιωσε τον κορμό της, «τότε, ένα γέρικο κούτσουρο είναι ό,τι πρέπει να κάτσεις και να ξαποστάσεις. Έλα, Αγόρι, κάτσε. Κάτσε και ξεκουράσου».

Και το αγόρι έκατσε και ξεκουράστηκε.

Κι η μηλιά ήταν ευτυχισμένη.

"Το δέντρο που έδινε", ΣΕΛ ΣΙΛΒΕΡΣΤΑΪΝ. Εκδόσεις "ΔΩΡΙΚΟΣ", Μετάφραση: ΧΑΪΔΩ ΣΚΑΠΕΤΖΗ

run4rum
05-10-2009, 23:35
http://www.phys.uoa.gr/~nektar/arts/tributes/oscar_wilde/the_selfish_giant.htm

tamagothi
06-10-2009, 12:42
Αυτό μ' άρεσε όταν ήμουν (πολύ) μικρό, αλλά προφανώς δεν είχα πιάσει τη μεταφυσική πλευρά του θέματος. Ευτυχώς.

tamagothi
06-10-2009, 16:39
Gay French Μπωντλέρ!

Πρέπει κανείς να είναι πάντα τύφλα. Αυτό είν' όλο: το μόνο ζήτημα. Για να μη νιώθετε τ' απαίσιο βάρος του Χρόνου που λιώνει τους ώμους σας και σας λυγίζει προς το χώμα, πρέπει να είστε τύφλα χωρίς διακοπή.

Μα από τι; Απ' το κρασί, την ποίηση, την αρετή, όπως επιθυμείτε. Αλλά μεθύστε.

Κι αν καμιά φορά στα σκαλιά κάποιου παλατιού, σε κάποιο χορταριασμένο χαντάκι, στο πένθιμο δωμάτιό σας ξυπνάτε κι η μέθη έχει υποχωρήσει ή εξαφανιστεί, ρωτήστε τον άνεμο, το κύμα, τ' αστέρι, το πουλί, το ρολόι, ρωτήστε όσα φεύγουν, όσα βογγούν, όσα κυλούν, όσα τραγουδούν, όσα μιλούν, ρωτήστε τα τι ώρα είναι. Κι ο άνεμος, το κύμα, τ'αστέρι, το πουλί, το ρολόι, θα σας απαντήσουν: "Ειν' ώρα να μεθύσετε! Για να μην είστε οι μαρτυρικοί σκλάβοι του Χρόνου, μεθύστε! Μεθύστε χωρίς σταματημό! Με κρασί, με ποίηση ή με αρετή, όπως επιθυμείτε!".

Il faut être toujours ivre. Tout est là: c'est l'unique question. Pour ne pas sentir l'horrible fardeau du Temps qui brise vos épaules et vous penche vers la terre, il faut vous enivrer sans trêve.

Mais de quoi? De vin, de poésie ou de vertu, à votre guise. Mais enivrez-vous.

Et si quelquefois, sur les marches d'un palais, sur l'herbe verte d'un fossé, dans la solitude morne de votre chambre, vous vous réveillez, l'ivresse déjà diminuée ou disparue, demandez au vent, à la vague, à l'étoile, à l'oiseau, à l'horloge, à tout ce qui fuit, à tout ce qui gémit, à tout ce qui roule, à tout ce qui chante, à tout ce qui parle, demandez quelle heure il est; et le vent, la vague, l'étoile, l'oiseau, l'horloge, vous répondront: «Il est l'heure de s'enivrer! Pour n'être pas les esclaves martyrisés du Temps, enivrez-vous; enivrez-vous sans cesse! De vin, de poésie ou de vertu, à votre guise!»

run4rum
06-10-2009, 18:46
Cannery Row in Monterey in California is a poem, a stink, a grating noise, a quality of light, a tone, a habit, a nostalgia, a dream. Cannery Row is the gathered and scattered, tin and iron and rust and splintered wood, chipped pavement and weedy lots and junk heaps, sardine canneries of corrugated iron, honky tonks, restaurants and whore houses, and little crowded groceries, and laboratories and flophouses. Its inhabitants are, as the man once said, 'whores, pimps, gamblers and sons of bitches,' by which he meant Everybody. Had the man looked through another peephole he might have said, 'Saints and angels and martyrs and holy men,' and he would have meant the same thing.[...]How can the poem and the stink and the grating noise--the quality of light, the tone, the habit and the dream--be set down alive? When you collect marine animals there are certain flat worms so delicate that they are almost impossible to capture whole, for they break and tatter under the touch. You must let them ooze and crawl of their own will onto a knife blade and then lift them gently into your bottle of sea water. And perhaps that might be the way to write this book--to open the page and to let the stories crawl in by themselves.

Ο Δρόμος με τις Φάμπρικες στο Μοντερέυ, της Καλιφόρνια, είν' ένα ποίημα, μια βρωμισιά, έχει δικό του φως, έντονο χρώμα, είναι κάτι πολυ συνηθισμένο μα κι όνειρο μαζί, νοσταλγία. Κάτι το σκόρπιο και το συγκεντρωμένο, σίδερα, ντενεκέδες, σκουριά και πελεκούδια, το στρώσιμο του δρόμου όλο γούβες, παντού κουλούρες τα σχοινιά, κόφες λαχανικά, φάμπρικες για σαρδέλες του κουτιού, καταγώγια, ταβέρνες και μπορντέλα, μικρομάγαζα, εργαστήρια χημικά, παλιοξενοδοχεία. Κάποιος είπε πως στο δρόμο τούτο κατοικούνε "πόρνες, ρουφιάνοι, χαρτοπαίχτες, μπάσταρδοι". Αν τους κοίταζεν όμως από μιαν άλλη χαραμάδα, ίσως τότε να 'χε πει πως κατοικούνε "άγγελοι, άγιοι κι οσιομάρτυρες". Και πάλι θα εννοούσε το ίδιο.[...]Πως μπορεί κανείς να περιγράψει ολοζώντανα το ποίημα, τη βρώμα και τη δυσωδία, το βουητό ή το ξεχωριστό κείνο φως, το έντονο χρώμα, τ' όνειρο -και κάτι το πολύ συνηθισμένο; Όσοι έτυχε να κάμουνε συλλογή από ζούδια του νερού ξέρουνε κάτι μικρά πλατιά σκουλίκια, τόσο λεπτά που 'ν' αδύνατο να τα πιάσεις ολάκερα, γιατί μόλις τ' αγγίξεις, συστρέφουνται και σπάζουνε. Πρέπει να τ' αφήσεις να σουρθούνε και να γλιστρήσουνε μοναχά τους ως τη λεπίδα που κρατάς, να τα σηκώσεις τότε με προφύλαξη και να τα ρίξεις μες στη γυάλα με το θαλασσινό νερό. Ίσως και τούτο το βιβλίο να πρέπει να γραφτεί μ' ένα παρόμοιο τρόπο -ν' αφήσεις τη διήγηση να ξεγλιστρήσει μονάχη της μες στις σελίδες του.

John Steinbeck, Cannery Row
Ο Δρόμος με τις Φάμπρικες, μτφ. Κοσμάς Πολίτης

Snàporaz
13-10-2009, 00:33
A surprising thing happened to me: I suddenly forgot which comes first -- 7 or 8.
I went off to the neighbours and asked them what they thought on the subject.
Just imagine their and my surprise when they suddenly discovered that they too couldn't recall how to count: 1, 2, 3, 4, 5 and 6 they remembered, but they'd forgotten what followed.
We all went to the overpriced food shop, the Gastronom on the corner of Znamenskaya and Basseynaya street, and put our quandary to the cashier. The cashier smiled sadly, pulled a small hammer out of her mouth and, twitching her nose a bit, said -- I should think seven comes after eight whenever eight comes after seven.
We thanked the cashier and joyfully ran out of the shop. But then, having thought about the cashier's words, we got depressed again, since her words seemed to us to be devoid of any sense.
What were we to do? We went to the Summer Garden and started counting the trees there. But, getting as far as 6, we stopped and began to argue: in the opinion of some, 7 came next, and in the opinion of others -- 8.
We would have argued for ages, but fortunately then some child fell off a park bench and broke both his jaw-bones. This distracted us from our argument.
And then we dispersed homewards.

LokiTricksterGod
13-10-2009, 13:16
τι είναι αυτό, εσύ αποπάνε; πολύ μαρέσει.

His tie had 18's stiched in the weave.
[...]
"You had 16's last time."
"Two male Negroes robbed a liquor store at 74th and Avalon. I just happened to be in the back, holding a Remington pump shotgun."
Crutch laughed. "It's the record, right? Fatal shootings in the line of duty?"
"That's correct. I'm six up on my closest competitor."
"What happened to him?"
"He was shot and killed by two male Negroes."
"What happened to them?"
"They robbed a liquor store at Normandie and Slauson. I just happened to be in the back, holding a Remington pump shotgun."

comma.divine
13-10-2009, 14:31
gia osous kseroun ispanika.dustuxws den katafera na vrw metafrash sta eglezika


Qué vanidad imaginar
que puedo darte todo, el amor y la dicha,
itinerarios, música, juguetes.
Es cierto que es así:
todo lo mío te lo doy, es cierto,
pero todo lo mío no te basta
como a mí no me basta que me des
todo lo tuyo.



Por eso no seremos nunca
la pareja perfecta, la tarjeta postal,
si no somos capaces de aceptar
que sólo en la aritmética
el dos nace del uno más el uno.

