Χθες είδα πάλι στον ύπνο μου τον πατέρα. Καθόμασταν οι
δυο μας σ’ ένα τραπέζι με καρό τραπεζομάντιλο. Κάποιος μας
έφερε δυο ποτηράκια και κρασί. – Είσαι καλά; Του λέω.
- Καλά, καλά, και μου ‘πιασε το χέρι. – Άντε, στην
υγειά σου, είπε. Σήκωσε το ποτήρι, τσούγκρισε και το άφησε
πάνω στο τραπέζι. – Δεν πίνεις; Ρώτησα. – Εσύ να πιεις,
απάντησε. Εγώ δε θέλω να ξεχάσω.
Γιάννης Βαρβέρης, «Ο πατέρας δεν πίνει στους ουρανούς»





