Drumsick
24-06-2014, 04:12
Η ζωή είναι αγρίως απίθανη, ελέγε κάποτε ένας γνωστός μου.
Τους τελευταίους δυομιση μήνες περνάω μάλλον την δυσκολότερη περίοδο της ζωής μου. Βρίσκομαι στα όρια νευρικής κρίσης, κοιμάμαι κι ξυπνώ με έναν μόνιμο τρόμο, βλέπω εφιάλτες, σκέφτομαι αυτοκτονίες και άλλα τέτοια όμορφα. Χτες το βράδυ λοιπόν, σε μια τυπική βραδιά μου παρέα με μπύρες, τσιγάρα και μιζερομουσικές, κι ενώ έχω παραιτηθεί από τη ζωή, χαζέυω τα νετς και πέφτω πάνω στο ποστ του φαντομντακ (είναι τόσο δύσκολο πράγμα η γραφή αυτή την ώρα)), και μου θυμίζει πως αύριο παίζουν οι ντεφτοουνς, και πως είχα λάβει μέρος σε διάφορους διαγωνισμούς για πρόσκληση, και πήρα τ'αρχίδια μου, και τέλος πάντων ξενερώνω αλλά αμέσως σκέφτομαι πως κάτσε ρε φίλε, παίζουν οι ντεφτοουνς σε εξωτερικό χώρο κι εσύ θα μείνεις Δήλεσι να ζοφιάζεις? Δεν παίζει, θα κάνεις οτι μπορείς για να τους δεις. Παίρνω λοιπ΄πον την απόφαση να κατέβω αθήνα, και η ζωη μου αποκτά ξαφνικά νόημα.
Παίρνω το τραμ κατα τις 7μιση, και φτάνω στην στάση δελτα φαλήρου κατά τις 8. Κατεβαίνοντας από το τραμ μου πιάνει ένας μαλάκας τον κώλο. Χωρίς να το σκεφτώ καν, του σκάω μια σφαλιάρα και κατεβαίνω χωρίς να κοιτάξω πίσω. Εκλαμβάνω την ετοιμότητά και τα ταχύτατα αντανακλαστικά μου σαν θετικό οιωνό. Φτάνοντας στη είσοδο όμως, τα πράγματα δείχνουν πιο δύσκολα απ'όσο φανταζόμουν. Αφενος ο χώρος είναι εξωφρενικά οχυρωμένος, αφετέρου όταν ο κόσμος βγαίνει, του βάζουν σφραγίδα στο χέρι. Κοζάρω λλιγο τη φάση στην είσοδο, κάνω τα γλυκά μάτια στους σεκιουρηταδες και τους παρακαλάω να μου βάλουν σφραγίδα, αλλά παπάρια. Αποφασίζω να κάνω τον γύρω του χώρου μπας και βρω κανένα αφύλακτο σημείο. Πηγαίνοντας προς τα έξω, βλέπω ένα παλικαράκι να πλαστογραφεί την σφραγίδα με ένα μαρκαδοράκι. Τον παρακαλάω να κάνει μια και σε μένα, και λέω θα δοκιμάσω να περασω μαυτήν όταν σκοτεινιάσει. Στο μεταξύ συνεχίζω τη γύρα. Οχυρό τελείως. Κάγκελα, καγκελα, κάγκελα παντού και σεκιουρηταδες και συρματοπλέγματα. Φαινομενικά απροσπέλαστος χώρος. Ανησυχω πως θα είναι ο πρώτος που θα με νικήσει τελικά, αλλά εναποθέτω ελπίδες και στην πλαστή σφραγίδα. Το βραδυ θα μπω. Φτάνω σε ένα γεφυράκι στην πίσω μεριά, οπού έχει πάλι φράχτη με σεκιούριτυ από πίσω, αλλά σε πολύ μικρη απόσταση από την αρένα. Ουσιαστικά δυο καγκελάκια και 3 μέτρα απόσταση. Έχει μαζευτεί κόσμος εκεί, ενώ παίζουν οι behemoth. Παρατηρώ πως οι φύλακες ψιλοχαζέυουν, οπότε χωρίς να το πολυσκεφτώ, πηδάω το καγκεκλάκι όσο κοιτούν απ την άλλη, και τρέχοντας περνάω και το επόμενο, καταλήγοντας μες την αρένα.