Por ahí un papelito que
solamente dice:

Siempre fuiste mi espejo,
quiero decir que para verme tenía que mirarte.


julio cortazar - bolero

Snàporaz
13-10-2009, 19:24
τι είναι αυτό, εσύ αποπάνε; πολύ μαρέσει.



http://i272.photobucket.com/albums/jj178/oldschooliscool/Kharms.jpg


Δανιήλ Χάρμς(1905-1942) εκπρόσωπος της (περίφημης) ρώσικης αβανγκάρντ, θεωρείται καρακάλτ συγγραφέας της λογοτεχνίας του παραλόγου και του μαύρου χιούμορ. Στη διάρκεια της ζωής του έγινε γνωστός κυρίως με τα βιβλία του για παιδιά. Το υπόλοιπο έργο του παρέμεινε -μέχρι το 1980- σε διάφορα αρχεία φίλων του. Γνωστός για τις αντι-σταλινικές του απόψεις, δημιούργησε μαζί με τον συνοδοιπόρο Alexander Vvedensky την καλλιτεχνική ομάδα OBERIU [Ένωση Πραγματικής Τέχνης] οι δημόσιες εκδηλώσεις της οποίας χαρακτηρίστηκαν από τον τότε Τύπο ως «καλλιτεχνικός χουλιγκανισμός». Σταδιακά άρχισαν να τον κατατρέχουν ώσπου και που του απαγόρευσαν κάθε δημοσίευση. Παρόλα αυτά, δεν έπαψε να γράφει. Ο τρόπος γραφής του κυμαίνεται μεταξύ πρόζας και ποίησης, ο ίδιος, παραξενιάρης τύπος(κυκλοφορούσε στους δρόμους της Πετρούπολης με παντελόνι γκολφ και γκέτες) προσπαθώντας να δημιουργήσει νέες ποιητικές σημασίες αποκλειστικά μέσω των ήχων κατάφερε ένα χαρακτηριστικό αντισυμβατικό ύφος με διαρκείς επαναλήψεις, χρονική ανακολουθία....Τα κείμενα, ενώ ξεκινούν μάλλον λογικά, παίρνουν εξωφρενικές διαστάσεις, οι οποίες οφείλονται στην προσπάθεια των ηρώων να εφαρμόσουν με αυστηρό τρόπο την τυπική λογική στην καθημερινή ζωή τους. Ο Χάρμς πέθανε από την πείνα το 1942 στην ψυχιατρική πτέρυγα των φυλακών Κρεστύ του Λένινγκραντ.



Falling old ladies

Because of her excessive curiosity, an old lady fell out of the window and smashed into the ground.

Another old lady looked out of the window, staring down at the one who was smashed, but out of her excessive curiosity she also fell out of the window and smashed into the ground.

Then the third old lady fell out of the window, then the fourth did, then the fifth.

When the sixth old lady fell out of the window, I got bored watching them and went to Maltsev market where, they say, someone gave a woven shawl to a blind.



Στην Ελλάδα πρόσφατα μεταφράστηκε η μοναδική συλλογή κειμένων επιλεγμένη απο τον ίδιο τον συγγραφέα "Περιστατικά" εκδόσεις Νεφέλη.

Συμβάντα

Μια μέρα ο Ορλώφ καταβρόχθισε έναν σωρό πουρέ από μπιζέλια και πέθανε. Κι ο Κρυλώφ, όταν το έμαθε, πέθανε κι αυτός. Κι ο Σπυριδώνοφ πέθανε μαζί τους. Κι η γυναίκα τού Σπυριδώνοφ έπεσε από τον μπουφέ και πέθανε επίσης. Και τα παιδιά του Σπυριδώνοφ πνιγήκανε στη λιμνούλα. Κι η γιαγιά του Σπυριδώνοφ άρπαξε το μπουκάλι και πήρε τους δρόμους. Κι ο Μιχαήλοβιτς σταμάτησε να χτενίζεται και τον έφαγαν οι ψείρες˙ πάει. Κι ο Γκρούγλοφ ζωγράφισε μια γυναίκα με μαστίγιο στο χέρι και παλάβωσε. Κι ο Περεχρέστοφ πήρε τετρακόσια ρούβλια με τον τηλέγραφο, και πήραν τα μυαλά του αέρα και τον διώξανε με τις κλωτσιές από την δουλειά.

Ηταν καλοί άνθρωποι όλοι, μα δεν πατούσαν τα πόδια τους γερά στη γη.

metamelia3
13-10-2009, 20:11
α, ενας καλοδεχούμενος γιούζερ! γεια σου καλοδεχούμενε γιούζερ! θελουμε κι αλλο ρουσκικο αβανγκαρντ.

run4rum
14-10-2009, 02:28
They went downstairs, and, two and two, as they had been told off in strict precedence, mounted the carriages.
The hearse started at a foot's pace; the carriages moved slowly after. In the first went old Jolyon with Nicholas; in the second, the twins, Swithin and James; in the third, Roger and young Roger; Soames, young Nicholas, George, and Bosinney followed in the fourth. Each of the other carriages, eight in all, held three or four of the family; behind them came the doctor's brougham; then, at a decent interval, cabs containing family clerks and servants; and at the very end, one containing nobody at all, but bringing the total cortege up to the number of thirteen. [...]

"The poor foreign dey-vil that made it," went on Swithin, "asked me five hundred—I gave him four. It's worth eight. Looked half-starved, poor dey-vil!" "Ah!" chimed in Nicholas suddenly, "poor, seedy-lookin' chaps, these artists; it's a wonder to me how they live. Now, there's young Flageoletti, that Fanny and the girls are always hav'in' in, to play the fiddle; if he makes a hundred a year it's as much as ever he does!" James shook his head. "Ah!" he said, "I don't know how they live!" [...]

Soft as a tom-cat, he crossed the room to press the bell. His orders were 'dinner at seven.' What if his master were asleep; he would soon have him out of that; there was the night to sleep in! He had himself to think of, for he was due at his Club at half-past eight! [...]

"Certainly," replied young Jolyon. "The great majority of architects, painters, or writers have no principles, like any other Forsytes. Art, literature, religion, survive by virtue of the few cranks who really believe in such things, and the many Forsytes who make a commercial use of them. At a low estimate, three-fourths of our Royal Academicians are Forsytes, seven-eighths of our novelists, a large proportion of the press. Of science I can't speak; they are magnificently represented in religion; in the House of Commons perhaps more numerous than anywhere; the aristocracy speaks for itself. But I'm not laughing. It is dangerous to go against the majority and what a majority!" He fixed his eyes on Bosinney: "It's dangerous to let anything carry you away—a house, a picture, a—woman!"
They looked at each other.—And, as though he had done that which no Forsyte did—given himself away, young Jolyon drew into his shell. Bosinney broke the silence.
"Why do you take your own people as the type?" said he.
"My people," replied young Jolyon, "are not very extreme, and they have their own private peculiarities, like every other family, but they possess in a remarkable degree those two qualities which are the real tests of a Forsyte—the power of never being able to give yourself up to anything soul and body, and the 'sense of property'." [...]

He woke at half-past two, an hour which long experience had taught him brings panic intensity to all awkward thoughts. Experience had also taught him that a further waking at the proper hour of eight showed the folly of such panic. On this particular morning the thought which gathered rapid momentum was that if he became ill, at his age not improbable, he would not see her. From this it was but a step to realisation that he would be cut off, too, when his son and June returned from Spain. How could he justify desire for the company of one who had stolen—early morning does not mince words—June's lover? That lover was dead; but June was a stubborn little thing; warm-hearted, but stubborn as wood, and—quite true—not one who forgot! By the middle of next month they would be back. He had barely five weeks left to enjoy the new interest which had come into what remained of his life. Darkness showed up to him absurdly clear the nature of his feeling. Admiration for beauty—a craving to see that which delighted his eyes. [...]

Beside him, on a low stool, stood a half-finished glass of negus, bedewed with beads of heat. There he had been sitting, with intervals for meals, all day. At eighty-eight he was still organically sound, but suffering terribly from the thought that no one ever told him anything. [...]

Yes, Mrs. Heron was at home!
The effect of a settled if very modest income was at once apparent to him remembering the threadbare refinement in that tiny flat eight years ago when he announced her good fortune. Everything was now fresh, dainty, and smelled of flowers. [...]

And Val was unconsciously forming himself on a set whose motto was: 'We defy you to interest or excite us. We have had every sensation, or if we haven't, we pretend we have. We are so exhausted with living that no hours are too small for us. We will lose our shirts with equanimity. We have flown fast and are past everything. All is cigarette smoke. Bismillah!' Competitive spirit, bone-deep in the English, was obliging those two young Forsytes to have ideals; and at the close of a century ideals are mixed. The aristocracy had already in the main adopted the 'jumping-Jesus' principle; though here and there one like Crum—who was an 'honourable'—stood starkly languid for that gambler's Nirvana which had been the summum bonum of the old 'dandies' and of 'the mashers' in the eighties. And round Crum were still gathered a forlorn hope of blue-bloods with a plutocratic following. [...]

