Απόκριες και στην επαρχία εκείνη την εποχή έρχονταν τα δυναμιτάκια, οι στρακαστρούκες κλπ με τα οποία μαλακιζόμασταν για ένα 20ήμερο απόλυτης ευτυχίας.
Για κάποιο λόγο υπήρχε σύναξη σε ένα σπίτι (λογικά κάποια γιορτή, κάτι) και εμείς τα μικρά βγήκαμε στο μπαλκόνι για να πετάξουμε ό,τι είχαμε. Το σπίτι που είχαμε επισκεφτεί ήταν σε ένα δάσος και όπως έριξα μια μαλακία πήραν φωτιά κάτι χόρτα. Προσπαθήσαμε να διασχίσουμε το σαλόνι ήρεμοι για να μη μας γαμήσουν οι μεγάλοι και μόλις βγήκαμε, κατεβήκαμε γαμιόντας για να σβήσουμε τη φωτιά.
Το λάστιχο όμως δεν έφτανε και η φωτιά είχε αρχίσει να μεγαλώνει. Με τα πολλά άρχισαν να καίγονται και 2 δέντρα. Σε κάποια φάση έβρεξα μια γκλίτσα (κλικ οι Αθηναίοι) που βρήκα και την ακουμπούσα πάνω στη φωτιά αλλά αρχίδια, είχε γίνει χάος. Αναγκαστήκαμε να μιλήσουμε στους γονείς μας και φυσικά το ανέλαβα εγώ που είχα κάνει τη μαλακία. Ενώ αυτοί ήταν μεταξύ τυρού, αχλαδιού, μπινελικώματος στον Μητσοτάκη και διαφωνίας για το αν πρέπει να ψηφίσουμε Αντρέα ή Δαμανάκη, σκάω εγώ και ξεκινά ο εξής διάλογος:
- έχουμε ένα προβληματάκι και θέλουμε βοήθεια
- πάτε να παίξετε και μη μας ζαλίζετε με μαλακίες
- υπαρχει πρόβλημα κάποιος πρέπει να μας βοηθήσει
- χτύπησε κανείς;
- όχι αλλά...
- ε τότε σήκω φύγε
- βάλαμε φωτιά στο δάσος και δε μπορούμε να τη σβήσουμε
ΓΑΜΩ ΤΟ ΧΡΙΣΤΟ ΣΟΥ
Πρέπει να έφαγα 3 σφαλιάρες απ' τις καλές.