Θα έπαιρνα εγώ τη δουλειά από μόνη μου, πάνω από το πτώμα της.
Σε κάποια φάση το πιατάκι με τα κουλουράκια άδειασε. Η Χ. πήγε προς την κουζίνα, λέγοντας ότι πάει να το ξαναγεμίσει. Ξέραμε κι οι δύο ότι αυτό ήταν απλά μία ευγενική πρόφαση. Πήγαινε να ετοιμαστεί για την αναμέτρησή μας και να μου δώσει χρόνο να κάνω το ίδιο. Κοίταξα το καλογυμνασμένο της κορμί καθώς απομακρυνόταν: οι πολεμικές τέχνες το είχαν σμιλέψει σε μία αρμονική σιλουέτα και της χάριζαν μία κίνηση αποφασιστική και απέριττη. Σ' αυτήν την κίνηση ερχόταν να προστεθεί και η διακριτική της θηλυκότητα που σιγόβραζε κάτω από το προσωπείο της πειθαρχημένης κι επαιδευμένης μάγισσας-δολοφόνου και διαχεόταν παντού: στο λίκνισμά του στήθους της όταν ανέπνεε, στη φωνή της, στο βλέμμα της όταν σε περνούσε από ακτινογραφία με κάθε της κοίταγμα. Ήμουν σίγουρη ότι κανένας άντρας δε θα αντιστεκόταν στον πειρασμό να κοιτάξει τον κώλο της καθώς απομακρυνόταν και για ένα δύο δευτερόλεπτα υπέκυψα κι εγώ, μισοαθέλητα μισοηθελημένα. "Γυναικοδαίμων": πόσο της ταίριαζε το προσωνύμιο!
Δε θα είχα πολύ χρόνο όμως. Ήξερα ότι χρησιμοποιούσε αυτά τα χαρακτηριστικά της σαν όπλο και δεν έπρεπε να υποκύψω στη γοητεία της κι εγώ όπως τόσοι και τόσοι άντρες και γυναίκες. Έδεσα τα μαλλιά μου σε κότσο και έβγαλα τις κρυφές λεπίδες από τη βεντάλια μου. Έκοψα την τελετουργική ρόμπα μου στα πόδια και στα χέρια για να μπορώ μάχομαι με ελεύθερες κινήσεις. Το φαρμακωμένο απο βασιλίσκο ατσάλι διαπερνούσε τις στρώσεις του μεταξιού χωρίς αντίσταση, σα νερό. Μία λάθος κίνηση όμως κι αν κοβόμουν θα πέθαινα εγώ με το ίδιο μου το όπλο αντί γι' αυτήν. Έβγαλα και το ραβδί μου και την περίμενα, φαρμάκι, ατσάλι και μαγεία έτοιμα να χορέψουν τον Τελευταίο Χορό.