Slight in build—for of all the Forsytes only old Swithin and George were beefy—Jolly was rowing 'Two' in a trial eight. He looked very earnest and strenuous. With pride Jolyon thought him the best-looking boy of the lot; Holly, as became a sister, was more struck by one or two of the others, but would not have said so for the world. The river was bright that afternoon, the meadows lush, the trees still beautiful with colour. Distinguished peace clung around the old city; Jolyon promised himself a day's sketching if the weather held. The Eight passed a second time, spurting home along the Barges—Jolly's face was very set, so as not to show that he was blown. They returned across the river and waited for him.
http://www.gutenberg.org/files/4397/4397-h/4397-h.htm

tamagothi
16-10-2009, 15:54
In Goya’s greatest scenes we seem to see
the people of the world
exactly at the moment when
they first attained the title of
‘suffering humanity’
They writhe upon the page
in a veritable rage
of adversity
Heaped up
groaning with babies and bayonets
under cement skies
in an abstract landscape of blasted trees
bent statues bats wings and beaks
slippery gibbets
cadavers and carnivorous cocks
and all the final hollering monsters
of the
‘imagination of disaster’
they are so bloody real
it is as if they really still existed

And they do

Only the landscape is changed

They still are ranged along the roads
plagued by legionnaires
false windmills and demented roosters
They are the same people
only further from home
on freeways fifty lanes wide
on a concrete continent
spaced with bland billboards
illustrating imbecile illusions of happiness


The scene shows fewer tumbrils
but more strung-out citizens
in painted cars
and they have strange license plates
and engines
that devour America

- Lawrence Ferlinghetti
(δώσε ρε Snàporaz)

run4rum
17-10-2009, 00:04
http://www.poetryfoundation.org/archive/poem.html?id=179381

ODE


Prête-moi ton grand bruit, ta grande allure si douce,
Ton glissement nocturne à travers l’Europe illuminée,
Ô train de luxe ! et l’angoissante musique
Qui bruit le long de tes couloirs de cuir doré,
Tandis que derrière les portes laquées, aux loquets de cuivre lourd,
Dorment les millionnaires.
Je parcours en chantonnant tes couloirs
Et je suis ta course vers Vienne et Budapesth,
Mêlant ma voix à tes cent mille voix,
Ô Harmonika-Zug !

J’ai senti pour la première fois toute la douceur de vivre,
Dans une cabine du Nord-Express, entre Wirballen et Pskow.
On glissait à travers des prairies où des bergers,
Au pied de groupes de grands arbres pareils à des collines,
Étaient vêtus de peaux de moutons crues et sales…
(Huit heures du matin en automne, et la belle cantatrice
Aux yeux violets chantait dans la cabine à côté.)
Et vous, grandes places à travers lesquelles j’ai vu passer la Sibérie et les monts du Samnium,
La Castille âpre et sans fleurs, et la mer de Marmara sous une pluie tiède !

Prêtez-moi, ô Orient-Express, Sud-Brenner-Bahn , prêtez-moi
Vos miraculeux bruits sourds et
Vos vibrantes voix de chanterelle ;
Prêtez-moi la respiration légère et facile
Des locomotives hautes et minces, aux mouvements
Si aisés, les locomotives des rapides,
Précédant sans effort quatre wagons jaunes à lettres d’or
Dans les solitudes montagnardes de la Serbie,
Et, plus loin, à travers la Bulgarie pleine de roses…

Ah ! il faut que ces bruits et que ce mouvement
Entrent dans mes poèmes et disent
Pour moi ma vie indicible, ma vie
D’enfant qui ne veut rien savoir, sinon
Espérer éternellement des choses vagues.

Valery Larbaud, Les Poésies d'A.O. Barnabooth, 1913


Lend me your great sound, your great and gentle motion,
Your nighttime glide across illuminated Europe,
O deluxe train! and the heartbreaking music
Sounding along your gilt leather corridors,
While behind lacquered doors with latches of heavy brass
Sleep the millionaires.
I go humming down your corridors
And I follow your run to Vienna and Budapest,
Mixing my voice with your hundred thousand voices,
O Harmonika-Zug!

For the first time I felt all the sweetness of living
In a Northern Express compartment, between Wirballen and Pskov.
We slipped across meadows where shepherds
Under clumps of big trees that looked like hills
Were dressed in uncured, dirty sheepskins . . . .
(Eight o’clock of an autumn morning, and the beautiful soprano
With violet eyes was singing in the next compartment.)
And you, big windows through which I’ve seen Siberia and the peaks of Samnium go by,
Harsh Castile where no flowers grow, and the sea of Marmara under a tepid rain!

Lend me, O Orient Express, South-Brenner-Bahn, lend me
Your miraculous and muffled sounds and
Your vibrant trilling voices,
Lend me the light and easy breathing
Of tall slim locomotives, with motions
So free, express locomotives,
Effortlessly leading four yellow cars lettered in gold
Into the mountainous solitudes of Serbia,
And further, across a Bulgaria full of roses . . . .

Ah! these sounds and this motion
Must enter my poems and say
For me the unsayable in my life,
My stubborn childish life that moves only
Toward an eternal aspiration for vague things.

run4rum
17-10-2009, 02:40
http://www.alligatorzine.be/pages/051/zine54.html

Παρακμιακό Εργαλείο
17-10-2009, 17:58
During times of universal deceit, telling the truth becomes a revolutionary act.
George Orwell

run4rum
23-10-2009, 18:25
μάλιστα. και σ'αυτήν http://www.imdb.com/title/tt0113952// απαγγέλεται αυτό
http://www.litscape.com/author/Henry_Wadsworth_Longfellow/The_Day_Is_Done.html
και σ' αυτήν (http://www.imdb.com/title/tt0109297/) απόσπασμα από αυτό (http://oldpoetry.com/opoem/4413-Henry-Wadsworth-Longfellow-Voices-Of-The-Night---A-Psalm-Of-Life)

antimusic
23-10-2009, 20:08
I stared across the pool table at Bubba as some heathen chose a Smiths song on the jukebox. I hate the Smiths. I’d rather be tied to a chair and forced to listen to a medley of Suzanne Vega and Natalie Merchant songs while performance artists hammered nails through their genitalia in front of me than listen to thirty seconds of Morrissey and the Smiths whine their art-school angst about how they are human and need to be loved. Maybe I’m a cynic, but if you want to be loved, stop whining about it and you just might get laid, which could be a promising first step.

Bubba turned his head back toward the bar and shouted, “What pussy played this shit?”

“Bubba,” I said.

He held up a finger. “One sec.” He turned back toward the bar. “Who played this song. Huh?”

“Bubba,” the bartender said, “now calm down.”

“I just want to know who played this song.”

Gigi Varon, a thirty-year-old alkie who looked a shriveled forty-five, raised her meek hand from the corner of the bar. “I didn’t know, Mr. Rogowski. I’m sorry. I’ll pull the plug.”

“Oh, Gigi!” Bubba gave her a big wave. “Hi! No, never mind.”

“I will, really.”

“No, no, hon.” Bubba shook his head. “Paulie, give Gigi two drinks on me.”

“Thank you, Mr. Rogowski.”

“No problem. Morrissey sucks, though, Gigi. Really. Ask Patrick. Ask anyone.”

“Yeah, Morrissey sucks,” one of the old guys said, and then several other patrons followed suit.

“I put the Amazing Royal Crowns in next,” Gigi said.

I’d turned Bubba on to the Amazing Royal Crowns a few months back, and now they were his favorite band.

Bubba spread his arms wide. “Paulie, make it three drinks.”

ξανά.

run4rum
24-10-2009, 02:38
http://www.joeydevilla.com/2008/03/16/archie-comics-meet-pulps-common-people/

metamelia3
25-10-2009, 19:32
και να γιατι αξιζει κανεις να διαβασει εκδοσεις λιακοπουλου:

Pierre Pozinault
Συμμαθητής στη Στρατιωτική Σχολή του Βελγίου
Γιος Τραπεζικού


Ό πατέρας μου χάρηκε πολύ όταν έμαθε ότι ο Καραθεοδωρής ήταν συμμαθητής μου. Γνώριζε τον πατέρα του Στέφανο Καραθεοδωρή από το 1875 ως Πρέσβη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και ήταν ένθερμος θαυμαστής της οικογένειας.

Τον Κωνσταντίνο τον γνώριζε από μικρό παιδί, όμως γι'αυτόν γνώρισε αρκετά τότε που βραβεύτηκε στους Διαγωνισμούς Μαθηματικών 'Concours Generaux'. 'Τέτοια μυαλά χρειαζόμαστε στην Τράπεζα μας', μου είχε πει...'
...

Brazen_Bull
25-10-2009, 19:58
Κι επειδη μας αρεσουν οι κλασικουρες, οριστε

Ήσυχα, καθαρά, κοιτάζω τον κόσμο και λέω: Όλα τούτα που
θωρώ, γρικώ, γεύουμαι, οσφραίνουμαι κι αγγίζω είναι
πλάσματα του νου μου.
Ο ήλιος ανεβαίνει, κατεβαίνει μέσα στο κρανίο μου. Στο ένα
μελίγγι μου ανατέλνει ο ήλιος, στο άλλο βασιλεύει ο ήλιος.
Τ' άστρα λάμπουν μέσα στο μυαλό μου, οι Ιδέες, οι άνθρωποι
και τα ζώα βόσκουν μέσα στο λιγόχρονο κεφάλι μου,
τραγούδια και κλάματα γιομώνουν τα στρουφιχτά κοχύλια των
αυτιών μου και τρικυμίζουν μια στιγμή τον αγέρα'
σβήνει το μυαλό μου, κι όλα, ουρανός και γης, αφανίζουνται.
«Εγώ μονάχα υπάρχω!» φωνάζει ο νους.
«Μέσα στα κατώγια μου, οι πέντε μου ανυφάντρες δουλεύουν,
υφαίνουν και ξυφαίνουν τον καιρό και τον τόπο, τη χαρά και
τη θλίψη, την ύλη και το πνέμα.
»Όλα ρέουν τρογύρα μου σαν ποταμός, χορεύουν,
στροβιλίζουνται, τα πρόσωπα κατρακυλούν σαν το νερό, το
χάος μουγκρίζει.

http://www.freehellenes.org/keimena/askhtikh/askhtikh.html

Παρακμιακό Εργαλείο
29-10-2009, 15:56
"We are all born mad. Some remain so."
- Samuel Beckett, Waiting for Godot

Snàporaz
07-11-2009, 21:49
«Χάριν αξιοπρεπείας ο Ιβάν Γιακόβλεβιτς έβαλε μια ρόμπα πάνω από την πουκαμίσα του, κάθισε στο τραπέζι, έβαλε λίγο αλάτι, καθάρισε δυο κρεμμύδια, πήρε ένα μαχαίρι και με εξαιρετικά σοβαρό ύφος άρχισε να κόβει το καρβέλι. Κόβοντάς το στη μέση κοίταξε μέσα και προς μεγάλη του έκπληξη είδε κάτι άσπρο. Το έβγαλε προσεκτικά με το μαχαίρι του και το πάτησε με το δάκτυλό του. "Είναι σκληρό..." σκέφτηκε, "τι στο καλό μπορεί να είναι;"

Το πίεσε με τα δάκτυλά του και το έβγαλε -μια μύτη!... Στη θέα της τα χέρια του κρεμάστηκαν, ύστερα έτριψε τα μάτια του και ξανακοίταξε το αντικείμενο: ναι, μια μύτη, δεν υπήρχε καμιά αμφιβολία, και μάλιστα του φαινόταν σαν να την ήξερε. Μια έκφραση φρίκης απλώθηκε στο πρόσωπο του Ιβάν Γιακόβλεβιτς. Όμως αυτή η φρίκη δεν ήταν τίποτα σε σύγκριση με την αγανάκτηση που κατέλαβε την κυρία σύζυγό του.

