Α τίποτα, μέχρι χθες κατηγορούσα το αλκοόλ για την κατάσταση στην οποία βρισκόμουν, αλλά ξαφνικά το απόγευμα όλα μαύρισαν γύρω μου, ο ουρανός σκοτείνιασε, ο αέρας άρχισε να κοπανάει με μανία τα ξεχαρβαλωμένα ξύλινα πατζούρια του σπιτιού, η αγάπη άργησε μια μέρα, άρχισα να τρέμω από το κρύο (ή μήπως ήταν ο φόβος; ), ο λαιμός μου πρήστηκε, άρχισα να ζαλίζομαι, έτρεξα όσο πιο γρήγορα μπορούσα στο κρεβάτι, σκεπάστηκα με την κουβέρτα από δέρμα θιβετιανού γιουλάι και τότε, εντελώς ξαφνικά, ακούστηκε μια βαριά αντρική φωνή από το υπερπέραν (εικάζω πως ήταν ο Θεός, αν και έμοιαζε με τη φωνή του Παπαχελά) : "πιες κανα τσάι ρε μαλάκα, κρυωμένος είσαι". Δε τον άκουσα και σήμερα ξύπνησα, ξεκίνησα να πάω στη δουλειά αλλά ξαφνικά ένιωσα (ωσάν πρεζάκι) την έντονη επιθυμία να βγάλω αυτά που έχω μέσα μου και με τυρρανάνε, πλύθηκα και είμαι εδώ.