Γελάω, παίζει να μη με πήραν χαμπαρι καν. Βγάζω το μισόλιτρο ροζέ κρασάκι μου, αναβω ένα τσιγάρο, τραβάω τζούρα, πίνω για να γιορτάσω τη νίκη, νιώθω γαμώ. Εκείνη τη στιγμή πέφτω στον υπερσυντέλικο. Χαιρετώ και πάω πέρα να αράξω, όσο παίζουν οι behemoth. Κατευθυνόμενη ξανά προς τη σκηνή, πετυχαίνω τον πορν και αράζουμε παρέα σε όλο το σετλιστ των ghost. Πλάκα έχουν, τους απολαμβάνω, αλλά δε μπορώ να σταματήσω να σκέφτομαι οκ τελειώνετε, ΝΤΕΦΤΟΟΟΥΝΣ ΡΕ ΜΟΥΝΙΑ. Πάω για κατούρημα καθώς τελειωνουν. Επιστρεφοντας στο στειτζ αγοράζω μια μπύρα. Χαιρετώ πάλι κόσμο, πιάνω κουβεντα με υπερσυντέλικο κι έναν φίλο του, κι όταν ξεκινούν οι ντεφτοουνς, απομονώνομαι να απολαύσω.
Το κρασί έχει τελειώσει, τελειώνει και η μπύρα. Η διπλανή παρέα έχει σκάσει ένα μπαφί που μου τρυπάει τη μύτη. Μυρίζει φανταστικά. Αφού γυρίσει μερικές φορές, σκουντάω τον διπλανό μου και του ζητάω τράκα μια τζούρα. Μου λέει τελείωσέ το. Έχουν μείνει 4-5 ψιλές. Τις ρουφάω βαθιά, πολύ αργά, φροντίζοντας να μείνουν στα πνευμόνια μου όσο το δυνατόν περισσότερο,. Καταπίνω με τα τελειώματα της μπύρας. Τελειώνω ταυτόχρονα τσιγάρο και μπύρα, κάπου στο 4ο κομμάτι ντεφτοουνς. Κι εκεί προς το τέλος όλα αρχίζουν να λιώνουν. Ακούγονται οι πρώτες νότες του change και νιώθω πως η καρδιά μου θα σκάσει. Η παρέα δίπλα σχολιάζει: ποιο ειναι αυτό? έλα ρε, το change είναι, που έπαιζε στο τάδε. Αναφέρουν κάποια ταινία, δε θυμάμαι ποια. Ίσως το constantine. Είναι όντως το change μουρμουράω από μέσα μου, ένω τα μάτια μου βουρκώνουν. Ειναι το αγαπημένο μου ντεφτοουνς, και από τα αγαπημένα μου κομμάτια γενικά. Aκολουθεί η απόλυτη εξαύλωση, το Τελειο Τριπ. Νιώθω να αιωρούμαι και να κοπανιέται η ενέργειά μου στον ρυθμό του κομματιού. Βιώνω astral projection. Δεν έχω υλική υπόσταση, είμαι ενέργεια πλεγμένη στον αέρα με τη μουσική. Ζω την πιο έντονη συναυλιακή μου εμπειρία, το δυνατότερο κλάσιμο της ζωής μου από μπάφο. Δεν πιστέυω πόσο έχω ξεφύγει. Ανάμεσα στα κομμάτια καταβάλλω προσπάθειες να συμμαζέψω τον εαυτό μου, να προσέξω αν φέρεται φυσιολογικά. Κατά τη διάρκεια των κομματιών απλά χάνομαι. Το υπόλοιπο σοου είναι ένα απίστευτα πανέμορφο χάσιμο. Το σετλιστ φανταστικό. Προσπαθω να κρατηθώ να μην πέσω, ή να μην κάνω τίποτα περίεργο. Ενώ αρχικά ο ήχος μου φαινόταν μέτριος, εξαφανίζομαι μέσα στα κομμάτια που ηχούν πλέον τέλεια στα αυτιά μου. Το σετ τελειώνει με το 7 words κι αμέσως μετά το τέλος βρίσκω τον εαυτό μου να ευχαριστεί τον διπλανό μου για το χόρτο.
Ρε.. τι μου έδωσες και ήπια? ρωτάω. Κάποιο σκανκ σκέτο, απαντά. Τον χαιδέυω στον ώμο και τον ευχαριστώ που μου χάρισε την ωραιότερη συναυλιακή εμπειρία της ζωής μου. Δε θυμάμαι τι άλλο του λέω.