"Από πού έκοψες αυτή τη μύτη, χασάπη;" έσκουξε, κιτρινίζοντας από την οργή της. "Ρεμπεσκέ! Μπεκρούλιακα! Εγώ η ίδια θα το αναφέρω στην αστυνομία. Εγκληματία με δίπλωμα! Κιόλας τρεις άνθρωποι μού 'χουν πει ότι τους τράβηξες τόσο δυνατά τις μύτες ενώ τους ξύριζες, ώστε είναι θαύμα που αυτές είναι ακόμα στη θέση τους."»

Το 2009, με απόφαση της UNESCO και αφορμή τα 200 χρόνια από τη γέννηση του Γκόγκολ, ανακηρύχτηκε Έτος Γκόγκολ. H Κεντρική Δημοτική Βιβλιοθήκη (http://www.thessaloniki.gr/portal/page/portal/DioikitikesYpiresies/PolitistikesYpiresies/DnsiBibliothikwn/TmimaKentrikisBibliothikis) διοργανώνει αφιέρωμα στον Νικολάι Γκόγκολ την Παρασκευή 13 Νοεμβρίου 2009 και ώρα 19:00.

Το 2009, με απόφαση της UNESCO και αφορμή τα 200 χρόνια από τη γέννηση του Γκόγκολ, ανακηρύχτηκε Έτος Γκόγκολ και στην έδρα αυτής της οργάνωσης στο Παρίσι οργανώνονται μεγάλες διεθνείς εκδηλώσεις. Στις εκδηλώσεις αυτές συμμετέχουν ενεργά η Ρωσία και η Ουκρανία. Σ’ αυτές τις χώρες, το ιωβηλαίο του Γκόγκολ τιμάται σε κρατικό επίπεδο, κάτι που είναι κατανοητό: ο συγγραφέας, που γεννήθηκε στην Ουκρανία, είχε συνδέσει την ζωή και το δημιουργικό του έργο με τη Ρωσία.
Πέρα από τα σύνορα του σλαβικού κόσμου η εξουσία του Νικολάι Γκόγκολ εκτείνεται σε όλη την ανθρωπότητα». Το δίκιο αυτής της σκέψης είναι αισθητό ιδιαίτερα σήμερα, που ο κόσμος τιμά το 200ο ιωβηλαίο από τη γέννηση του κλασικού εκπροσώπου της ρωσικής λογοτεχνίας Νικολάι Γκόγκολ. Με αφορμή το γεγονός αυτό η Κεντρική Δημοτική Βιβλιοθήκη διοργανώνει αφιέρωμα στο Νικολάι Γκόγκολ με τίτλο:

Νικολάι Γκόγκολ (1809-1852) 200 χρόνια από τη γέννησή του

την Παρασκευή 13 Νοεμβρίου 2009 και ώρα 19:00.


Για τη ζωή και το έργο του Ν. Γκόγκολ θα μιλήσει η κ. Ελένη Οικονόμου, λέκτορας στο Α.Π.Θ.

Στην οργάνωση της εκδήλωσης συνεργάστηκαν η Αικατερίνη Πάπου, Πρόεδρος του Ομίλου Καθηγητών Ρωσικής Γλώσσας και Λογοτεχνίας και η Όλγα Ανδρεάδου, Καθηγήτρια Ρωσικής Γλώσσας και Φιλολογίας.

Απαγγελία κειμένων στην ελληνική γλώσσα: Ελένη Αποστόλου, Καθηγήτρια Ρωσικής Γλώσσας και Φιλολογίας

Απαγγελία κειμένων στη ρωσική γλώσσα: Κατερίνα Νικιτένκο, Γλωσσολόγος, Καθηγήτρια Αγγλικής, Γαλλικής και Ρωσικής Γλώσσας.

Στο πιάνο συνοδεύει η Ναταλία Βολόντινα.

run4rum
09-11-2009, 03:02
Τοῦ λύχνου μου τὸ λάδι σώθηκε,
καὶ ξαγρυπνῶ. Τί νύχτα! Ἄστρο κανένα,
στὴν ἄκρη ἀπ᾿ τὸ κρεβάτι μου ἕνα φάντασμα
κι ἀπάνω μου δυὸ μάτια καρφωμένα.

Ὁ κόσμος δὲν ὑπάρχει. Ἀπὸ τῆς ἄβυσσος
ῥουφήχτηκε τὰ στόματα. Σκοτάδι
Μόνο δυὸ μάτια ὑπάρχουνε στ᾿ ἀνύπαρχτα,
δυὸ μάτια μοναχὰ γιομίζουν τ᾿ ἄδεια.

Μόνο δυὸ μάτια στὰ σκοτάδια φέγγουνε.
Ὅλα κοιμοῦνται, χάνονται, ὅλα σβοῦνε,
μόνο δυὸ μάτια μὲ κοιτάζουν ἄγρυπνα,
δὲν κλείνουνε· ποτὲ δὲ θὰ κλειστοῦνε.

tamagothi
09-11-2009, 21:59
http://i4.photobucket.com/albums/y106/earthling_on_fire/mpar1.jpg
http://i4.photobucket.com/albums/y106/earthling_on_fire/mpar2.jpg
http://i4.photobucket.com/albums/y106/earthling_on_fire/mpar3.jpg

William Burroughs - The Ticket That Exploded

metamelia3
18-11-2009, 03:14
το παρακάτω το έγραψε ένα παιδάκι απ'την Νάπολι



ΘΕΜΑ ΕΚΘΕΣΗΣ: ΠΟΙΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΟΛΛΕΣ ΠΑΡΑΒΟΛΕΣ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΠΡΟΤΙΜΑΤΕ;



Εγό προτιμάο το τέλος του κόσμου, γιατί δε φοβόμαι, επειδή θα είμαι πεθαμένος από ένα αιώνα κιό­λας.

Ο θεός θα ξεχωρίσει τις κατσίκες από τους βο­σκούς, ένας δεξιά και ένας αριστερό, στη μέση αυτοί που θα πάνε στο Καθαρτήριο.

Θα είναι πάνω από χίλια δισεκατομμύρια, περισσό­τεροι και από τους Κινέζους, ανάμεσα σε κατσίκες, βοσκούς και αγελάδες. Αλλά ο Θεός θα έχει τρεις πόρτες. Μια πάρα πολύ μεγάλη (που είναι η Κόλαση), μια μεσαία (που είναι το Καθαρτήριο) και μια πάρα πο­λύ στενή (που είναι ο Παράδεισος). Μετά ο Θεός θα πει: -Βγάλτε το σκασμό όλοι! και μετά θα τους χωρί­σει: Ένας από δω και τον άλλο από κει. Μερικοί που θέλουνε να κάνουνε τους πονηρούς θέλουνε να πάνε από δω, αλλά ο Θεός τους βλέπει. Οι κατσίκες θα πού­νε ότι δεν έχουνε κάνει τίποτα, αλλά λένε ψέματα. Ο κόσμος θα σκάσει, τα άστρα θα σκάσουν, το Αρζάνο θα γlνει χίλια κομματάκια. Ο δήμαρχος του Αρζάνο και ο δημοτικός σύμβουλος θα πάνε ανάμεσα στις κατσίκες. θα υπάρχει μεγάλο μπέρδεμα, ο Αρης θα σκάσει, οι ψυχές θα πάνε και θα γυρίσουνε από τη γη για να πά­ρουνε τα κορμιά, ο δήμαρχος του Αρζάνο και ο δημοτικός σύμβουλος θα πάνε ανάμεσα στις κατσίκες. Οι καλοί θα γελάνε και οι κακοί θα κλαίνε, εκείνοι από το καθαρτήριο λίγο θα γελάνε και λίγο θα κλαίνε. Τα αβάφτιστα μωρά θα γίνουνε πεταλούδες.

Εγώ ελπίζω να τη βολέψω.

άνετα ότι καλύτερο έχω διαβάσει τον τελευταίο καιρό.

run4rum
18-11-2009, 20:50
http://it.wikisource.org/wiki/Canti_%28Leopardi%29/La_ginestra,_o_il_fiore_del_deserto
http://www.gutenberg.org/files/19315/19315-h/19315-h.htm#page152

LokiTricksterGod
20-11-2009, 18:52
They walked into the little clearing, the boy clutching his hand. They'd taken everything with them except whatever black thing was skewered over the coals. He was standing there checking the perimeter when the boy turned and buried his face against him. He looked quickly to see what had happened. What is it? he said. What is it? The boy shook his head. Oh Papa, he said. He turned and looked again. What the boy had seen was a charred human infant headless and gutted and blackening on the spit. He bent and picked the boy up and started for the road with him, holding him close. I'm sorry, he whispered. I'm sorry.

