είναι δώδεκα η ώρα
είν’ η ώρα των τρελών
κάπου θα σε συναντήσω
κάπου θα σε βρω

στα κελιά τους οι ανθρώποι
ύπνο κάνουν ελαφρό
ειν΄ ελεύθεροι οι δρόμοι
για κυνηγητό

είναι δώδεκα η ώρα
είν’ ώρα των τρελών
βραχνό γέλιο αν ακούσεις
κλείσε το ρολό

λύκε -λύκε μου καλέ μου
λύκε -λύκε μου είσ’ εδώ
βγαίνω από τη φωλιά μου
και σε κυνηγώ

λύκε -λύκε μου καλέ μου
λύκε -λύκε μου είσ’ εδώ
είσαι η μόνη μου ελπίδα
και σ’ ακολουθώ

όμορφο μου προβατάκι
τι γυρεύεις μες το δρόμο
είμαστε’ όλοι μπερδεμένοι
στο δικό του νόμο

δόντια βγάζουνε τα αστέρια
νύχια φύτρωσαν στους δρόμους
ξέφρενη η νύχτα παίζει
κλέφτες κι αστυνόμους

όταν πέφτει το σκοτάδι
βγαίνει ο λύκος στην πλατεία
στη χαμένη πολιτεία
και ζητά τροφή

κλειδωμένα είναι τα αρνάκια
ζαχαρένιο το κλειδί
κάτι απόμερα παγκάκια
θάμνοι και σιωπή

λύκε – λύκε μου καλέ μου
λύκε- λύκε είσαι εκεί
είν η άγρια πλευρά σου
που με συγκινεί

είναι δωδεκα η ώρα, είναι η ώρα των τρελών
όπου ανθίζει το σκοτάδι
όπου ανθίζει το σκοτά
α
δι.