Ξαφνικά βρίσκομαι να ακολουθώ το πλήθος. Συνειδητοποιώ πως το λαιβ τελείωσε, και πάμε προς τα έξω. Αναρωτιέμαι αν φαίνεται πόσο χεσμένη είμαι. Προσπαθώ να φέρομαι φυσιολογικά, αλλά τα χέρια μου τα νιώθω σα μπαλόνια. Σηκώνονται από μόνα τους προς τα πάνω. Ζορίζομαι να τα κρατήσω στη θέση τους και να περπατήσω σαν άνθρωπος. Δεν έχω ιδέα που πάμε, ωσπου φτάνουμε στη στάση του τραμ. Οκ λεω, τραμ. Κάθομαι κάτω και περιμένω. 20 λεπτά λέει για άγιο κοσμά. Προς τα κει πρεπει να παω, καλά είναι.
Νιώθω πως περιμένω ώρες όταν πια φτάνει το τραμ. Έχω περάσει ώρα αγωνίας προσπαθώντας να φαίνομαι φυσιολογική. Δεν ξέρω πόσο καλά τα καταφέρνω. Μπαίνω στο τραμ, και κάποια στιγμή συνειδητοποιώ πως κάθομαι. Πέρα έχει κάτι κοπέλες, αναρωτιέμαι πάλι αν έκανα κάτι περίεργο και δε θυμάμαι. Ντρέπομαι λίγο, και προσπαθώ πάλι να φέρομαι φυσιολογικά, αλλά ανά λίγα λεπτά τρωω φλας και μεταφέρομαι αλλού. Είναι 1 και κάτι. Οι υπόλοιπες δυο ώρες κυλάνε μεταξύ τετοιων φλας. Δεν ξέρω μετά από πόση ώρα, φτάνει το τραμ στο τέρμα του. Ειναι στο παλιό αρεροδρόμιο, μακριά... Εγώ πηγαίνω γλυφάδα, στη βουλιαγμένης πάνω. Ξεκινώ να περπατάω προς κάτω γλυφάδα. Με συνοδεύουν δυο παρέες. Συνεχίζω να τρωω φλας και να μεταφέρομαι σε φάσεις του λαιβ η να χανομαι σε άλλες σκεψεις. Ένα χέρι με τραβάει δεξιά, ενώ το τραμ με προσπερνά από αριστερά. Συγγνωμη μου λέει, δεν ήξερα αν φορας ακουστικά, και ερχότανε... Δε φοραω ακούστικα, αλλά είμαι τελείως κλασμένη του λέω, σ'ευχαριστώ. Όλοι μας, απαντά, και συνεχίζουμε το περπάτημα σιωπηλά. Μετά από λίγο φοράω τα ακουστικά, και χώνω ντεφτοουνς. Ξαναβιώνω φάσεις από το λαιβ και κοπανιέμαι περπατώντας στην ποσειδώνος. Οι παρέες εξαφανίζονται και μένω μόνη. Αναρτιέμαι αν θα φτάσω η θα πέσω σε κάνα χαντάκι. Κοντά σε κάτι θάμνους μου σκάνε φλασιές πως στο επομένο μέτρο θα με βιάσουν, η θα πέσει πάνω μου μια θάλασσα κατσαρίδες. Ένα αμάξι σταματάει δίπλα μου, Κατι μου λένε όπως το προσπερνώ, αλλά δεν τους ακούω. Τους αγνοώ και επιταχύνω τρομαγμένη. Τσεκάρω μετά από λίγα μέτρα αν με ακολουθεί κανεις, αλλά βλέπω το αμάξι να βάζει μπρος και να φεύγει. Ανακουφίζομαι. Πόσες ώρες περπατάω? Έχω κουραστεί. Συνεχίζω να περπατώ για ώρα, τριπάροντας χοντρά, και τελικά φτάνω Γλυφάδα μετά από 1 ώρα και κάτι. Ανοιχτός φούρνος, νιώθω την ανάγκη να φάω. Δεν ξέρω πως συνεννοούμαι, αλλά μετά από λίγο μασαω μια σπανακόπιτα, καθώς ανηφορίζω προς το σπίτι της αδερφής μου.
Μετά από δυόμιση ώρες, περνάω τελικά την πόρτα. Είναι θαύμα που κατάφερα να φτάσω. Νιώθω κουρασμένη και τρομερά χαρούμενη. Ήταν απο τις ωραιότερες βραδιές της ζωής μου. Η ζωή είναι αγρίως απίθανη. Καληνύχτα, σας αγαπώ.
tl;dr: Τους γάμησα.