Weiss
22-11-2009, 20:34
:thumbsup: χίλιες φορές

LokiTricksterGod
25-11-2009, 16:03
in spite of everything
which breathes and moves,since Doom
(with white longest hands
neatening each crease)
will smooth entirely our minds

-before leaving my room
i turn,and(stooping
through the morning)kiss
this pillow,dear
where our heads lived and were.

κάμμινγκς.

tamagothi
25-11-2009, 17:45
nobody loses all the time

i had an uncle named
Sol who was a born failure and
nearly everybody said he should have gone
into vaudeville perhaps because my Uncle Sol could
sing McCann He Was A Diver on Xmas Eve like Hell Itself which
may or may not account for the fact that my Uncle

Sol indulged in that possibly most inexcusable
of all to use a highfalootin phrase
luxuries that is or to
wit farming and be
it needlessly
added

my Uncle Sol’s farm
failed because the chickens
ate the vegetables so
my Uncle Sol had a
chicken farm till the
skunks ate the chickens when

my Uncle Sol
had a skunk farm but
the skunks caught cold and
died and so
my Uncle Sol imitated the
skunks in a subtle manner

or by drowning himself in the watertank
but somebody who’d given my Uncle Sol a Victor
Victrola and records while he lived presented to
him upon the auspicious occasion of his decease a
scrumptious not to mention splendiferous funeral with
tall boys in black gloves and flowers and everything and

i remember we all cried like the Missouri
when my Uncle Sol’s coffin lurched because
somebody pressed a button
(and down went
my uncle
Sol

and started a worm farm)

- ομοίως

Kingdom Gone
27-11-2009, 01:50
"Να γιατί οι άνθρωποι προσέχουν το ηλιοβασίλεμα περισσότερο από την ανατολή του ήλιου. Η αυγή αποτελεί μια ένδειξη πρόσθετη στις ενδείξεις του θερμομέτρου, του βαρομέτρου και -για τους λιγότερο πολιτισμένους- των φάσεων της σελήνης, του πετάγματος των πουλιών ή των παλιρροϊκών ρευμάτων. Ενώ το ηλιοβασίλεμα τους εμπνέει γιατί μεταβάλλει σε μυστηριώδεις σχηματισμούς τις περιπέτειες του ανέμου, του κρύου, της ζέστης ή της βροχής, μέσα στις οποίες παραδέρνει το σώμα τους. Έπειτα οι αμυδρά διαγραφόμενοι αστερισμοί ανταποκρίνονται γι’ αυτούς, σε κάποια θρησκευτικά πιστεύω. Όταν ο ουρανός αρχίζει να φωτίζεται από το φέγγος του δειλινού (όπως σε μερικά θέατρα οι απότομοι φωτισμοί της ράμπας αναγγέλουν, αντί για τα τρία συνηθισμένα κτυπήματα, την έναρξη του έργου) ο χωρικός που περπατάει στο μονοπάτι στέκεται για λίγο, ο ψαράς συγκρατεί τη βάρκα του και ο άγριος, που κάθεται κοντά σε μια φωτιά που τρεμοσβήνει, χαμηλώνει το βλέμμα. Η θύμηση είναι μεγάλη ηδονή για τον άνθρωπο, αλλά μόνο όταν συνοδεύεται από τη μνήμη εκείνη που δεν αναπαράγει τα γεγονότα με την ακρίβεια που έγιναν, γιατί στους ανθρώπους αρέσει να θυμούνται τα περασμένα, λίγοι όμως θα δέχονταν να τα ξαναζήσουν με όλους τους κόπους και τους πόνους. Η ανάμνηση είναι η ίδια η ζωή αλλά με μια άλλη ποιότητα. Γι' αυτό όταν ο ήλιος γέρνει προς τη στιλπνή και ήρεμη επιφάνεια της θάλασσας, όμοιος με τον οβολό ενός ουράνιου φιλάργυρου, ή όταν ο δίσκος του τέμνει την κορυφή των βουνών σαν ένα σκληρό φύλλο με πριονωτές άκρες, ο άνθρωπος έχει, μέσα σε μια σύντομη φαντασμαγορία, την εξαιρετική αποκάλυψη6 των αδιαφανών δυνάμεων, των νεφών και των αστραπών των οποίων στο βάθος του εαυτού του και σε όλη τη διάρκεια της ημέρας, είχε αόριστα διακρίνει τις σκοτεινές συγκρούσεις."

κλεμμένο (http://toportatif.blogspot.com/2009/11/levi.html)

Figure
29-11-2009, 07:21
σε ένα μικρό σπιτάκι, κοντά στο δάσος, ζούσε μια φορά κι' έναν καιρό μια γυναίκα με το κοριτσάκι της. Ήταν ένα ξανθό και όμορφο κοριτσάκι κι' επειδή της άρεσε να φοράει πάντα μια κόκκινη σκούφια, της είχαν δώσει το όνομα Κοκκινοσκουφίτσα.

ΑδελφΟΙ Γκριμ- η κοκκινοσκουφίτσα

Παρακμιακό Εργαλείο
04-12-2009, 02:28
"Last of all Húrin stood alone. Then he cast aside his shield, and wielded an axe two-handed; and it is sung that the axe smoked in the black blood of the troll-guard of Gothmog until it withered, and each time that he slew Húrin cried 'Aurë entuluva! Day shall come again!' Seventy times he uttered that cry; but they took him at last alive..."

from The Silmarillion

ikonoklast
04-12-2009, 19:07
:moutza:

Mostos
04-12-2009, 19:24
παρόλο που κι εμένα με ξενίζει ο τόλκιν σε ένα τέτοιο θρεντ πρεπει να ομολογήσω οτι η σκηνή της δημιουργίας του κόσμου στο σιλμαρίλιον είναι εφάμιλλη της σκηνής που περιγράφεται ο παγος στο 100 χρόνια μοναξιάς.

Παρακμιακό Εργαλείο
06-12-2009, 15:21
Ο ikonoklast όλο με πληγώνει. Αλλά ντάξει, μετά μου περνάει. :P

fandango
08-12-2009, 00:18
το θέμα είναι τ ώ ρ α τι λες
Καλά φάγαμε καλά ήπιαμε
Καλά τη φέραμε τη ζωή μας ως εδώ
Μικροζημιές και μικροκέρδη συμψηφίζοντας

το θέμα είναι τ ώ ρ α τι λες

Amnesiac.
08-12-2009, 14:30
Από το "A long way down"

I’d spent the previous couple of months looking up suicide inquests on the Internet, just out of curiosity. And nearly every single time, the coroner says the same thing: “He took his own life while the balance of his mind was disturbed.” And then you read the story about the poor bastard: His wife was sleeping with his best friend, he’d lost his job, his daughter had been killed in a road accident some months before . . . Hello, Mr. Coroner? Anyone at home? I’m sorry, but there’s no disturbed mental balance here, my friend. I’d say he got it just right. Bad thing upon bad thing upon bad thing until you can’t take any more, and then it’s off to the nearest multistory car park in the family hatchback with a length of rubber tubing. Surely that’s fair enough? Surely the coroner’s report should read, “He took his own life after sober and careful contemplation of the fucking shambles it had become.”
Not once did I read a newspaper report that convinced me that the deceased was off the old trolley. You know: “The Manchester United forward, who was engaged to the current Miss Sweden, had recently achieved a unique Double: He is the only man ever to have won the FA Cup and an Oscar for Best Actor in the same year. The rights to his first novel had just been bought for an undisclosed sum by Steven Spielberg. He was found hanging from a beam in his stables by a member of his staff.” Now, I’ve never seen a coroner’s report like that, but if there were cases in which happy, successful, talented people took their own lives, one could safely come to the conclusion that the old balance was indeed wonky. And I’m not saying that being engaged to Miss Sweden, playing for Manchester United, and winning Oscars inoculates you against depression—I’m sure it doesn’t. I’m just saying that these things help. Look at the statistics. You’re more likely to top yourself if you’ve just gone through a divorce. Or if you’re anorexic. Or if you’re unemployed. Or if you’re a prostitute. Or if you’ve fought in a war, or if you’ve been raped, or if you’ve lost somebody . . . There are lots and lots of factors that push people over the edge; none of these factors are likely to make you feel anything but fucking miserable.

Phantom Duck
08-12-2009, 17:33
αυτό, και γενικά όλες οι ατάκες του μάρτιν. εξαιρετικό βιβλίο, πάμε να δείρουμε τα μόμολα που το κράζουν στο θρεντ του χόρνμπι.

run4rum
09-12-2009, 04:48
Τελικά, μια Τρίτη του Δεκέμβρη, την ώρα του μεσημεριανού φαγητού, έβγαλε μονοκοπανιά όλο το βάρος της αγωνίας του. Τα παιδιά θα θυμόνταν σ'όλη την υπόλοιπη ζωή τους τη μεγαλόπρεπη σοβαρότητα του πατέρα τους, που κάθισε στο κεφάλι του τραπεζιού, τρέμοντας από τον πυρετό, ταλαιπωρημένος από το παρατεταμένο ξενύχτι και το ξάναμμα της φαντασίας του, και τους αποκάλυψε την ανακάλυψή του:
"H γη είναι ολοστρόγγυλη σαν πορτοκάλι".
Η Ούρσουλα έχασε την υπομονή της. "Αν πρέπει να τρελαθείς οπωσδήποτε, τότε να τρελαθείς μόνος σου", του φώναξε. "Αλλά μην προσπαθείς να βάλεις στο μυαλό των παιδιών τσιγγάνικες ιδέες". [...]

Κρατώντας ένα παιδί με κάθε του χέρι, για να μην τα χάσει μες στην πολυκοσμία, σκοντάφτοντας πάνω σε σαλτιμπάγκους με χρυσά δόντια και ζογκλέρ με έξι χέρια, πνιγμένος από την ανάμεικτη αποφορά κοπριάς και σανδαλόξυλου που ανάδινε το πλήθος, ο Χοσέ Αρκάδιο Μπουενδία πήγαινε σαν τρελός, αναζητώντας τον Μελκιάδες παντού, για να του αποκαλύψει τα άπειρα μυστικά αυτού του καταπληκτικού εφιάλτη. Ρώτησε διάφορους τσιγγάνους, που δεν καταλάβαιναν τη γλώσσα του. Τελικά, έφτασε στον τόπο που συνήθιζε να στήνει τη σκηνή του ο Μελκιάδες και συνάντησε έναν επιφυλακτικό Αρμένιο που διαφήμιζε, στα ισπανικά, ένα σιρόπι που θα τον έκανε αόρατο. Είχε μόλις κατεβάσει μονορούφι μια κούπα μ'ένα κεχριμπαρένιο υγρό, όταν ο Χοσέ Αρκάδιο Μπουενδία άνοιξε δρόμο με τους αγκώνες του, ανάμεσα στο απορροφημένο πλήθος που παρακολουθούσε το θέαμα, και πρόλαβε να τον ρωτήσει. Ο τσιγγάνος τον περιέβαλε με το κατάπληκτο βλέμμα του, προτού μετατραπεί σε μια κηλίδα από πίσσα που βρόμαγε και κάπνιζε κι όπου αντηχούσε ακόμα η απάντηση του: "O Μελκιάδες πέθανε". Στενοχωρημένος από την είδηση, ο Χοσέ Αρκάδιο Μπουενδία έμεινε ακίνητος, προσπαθώντας να ξεπεράσει τον πόνο του, ώσπου ο κόσμος διαλύθηκε τραβηγμένος από άλλα θεάματα κι η κηλίδα του επιφυλακτικού Αρμένιου εξατμίστηκε εντελώς. Πιο ύστερα, άλλοι τσιγγάνοι τον διαβεβαίωσαν πως πραγματικά ο Μελκιάδες είχε πεθάνει από πυρετούς στα παράλια της Σιγκαπούρης κι είχαν ρίξει το σώμα του στο πιο βαθύ σημείο της θάλασσας της Ιάβας. Τα παιδιά δεν ενδιαφέρθηκαν για το νέο. Επέμεναν να τα πάει ο πατέρας τους να γνωρίσουν το συγκλονιστικό νεοτερισμό των σοφών της Μέμφιδας, που διαφήμιζαν στην είσοδο μιας σκηνής και που, όπως λέγανε, ανήκε στο βασιλιά Σολομώντα. Επέμεναν τόσο πολύ , ώστε ο Χοσέ Αρκάδιο Μπουενδία πλήρωσε τριάντα ρεάλια και τα οδήγησε στο κέντρο της σκηνής, όπου στεκόταν ένας γίγαντας με μαλλιαρό στήθος και ξυρισμένο κεφάλι, μ'έναν μπρούτζινο χαλκά στη μύτη του και μια βαριά αλυσίδα στον αστράγαλο, και φύλαγε ένα πειρατικό σεντούκι. Μόλις ο γίγαντας άνοιξε το σεντούκι, βγήκε ένας παγωμένος αέρας. Μέσα υπήρχε μόνο ένας τεράστιος διάφανος όγκος, με αμέτρητες εσωτερικές βελόνες, όπου το φως του σούρουπου διαλυόταν σε χρωματιστά αστέρια. Σαστισμένος, γιατί ήξερε πως τα παιδία περίμεναν μιαν άμεση εξήγηση, ο Χοσέ Αρκάδιο Μπουενδία τόλμησε να μουρμουρίσει:
"To πιο μεγάλο διαμάντι του κόσμου".
"Όχι", τον διόρθωσε ο τσιγγάνος. "Είναι πάγος".
Ο Χοσέ Αρκάδιο Μπουενδία, χωρίς να καταλαβαίνει, άπλωσε το χέρι του προς το παγόβουνο, αλλά ο γίγαντας του το 'σπρωξε. "Πέντε ρεάλια ακόμα για να το πιάσεις", είπε. Ο Χοσέ Αρκάδιο Μπουενδία τα πλήρωσε και τότε έβαλε το χέρι πάνω στον πάγο και το κράτησε εκεί κάμποσα λεπτά, ενώ η καρδιά του φούσκωνε από φόβο κι ενθουσιασμό από την επαφή με το μυστήριο. Μην ξέροντας τι να πει, πλήρωσε άλλα δέκα ρεάλια για να ζήσουν κι οι γιοι του αυτή τη θαυμαστή εμπειρία. Ο μικρότερος, ο Χοσέ Αρκάδιο, αρνήθηκε να τ'αγγίξει. Αντίθετα, ο Αουερλιάνο έκανε ένα βήμα μπροστά, ακούμπησε το χέρι του και το τράβηξε αμέσως. "Ζεματάει", φώναξε τρομαγμένος. Ο πατέρας του όμως δεν του 'δωσε σημασία. Μεθυσμένος από την αποκάλυψη του θαύματος, ξέχασε εκείνη τη στιγμή την απογοήτευση απ'τα τρελά του σχέδια και το σώμα του Μελκιάδες εγκαταλειμμένο στις ορέξεις των καλαμαριών. Πλήρωσε άλλα πέντε ρεάλια και, με το χέρι ακουμπισμένο πάνω στο παγόβουνο, σαν να 'δινε κατάθεση με το χέρι πάνω στο Ευαγγέλιο, φώναξε:
"Αυτή είναι η μεγαλύτερη εφεύρεση της εποχής μας".


Gabriel García Márquez, μτφ: Kλαίτη Σωτηριάδου - Μπαράχας

warlord mkII
09-12-2009, 15:49
Θα μείνω πάντα ιδανικός κι ανάξιος εραστής
των μακρυσμένων ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων,
και θα πεθάνω μια βραδιά, σαν όλες τις βραδιές,
χωρίς να σχίσω τη θολή γραμμή των οριζόντων.

Για το Μαδράς, τη Σιγγαπούρ, τ' Αλγέρι και το Σφαξ
θ' αναχωρούν σαν πάντοτε περήφανα τα πλοία,
κι εγώ, σκυφτός σ' ένα γραφείο με χάρτες ναυτικούς,
θα κάνω αθροίσεις σε χοντρά λογιστικά βιβλία.

Θα πάψω πιά για μακρινά ταξίδια να μιλώ,
οι φίλοι θα νομίζουνε πως τα 'χω πιά ξεχάσει,
κι η μάνα μου, χαρούμενη, θα λέει σ' όποιον ρωτά :
"Ηταν μιά λόξα νεανική, μα τώρα έχει περάσει . . . "

Μα ο εαυτός μου μιά βραδιάν εμπρός μου θα υψωθεί
και λόγο, ως ένας δικαστής στυγνός, θα μου ζητήσει,
κι αυτό το ανάξιο χέρι μου που τρέμει θα οπλιστεί,
θα σημαδέψει, κι άφοβα το φταίστη θα χτυπήσει.

Κι εγώ, που τόσο επόθησα μια μέρα να ταφώ
σε κάποια θάλασσα βαθιά στις μακρινές Ινδίες,
θα 'χω ένα θάνατο κοινό και θλιβερό πολύ
και μιά κηδεία σαν των πολλών ανθρώπων τις κηδείες.

tamagothi
31-12-2009, 04:54
Dorothy Parker

1.Résumé

Razors pain you,
Rivers are damp,
Acids stain you,
And drugs cause cramp.
Guns aren't lawful,
Nooses give,
Gas smells awful.
You might as well live.

2.Thoughts for a Sunshiny Morning

It costs me never a stab nor squirm
To tread by chance upon a worm.
"Aha, my little dear," I say,
"Your clan will pay me back some day."

3. Frustration

If I had a shiny gun,
I could have a world of fun
Speeding bullets through the brains
Of the folk who give me pains;
Or had I some poison gas,
I could make the moments pass
Bumping off a number of
People whom I do not love.
But I have no lethal weapon-
Thus does Fate our pleasure step on!
So they still are quick and well
Who should be, by rights, in hell.