Τους τελευταίους δυομιση μήνες περνάω μάλλον την δυσκολότερη περίοδο της ζωής μου. Βρίσκομαι στα όρια νευρικής κρίσης, κοιμάμαι κι ξυπνώ με έναν μόνιμο τρόμο, βλέπω εφιάλτες, σκέφτομαι αυτοκτονίες και άλλα τέτοια όμορφα. Χτες το βράδυ λοιπόν, σε μια τυπική βραδιά μου παρέα με μπύρες, τσιγάρα και μιζερομουσικές, κι ενώ έχω παραιτηθεί από τη ζωή, χαζέυω τα νετς και πέφτω πάνω στο ποστ του φαντομντακ (είναι τόσο δύσκολο πράγμα η γραφή αυτή την ώρα)), και μου θυμίζει πως αύριο παίζουν οι ντεφτοουνς, και πως είχα λάβει μέρος σε διάφορους διαγωνισμούς για πρόσκληση, και πήρα τ'αρχίδια μου, και τέλος πάντων ξενερώνω αλλά αμέσως σκέφτομαι πως κάτσε ρε φίλε, παίζουν οι ντεφτοουνς σε εξωτερικό χώρο κι εσύ θα μείνεις Δήλεσι να ζοφιάζεις? Δεν παίζει, θα κάνεις οτι μπορείς για να τους δεις. Παίρνω λοιπ΄πον την απόφαση να κατέβω αθήνα, και η ζωη μου αποκτά ξαφνικά νόημα.
Παίρνω το τραμ κατα τις 7μιση, και φτάνω στην στάση δελτα φαλήρου κατά τις 8. Κατεβαίνοντας από το τραμ μου πιάνει ένας μαλάκας τον κώλο. Χωρίς να το σκεφτώ καν, του σκάω μια σφαλιάρα και κατεβαίνω χωρίς να κοιτάξω πίσω. Εκλαμβάνω την ετοιμότητά και τα ταχύτατα αντανακλαστικά μου σαν θετικό οιωνό. Φτάνοντας στη είσοδο όμως, τα πράγματα δείχνουν πιο δύσκολα απ'όσο φανταζόμουν. Αφενος ο χώρος είναι εξωφρενικά οχυρωμένος, αφετέρου όταν ο κόσμος βγαίνει, του βάζουν σφραγίδα στο χέρι. Κοζάρω λλιγο τη φάση στην είσοδο, κάνω τα γλυκά μάτια στους σεκιουρηταδες και τους παρακαλάω να μου βάλουν σφραγίδα, αλλά παπάρια. Αποφασίζω να κάνω τον γύρω του χώρου μπας και βρω κανένα αφύλακτο σημείο. Πηγαίνοντας προς τα έξω, βλέπω ένα παλικαράκι να πλαστογραφεί την σφραγίδα με ένα μαρκαδοράκι. Τον παρακαλάω να κάνει μια και σε μένα, και λέω θα δοκιμάσω να περασω μαυτήν όταν σκοτεινιάσει. Στο μεταξύ συνεχίζω τη γύρα. Οχυρό τελείως. Κάγκελα, καγκελα, κάγκελα παντού και σεκιουρηταδες και συρματοπλέγματα. Φαινομενικά απροσπέλαστος χώρος. Ανησυχω πως θα είναι ο πρώτος που θα με νικήσει τελικά, αλλά εναποθέτω ελπίδες και στην πλαστή σφραγίδα. Το βραδυ θα μπω. Φτάνω σε ένα γεφυράκι στην πίσω μεριά, οπού έχει πάλι φράχτη με σεκιούριτυ από πίσω, αλλά σε πολύ μικρη απόσταση από την αρένα. Ουσιαστικά δυο καγκελάκια και 3 μέτρα απόσταση. Έχει μαζευτεί κόσμος εκεί, ενώ παίζουν οι behemoth. Παρατηρώ πως οι φύλακες ψιλοχαζέυουν, οπότε χωρίς να το πολυσκεφτώ, πηδάω το καγκεκλάκι όσο κοιτούν απ την άλλη, και τρέχοντας περνάω και το επόμενο, καταλήγοντας μες την αρένα.
Γελάω, παίζει να μη με πήραν χαμπαρι καν. Βγάζω το μισόλιτρο ροζέ κρασάκι μου, αναβω ένα τσιγάρο, τραβάω τζούρα, πίνω για να γιορτάσω τη νίκη, νιώθω γαμώ. Εκείνη τη στιγμή πέφτω στον υπερσυντέλικο. Χαιρετώ και πάω πέρα να αράξω, όσο παίζουν οι behemoth. Κατευθυνόμενη ξανά προς τη σκηνή, πετυχαίνω τον πορν και αράζουμε παρέα σε όλο το σετλιστ των ghost. Πλάκα έχουν, τους απολαμβάνω, αλλά δε μπορώ να σταματήσω να σκέφτομαι οκ τελειώνετε, ΝΤΕΦΤΟΟΟΥΝΣ ΡΕ ΜΟΥΝΙΑ. Πάω για κατούρημα καθώς τελειωνουν. Επιστρεφοντας στο στειτζ αγοράζω μια μπύρα. Χαιρετώ πάλι κόσμο, πιάνω κουβεντα με υπερσυντέλικο κι έναν φίλο του, κι όταν ξεκινούν οι ντεφτοουνς, απομονώνομαι να απολαύσω.
Το κρασί έχει τελειώσει, τελειώνει και η μπύρα. Η διπλανή παρέα έχει σκάσει ένα μπαφί που μου τρυπάει τη μύτη. Μυρίζει φανταστικά. Αφού γυρίσει μερικές φορές, σκουντάω τον διπλανό μου και του ζητάω τράκα μια τζούρα. Μου λέει τελείωσέ το. Έχουν μείνει 4-5 ψιλές. Τις ρουφάω βαθιά, πολύ αργά, φροντίζοντας να μείνουν στα πνευμόνια μου όσο το δυνατόν περισσότερο,. Καταπίνω με τα τελειώματα της μπύρας. Τελειώνω ταυτόχρονα τσιγάρο και μπύρα, κάπου στο 4ο κομμάτι ντεφτοουνς. Κι εκεί προς το τέλος όλα αρχίζουν να λιώνουν. Ακούγονται οι πρώτες νότες του change και νιώθω πως η καρδιά μου θα σκάσει. Η παρέα δίπλα σχολιάζει: ποιο ειναι αυτό? έλα ρε, το change είναι, που έπαιζε στο τάδε. Αναφέρουν κάποια ταινία, δε θυμάμαι ποια. Ίσως το constantine. Είναι όντως το change μουρμουράω από μέσα μου, ένω τα μάτια μου βουρκώνουν. Ειναι το αγαπημένο μου ντεφτοουνς, και από τα αγαπημένα μου κομμάτια γενικά. Aκολουθεί η απόλυτη εξαύλωση, το Τελειο Τριπ. Νιώθω να αιωρούμαι και να κοπανιέται η ενέργειά μου στον ρυθμό του κομματιού. Βιώνω astral projection. Δεν έχω υλική υπόσταση, είμαι ενέργεια πλεγμένη στον αέρα με τη μουσική. Ζω την πιο έντονη συναυλιακή μου εμπειρία, το δυνατότερο κλάσιμο της ζωής μου από μπάφο. Δεν πιστέυω πόσο έχω ξεφύγει. Ανάμεσα στα κομμάτια καταβάλλω προσπάθειες να συμμαζέψω τον εαυτό μου, να προσέξω αν φέρεται φυσιολογικά. Κατά τη διάρκεια των κομματιών απλά χάνομαι. Το υπόλοιπο σοου είναι ένα απίστευτα πανέμορφο χάσιμο. Το σετλιστ φανταστικό. Προσπαθω να κρατηθώ να μην πέσω, ή να μην κάνω τίποτα περίεργο. Ενώ αρχικά ο ήχος μου φαινόταν μέτριος, εξαφανίζομαι μέσα στα κομμάτια που ηχούν πλέον τέλεια στα αυτιά μου. Το σετ τελειώνει με το 7 words κι αμέσως μετά το τέλος βρίσκω τον εαυτό μου να ευχαριστεί τον διπλανό μου για το χόρτο.
Ρε.. τι μου έδωσες και ήπια? ρωτάω. Κάποιο σκανκ σκέτο, απαντά. Τον χαιδέυω στον ώμο και τον ευχαριστώ που μου χάρισε την ωραιότερη συναυλιακή εμπειρία της ζωής μου. Δε θυμάμαι τι άλλο του λέω.