LokiTricksterGod
31-12-2009, 11:17
Φτάσαμε στην Eλλάδα μετά τρεις μέρες. Kατευθείαν από τον σταθμό πήγαμε στο άσυλο. Aπό τέσσερα χρόνια νοσηλευόταν εκεί η μητέρα Eυρυδίκη. Eίχε προσβληθεί από βαρειά άνοια. Tίποτε δεν καταλάβαινε κανέναν δεν αναγνώριζε. Tο στόμα της έκαμνε συνέχεια έναν ρυθμικό σπασμό προς τα μέσα. Σαν να θήλαζε ρουφούσε αχόρταγα το γάλα από έναν αόρατο μητρικό μαστό. O θάλαμος ήταν γεμάτος από ανοϊκές ηλικιωμένες γυναίκες. Όλες σιωπηλές και ακίνητες. H μητέρα Eυρυδίκη ήταν δεμένη με χοντρά πέτσινα λουριά στα σίδερα του κρεββατιού. Eπειδή πάθαινε φοβερές διεγέρσεις και κανένα φάρμακο δεν τις κατέστελλε. H Kυβέλη στάθηκε από πάνω της. Έσκυψε και την κοίταξε βαθειά στα μάτια. H μητέρα Eυρυδίκη μούγκρισε ενοχλημένη. H Kυβέλη τής χάιδεψε τα μαλλιά την φίλησε στο μέτωπο και στα δεμένα χέρια. Γύρισα να φύγω κι άκουσα πίσω μου την Kυβέλη να φωνάζει. Στράφηκα και την είδα. Mε τρόμο με πόνο κλαίοντας μού φώναξε εσένα. Eσένα τώρα ποιος θα σε συνοδεύσει; Aμέσως σώπασε κι αδιαφόρησε. Έλυσε τα μαλλιά της και ξάπλωσε δίπλα στη μάνα μας. Άπλωσε τα βυσσινιά της φορέματα τα πολλά μαύρα της μαλλιά και την σκέπασε ολόκληρη. Tις πήρε και τις δυο ο ύπνος. Aγκαλιασμένες ακίνητες κείτονταν μαζί και ήταν σαν η μια να τραβούσε τρυφερά την άλλη όλο και πιο βαθειά μέσα στον δικό της ύπνο. Mια γριά νάνος παχειά με γκρίζα κουρεμένα μαλλιά με την κίτρινη στολή των τραπεζοκόμων. Παλιά τρόφιμη που την είχαν κρατήσει να ψευτοδουλεύει στο άσυλο. Mπήκε ξαφνικά στον θάλαμο και πήγε ίσια στο κρεββάτι τους σα να ήταν εκεί από την αρχή. Tεντώθηκε και τις περιεργάσθηκε τις άγγιξε έκανε τον σταυρό της. Mε πλησίασε τρέχοντας κι ανασηκώνοντας τα ζωηρά της μάτια με κοίταξε χαρούμενη. Eίπε με χαρμόσυνη κοριτσίστικη φωνή πεθάναν.

Kingdom Gone
31-12-2009, 15:31
τιναυτό;

tamagothi
28-01-2010, 01:56
Στο γραφείο του ταχυδρομείου πήγε κατευθείαν στον προϊστάμενο:
"Περιμένω ένα επείγον γράμμα" είπε. "Αεροπορικό".
Ο προϊστάμενος έψαξε στις θυρίδες που ήταν βαλμένες με τη σειρά. Όταν τέλειωσε το διάβασμα έβαλε τα γράμματα στο αντίστοιχο ψηφίο αλλά δεν είπε τίποτα. Ξεσκόνισε τα χέρια του και γύρισε στο συνταγματάρχη μ' ένα βλέμμα γεμάτο νόημα.
"Έπρεπε το λάβω σήμερα, οπωσδήποτε" είπε ο συνταγματάρχης.
Ο προϊστάμενος ανασήκωσε τους ώμους του.
"Το μόνο που έρχεται οπωσδήποτε είναι ο θάνατος, στρατηγέ".

Η γυναίκα του τον υποδέχτηκε μ' ένα πιάτο χυλό από καλαμπόκι. Το έφαγε σιωπηλά με μεγάλες παύσεις για να σκέφτεται από κουταλιά σε κουταλιά. Καθισμένη απέναντί του, η γυναίκα κατάλαβε πως κάτι είχε αλλάξει στο σπίτι.
"Τι συμβαίνει" ρώτησε.
"Σκέφτομαι τον υπάλληλο απ' τον οποίο εξαρτάται η σύνταξη" είπε ψέματα ο συνταγματάρχης. "Σε πενήντα χρόνια θα είμαστε ήσυχοι μέσα στο χώμα κι αυτός ο καημένος θα αγωνιά κάθε Παρασκευή περιμένοντας τη σύνταξή του".
"Κακό σημάδι" είπε η γυναίκα. "Θα πει πως άρχισες να παραιτείσαι". Συνέχισε να τρώει το χυλό της. Αλλά την άλλη στιγμή κατάλαβε ότι ο άντρας της ήταν ακόμα αφηρημένος.
"Κοίτα να απολαύσεις το χυλό σου".
"Είναι πολύ καλός" είπε ο συνταγματάρχης. "Πού τον βρήκες;".
"Από τον πετεινό" απάντησε η γυναίκα. "Τα παιδιά τού έφεραν τόσο καλαμπόκι που αποφάσισα να το μοιραστούμε. Έτσι είναι η ζωή".
"Σωστά" αναστέναξε ο συνταγματάρχης. "Η ζωή είναι η καλύτερα εφεύρεση που έγινε ποτέ".

Gabriel García Márquez - Ο συνταγματάρχης δεν περιμένει γράμμα από πουθενά

LokiTricksterGod
08-02-2010, 15:04
"Μαλακισμένα. Τα πράγματα θα μπορούσαν να γίνουν πιο εύκολα" είπε ο Μπροκ κάνοντας πίσω και κουνώντας το κεφάλι του. "Εγώ ήθελα να μοιραστώ τα φράγκα μαζί σας. Αλλά πήγατε και μού 'πατε ψέμματα και τα γαμήσατε όλα. Και τώρα μάλλον σκέφτεστε: θα πάρουμε το αίμα μας πίσω απ'αυτό τον καριόλη. Θα τον γονατίσουμε τον πούστη ή θα βρούμε κάποιον άλλο που θα μπορεί να τον κάνει να φάει χώμα, κι έτσι θα πάρουμε την εκδίκηση μας." Ο Μπροκ ίσιωσε το πουκάμισο του. "Ξέρετε κάτι όμως, μαλακισμένα; Δεν μπορείτε να μου την κάτσετε. Δεν είστε άντρες για να τα βάλετε μαζί μου. Και δεν έχετε κανέναν να σας προστατέψει. Και αν ξέρατε κάποιον που νά 'ναι αρκετά δυνατός για να τα βάλει μ'εμένα, τότε αυτός είναι ή στη φυλακή ή έχει πεθάνει. Και για να λέμε τα πράγματα όπως είναι, αν υπήρχε κάποιος που να νοιάζεται για σας, δε θα 'χατε γίνει βαποράκια να στέκεστε σ'αυτή τη μίζερη γωνία όλη τη μέρα. Τι σας μένει λοιπόν; Τ'αρχίδια που δεν έχετε, μαλακισμένα."

Τζορτζ Πελεκάνος - Ο κηπουρός της νύχτας.

rat_poison
11-02-2010, 18:05
T.E. Hulme - Above the Dock

Above the quiet dock in midnight
Tangled in the tall mast's corded weight
Hangs the moon. What seemed so far away
Is but a child's baloon, forgotten after play

Κι αν μου επιτρέπετε μια χαζομετάφραση:

Πάνω απ' το ήσυχο λιμάνι το μεσονύχτι
Πλεγμένη με σχοινί σε βάρος από ψηλό κατάρτι
Κρέμεται η Σελήνη. Κι ό,τι φαινόταν πριν τόσο μακρινό
Είναι απ'το παιχνίδι ξεχασμένο, μπαλόνια παιδικό.

Mostos
12-03-2010, 02:16
Καυχιέσαι πως νίκησες το θάνατο· αλίμονό σου! έτσι νικούν το θάνατο; έκαμες παιδιά, μπουκιές για το Χάρο! μπουκιές για το Χάρο! Τί θα πεί παιδί; μπουκιά για το Χάρο! Γίνηκες ο χασάπης του και του κουβαλάς κρέατα να φάει, προδότη, λιποτάχτη, άναντρε!
"Ο τελευταίος πειρασμός"

tamagothi
26-08-2010, 19:16
Αν το καλοσκεφτείτε,
δεν είμαστε παρά θραύσματα
της πιο μοναχικής έκρηξης
στην ιστορία του σύμπαντος κόσμου,
εξήγησε η αστροφυσικός στον ποιητή.

[...]


ΧΑΜΗΛΗ ΠΤΗΣΗ

Να επιστρέψουμε στις θέσεις μας.
Να προσδεθούμε.
Να προσγειωθούμε με ασφάλεια.
Να φτάσουμε.
Να εγκατασταθούμε.

Κι αυτό εσύ το λες ταξίδι.


ΕΛΥΤΗΣ
στη Σόνια Ο’Χάρα

Είναι φορές που σκέφτομαι
πως όποιος πρόλαβε να πει
«έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη»
πρόλαβε.
Δε λέγονται τη σήμερον αυτά τα λόγια.
Κι άλλες φορές ανακαλώ
και λέω πως ίσως πρέπει
να βρεθεί απλά, κάποιος να ξαναπεί
«έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη».


- Μιράντα Παπαδοπούλου

Mostos
26-08-2010, 19:29
i like

εδιτ: κάποιος πρεπει να της πει οτι αυτό το brandname είναι πιασμένο :/

fandango
26-08-2010, 19:47
http://www.scribd.com/doc/35144630/%CE%A7%CE%A9%CE%A1%CE%99%CE%A3-%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%B7%CF%83%CE%B7-%CE%9C%CE%B9%CF%81%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%82-%CE%A0%CE%B1%CF%80%CE%B1%CE%B4%CE%BF%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%BF%CF%85

morphine
02-09-2010, 11:07
...Δεν μίλησαν άλλο. Προχώρησαν κατά του Τζελέπη, που τον ζωντάνευε η ώρα για το σαλπάρισμα των βαποριών. Ήσαν αραδιασμένα το 'να πλάι στ' άλλο, χαμηλά, γερασμένα και μαύρα: οι Γιανουλάτοι με την κόκκινη τσιμινιέρα· οι Παλιοί με την κίτρινη και το γαλάζιο μαίαντρο· οι Πανταλέοντες με τη μονόχρωμη φάβα. Ετοιμάζονταν να σαλπάρουν ολόφωτα, γεμάτα κόσμο, στεφανωμένα καπνούς. Απ' την προκυμαία ξεκολλούσαν οι φορτωμένες βάρκες, ανάμεσα στις φωνές των βαρκάρηδων και τους αποχαιρετισμούς. Ένα πλήθος ανάκατο γιόμιζε την παραλία, βιαστικό κι αργόσχολο συνάμα· κόσμος άχρωμος και πολύχρωμος, μπερδεμένος σε κίνηση ακατάστατη: ταξιδιώτες σαστισμένοι, κυνηγώντας τα μπογαλάκια τους ξοπίσω από 'να τρεχάτο λούστρο· χαμάληδες που παιδεύονταν στην ίδια διαρκώς κίνηση, σαν αυτόματα· βαρκάρηδες φωνακλάδες· διαβατικοί που πήγαιναν ποιος ξέρει πού· αργόσχολοι που χάζευαν για να περάσει η ώρα· μικρέμποροι του ποδαριού (τσιγάρα, μέντες, σοκολάτες) διαλαλώντας ενοχλητικά την πραμάτεια τους. Ο ήλιος βασιλεύοντας χρύσωνε όλο τούτο τον κόσμο. Έδινε αίγλη στα παλιοβάπορα, πλούτο στα παλιόρουχα, ομορφιά στον παλιόκοσμο· λάμπρυνε το μισοσυννεφιασμένο ουρανό· ζωογονούσε τα βρωμόνερα του λιμανιού· έδινε αρχιτεκτονικό ρυθμό στα χαμόσπιτα που σκαρφάλωναν στην καμπούρα της Πειραϊκής. Ο ήλιος της Ελλάδας, ο μεγάλος απατεώνας, που χαρίζει υπερκόσμια ομορφιά στην πιο τραχιά, την πιο άδροση, την πιο μίζερη χώρα της Ευρώπης.

LokiTricksterGod
02-09-2010, 11:17
ποιά υπερκόσμια ομορφιά; =/

---

— Fuck off! Ah pushes past um n ah pill oot the fuckin chib n ah'm ower. Then ah stoap n think; what the fuck
um ah daein here? Ah jist stand thaire. Dozo's paggerin the Clerie boy n the guy's mates clock the knife n
thir oaf doon the road. The blade did the trick! That Polmont's jist standin daein nowt. The Clerie boy's doon
and Dozo's bootin at him. Then Polmont nods at me n eh takes the chib off ays, and ah jist gie's um it, n eh
bends doon n rips the other gadge's face apart wi it. My hert jist goes bang, as ah see the boy's skin open
up and nothing for a second, then a gash and blood tearin oot ay it. Doyle looks doon at the boy. — Fuckin
Clerie wank!
The boy's hudin ehs face thegither, n eh's sayin stuff, daft stuff thit means nowt n ah'm lookin doon at um. It wis meant tae be a square-go . . . Dozo n the boy . . .
Ah jist stand rooted tae the spot as Polmont hands the blade back tae me. Ah take it, ah dinnae ken what fir.
Cause it's mine, ah suppose. Polmont looks at me and makes a face, and Dozo shakes ehs heid. They
laugh and start walkin away. A couple ay guys come over, watching me, watching the boy, the blood. Then
they're gone. One sais somethin, but ah cannae hear um. The guy's still goat ehs hands ower one side ay
his face n eh looks up and sees me wi the knife. Eh looks at me in disgust, like ah'm an animal.

SKOUPIDIA
08-09-2010, 11:32
On human rights

"Many a year I've used my nose
To smell the onion and the rose ;
Is there any proof which shows
That I've a right to that same nose?"
F.Schiller.

SKOUPIDIA
08-09-2010, 11:46
"Once upon a time, in some out of the way corner of that universe which is dispersed into numberless twinkling solar systems, there was a star upon which clever beasts invented knowing. That was the most arrogant and mendacious minute of "world history," but nevertheless, it was only a minute. After nature had drawn a few breaths, the star cooled and congealed, and the clever beasts had to die. One might invent such a fable, and yet he still would not have adequately illustrated how miserable, how shadowy and transient, how aimless and arbitrary the human intellect looks within nature."

Friedrich Nietzsche

menumission
08-09-2010, 14:18
"For I have learned
To look on nature, not as in the hour
Of thoughtless youth; but hearing oftentimes
The still, sad music of humanity,
Nor harsh nor grating, though of ample power
To chasten and subdue. And I have felt
A presence that disturbs me with the joy
Of elevated thoughts; a sense sublime
Of something far more deeply interfused,
Whose dwelling is the light of setting suns,
And the round ocean and the living air,
And the blue sky, and in the mind of man;"

http://www.blupete.com/Literature/Poetry/WordsworthTinternAbbey.htm

menumission
12-09-2010, 15:54
"Looking back through the last page or two, I see that I have made it appear as though my motives in writing were wholly public-spirited. I don't want to leave that as the final impression. All writers are vain, selfish, and lazy, and at the very bottom of their motives there lies a mystery. Writing a book is a horrible, exhausting struggle, like a long bout of some painful illness. One would never undertake such a thing if one were not driven on by some demon whom one can neither resist nor understand. For all one knows that demon is simply the same instinct that makes a baby squall for attention. And yet it is also true that one can write nothing readable unless one constantly struggles to efface one's own personality. Good prose is like a windowpane. "

http://orwell.ru/library/essays/wiw/english/e_wiw

LokiTricksterGod
12-09-2010, 16:03
-Μανάρι μου...
-Θα πεθάνω σήμερα! Θα βάλω κωλοδάχτυλο να πάω από άδηλο αναπνοή!
-ಠ_ಠ
-Γιατί; Το "Μανάρι μου" ήταν καλύτερο;

GuardianOfIvorytower
13-09-2010, 16:12
"Δεν ξέρω αν κάποτε ανανεώσουμε τον κόσμο, οφείλουμε όμως κάθε μέρα να ανανεώνουμε τον εσωτερικό μας κόσμο."

Χ. Έσσε από το Ντέμιαν

ChromeBlackFuture
13-09-2010, 21:04
θαν την τσακίσω εγώ
τη νοσταλγία σου
θα μαχαιρώσω
τη μυστική σου
χαρά
με τ' άσπρα μου
πουλιά
που ζουν
και φτερουγίζουν
μέσα
στα
μάτια σου

carheart
13-09-2010, 21:08
και θα καπνίσω
μέσα
στο μικρό δωμάτιο
που
έχεις
για σπίτι

Beyond Within
14-09-2010, 00:23
"Δεν ξέρω αν κάποτε ανανεώσουμε τον κόσμο, οφείλουμε όμως κάθε μέρα να ανανεώνουμε τον εσωτερικό μας κόσμο."

Χ. Έσσε από το Ντέμιαν

παίρνω πάσα και συνεχίζω

"Όταν μισούμε έναν άνθρωπο, τον μισούμε για κάτι που μας θυμίζει τον εαυτό μας. Κάτι που δεν έχουμε κι εμείς μέσα μας, δεν μπορεί ποτέ να μας συγκινήσει."

pixies
14-09-2010, 00:57
-Μανάρι μου...
-Θα πεθάνω σήμερα! Θα βάλω κωλοδάχτυλο να πάω από άδηλο αναπνοή!
-ಠ_ಠ
-Γιατί; Το "Μανάρι μου" ήταν καλύτερο;

?

Beyond Within
14-09-2010, 01:13
από τον κόκκορα του αρκά είναι

ChromeBlackFuture
15-09-2010, 17:48
'I've lived out my melancholy youth. I don't give a fuck anymore what's behind me, or what's ahead of me. I'm healthy. Incurably healthy. No sorrows, no regrets. No past, no future. The present is enough for me. Day by day.'

Miller-Tropic of cancer

fandango
15-09-2010, 18:16
γράφετε κι από που είναι βρε παιδιά, δεν ειν' κακό.

menumission
15-09-2010, 18:39
"Fame comes second to the peace
Of study, a still day
Unenvying, Pangur's choice
Is child's play.
Neither bored, both hone
At home a separate skill
Moving after hours alone
To the kill"

http://unix.cc.wmich.edu/~cooneys/poems/pangur.ban.html

"We're afraid in that case you'll have a fall.
We've been watching you over the garden wall
For hours.
The sky is darkening like a stain,
Something is going to fall like rain
And it won't be flowers."

http://unix.cc.wmich.edu/~cooneys/poems/auden.two.html

stelios_o
15-09-2010, 18:50
ποιά υπερκόσμια ομορφιά; =/

---

— Fuck off! Ah pushes past um n ah pill oot the fuckin chib n ah'm ower. Then ah stoap n think; what the fuck
um ah daein here? Ah jist stand thaire. Dozo's paggerin the Clerie boy n the guy's mates clock the knife n
thir oaf doon the road. The blade did the trick! That Polmont's jist standin daein nowt. The Clerie boy's doon
and Dozo's bootin at him. Then Polmont nods at me n eh takes the chib off ays, and ah jist gie's um it, n eh
bends doon n rips the other gadge's face apart wi it. My hert jist goes bang, as ah see the boy's skin open
up and nothing for a second, then a gash and blood tearin oot ay it. Doyle looks doon at the boy. — Fuckin
Clerie wank!
The boy's hudin ehs face thegither, n eh's sayin stuff, daft stuff thit means nowt n ah'm lookin doon at um. It wis meant tae be a square-go . . . Dozo n the boy . . .
Ah jist stand rooted tae the spot as Polmont hands the blade back tae me. Ah take it, ah dinnae ken what fir.
Cause it's mine, ah suppose. Polmont looks at me and makes a face, and Dozo shakes ehs heid. They
laugh and start walkin away. A couple ay guys come over, watching me, watching the boy, the blood. Then
they're gone. One sais somethin, but ah cannae hear um. The guy's still goat ehs hands ower one side ay
his face n eh looks up and sees me wi the knife. Eh looks at me in disgust, like ah'm an animal.

απο τα καλυτερα σημεια του ''porno'' . βασικα ο Γουελς εχει ''γραψει'' απιστευτους εσωτερικους μονολογους . well fookin done