Ξαφνικά βρίσκομαι να ακολουθώ το πλήθος. Συνειδητοποιώ πως το λαιβ τελείωσε, και πάμε προς τα έξω. Αναρωτιέμαι αν φαίνεται πόσο χεσμένη είμαι. Προσπαθώ να φέρομαι φυσιολογικά, αλλά τα χέρια μου τα νιώθω σα μπαλόνια. Σηκώνονται από μόνα τους προς τα πάνω. Ζορίζομαι να τα κρατήσω στη θέση τους και να περπατήσω σαν άνθρωπος. Δεν έχω ιδέα που πάμε, ωσπου φτάνουμε στη στάση του τραμ. Οκ λεω, τραμ. Κάθομαι κάτω και περιμένω. 20 λεπτά λέει για άγιο κοσμά. Προς τα κει πρεπει να παω, καλά είναι.
Νιώθω πως περιμένω ώρες όταν πια φτάνει το τραμ. Έχω περάσει ώρα αγωνίας προσπαθώντας να φαίνομαι φυσιολογική. Δεν ξέρω πόσο καλά τα καταφέρνω. Μπαίνω στο τραμ, και κάποια στιγμή συνειδητοποιώ πως κάθομαι. Πέρα έχει κάτι κοπέλες, αναρωτιέμαι πάλι αν έκανα κάτι περίεργο και δε θυμάμαι. Ντρέπομαι λίγο, και προσπαθώ πάλι να φέρομαι φυσιολογικά, αλλά ανά λίγα λεπτά τρωω φλας και μεταφέρομαι αλλού. Είναι 1 και κάτι. Οι υπόλοιπες δυο ώρες κυλάνε μεταξύ τετοιων φλας. Δεν ξέρω μετά από πόση ώρα, φτάνει το τραμ στο τέρμα του. Ειναι στο παλιό αρεροδρόμιο, μακριά... Εγώ πηγαίνω γλυφάδα, στη βουλιαγμένης πάνω. Ξεκινώ να περπατάω προς κάτω γλυφάδα. Με συνοδεύουν δυο παρέες. Συνεχίζω να τρωω φλας και να μεταφέρομαι σε φάσεις του λαιβ η να χανομαι σε άλλες σκεψεις. Ένα χέρι με τραβάει δεξιά, ενώ το τραμ με προσπερνά από αριστερά. Συγγνωμη μου λέει, δεν ήξερα αν φορας ακουστικά, και ερχότανε... Δε φοραω ακούστικα, αλλά είμαι τελείως κλασμένη του λέω, σ'ευχαριστώ. Όλοι μας, απαντά, και συνεχίζουμε το περπάτημα σιωπηλά. Μετά από λίγο φοράω τα ακουστικά, και χώνω ντεφτοουνς. Ξαναβιώνω φάσεις από το λαιβ και κοπανιέμαι περπατώντας στην ποσειδώνος. Οι παρέες εξαφανίζονται και μένω μόνη. Αναρτιέμαι αν θα φτάσω η θα πέσω σε κάνα χαντάκι. Κοντά σε κάτι θάμνους μου σκάνε φλασιές πως στο επομένο μέτρο θα με βιάσουν, η θα πέσει πάνω μου μια θάλασσα κατσαρίδες. Ένα αμάξι σταματάει δίπλα μου, Κατι μου λένε όπως το προσπερνώ, αλλά δεν τους ακούω. Τους αγνοώ και επιταχύνω τρομαγμένη. Τσεκάρω μετά από λίγα μέτρα αν με ακολουθεί κανεις, αλλά βλέπω το αμάξι να βάζει μπρος και να φεύγει. Ανακουφίζομαι. Πόσες ώρες περπατάω? Έχω κουραστεί. Συνεχίζω να περπατώ για ώρα, τριπάροντας χοντρά, και τελικά φτάνω Γλυφάδα μετά από 1 ώρα και κάτι. Ανοιχτός φούρνος, νιώθω την ανάγκη να φάω. Δεν ξέρω πως συνεννοούμαι, αλλά μετά από λίγο μασαω μια σπανακόπιτα, καθώς ανηφορίζω προς το σπίτι της αδερφής μου.
Μετά από δυόμιση ώρες, περνάω τελικά την πόρτα. Είναι θαύμα που κατάφερα να φτάσω. Νιώθω κουρασμένη και τρομερά χαρούμενη. Ήταν απο τις ωραιότερες βραδιές της ζωής μου. Η ζωή είναι αγρίως απίθανη. Καληνύχτα, σας αγαπώ.
tl;dr: Τους γάμησα.