Candiru
01-10-2009, 11:29
Ο Ιωάννης Κολώνιας υπήρξε ένας αθυρόστομος σατιρικός ποιητής, που έζησε στα τέλη του 19ου αιώνα στη Ζάκυνθο, την Αθήνα, την Καλαμάτα, και πέθανε αλκοολικός στις Καρυές του Άθωνα.
Το ποίημα «Το εσώβρακον του Αγίου Γρύφωνος» προέρχεται από τον Καζαμία του Ιωάννη Κολώνια, που κυκλοφόρησε την Πρωτοχρονιά του 1896
«Ιεροκήρυξ ξακουστός και ρήτωρ εκ των πρώτων
εγύριζεν σ΄Ανατολήν, Δύσιν, Βοράν και Νότον
κηρύττων με ευφράδειαν πολλήν και ευγλωτίαν
προτρέπων εις μετάνοιαν εκάστην κοινωνίαν.
Τους δε πιστούς εφείλκυε με τη ρητορικήν του
ως εφελκύει σίδηρον ο πόλος του μαγνήτου.
Είχε δε λείψανα πολλά οσίων και μαρτύρων
δια των πολλών θαυμάτων του τον θαυμασμόν ενσπείρων.
Και νόσους εθεράπευε πολλάς και μαλακίας
δια των λειψάνων του αυτών της θείας ενεργείας...»
«Κηρύττων εκ του άμβωνος ο ρήτωρ διακρίνει,
σε πλήθος άλλων γυναικών, μια νιά σαν μπουγαρίνι.
Όσον κι αν είναι τις παπάς τ'ωραίον τον ελκύει
γιατί τα άνθη εις την γην ο πλαστουργός εκφύει,
βεβαίως ν'απολαύωμεν αυτών την ευωδίαν
να απολαύσει ήθελε κι εκείνος την κυρία...»
«Η νέα ήτο σύζυγος κόντε τινός ζαπλούτου,
την είδε, την ηγάπησε, έχασ’ ευθύς τον νού του.
Ήτο πτωχή! Τι προς αυτό αφού πονεί η καρδία!
τα πλούτη δεν μας φέρουνε τελείαν ευτυχία.
Έρως και αφοσίωσις, ομόνοια κ' ειρήνη
την ευτυχίαν φέρουσι παντού την ευφροσύνη...
Εκείνος την ελάτρευε την είχε 'κόνισμα του
το ίνδαλμα του βίου του, η τέρψις, η χαρά του.
Τον ηγαπούσε και αυτή, αλλ’ όσο μια γυναίκα!
Που έχει στην καρδίαν της χώρο για άλλους δέκα...»
«Ο κόντες ετοιμάστηκε μίαν λαμπρά πρωία
να πάη εις το κτήμα του στην εξοχή μακρία...
Εκείνη: "Να περίστασις!" στην κουβερνάντα λέει,
διότι της ειχε προειπεί το πάθος που την καίει.
"Τρέξε αμέσως στου παπά, πόνοι με έχουν ζώσει
να φέρει τ’ άγια λείψανα ευθύς να με σταυρώσει"»
«Πλην πριν να τελειώσουνε, πριν επανέλθ’ η τάξις,
ακούεται εις την αυλήν ο θόρυβος αμάξης.
Επέστρεφεν ο κύριος και βλέπων μαζευμένους
δούλους και δούλες στην αυλήν πολύ τεταραγμένους,
"Πώς τι συμβαίνει;" ερωτά. Κ’ εκείνοι: "Η κυρία
μόλις εφύγατ' έπαθεν σφοδρή κεφαλαλγία
κ' είναι επάνω ο παπάς αυτός και την σταυρώνει
με τ' άγιά του λείψανα να μαλαχθούν οι πόνοι"»
«...πλην κάτω αφ' το προσκέφαλο εξείχον δυό κορδέλλαις.
Ταις τράβηξε κι απόρησε κ’ είχε μεγάλο δίκιο
γιατ' έβγαλ' ένα 'σώβρακο, πολύ μεγάλο, ανδρίκιο!»
«Ως ότου το κεφάλι μου, ψυχή μου, μου περάσει
τώχει αφήσει ο παπάς τους πόνους να μου γιάνη
είναι τ’ Αγίου Γρύφωνος όπου για πόνους κάνει.
Είναι πολύ θαυματουργός αφού το σώβρακό του
αμέσως μ' εθεράπευσε, σκέψου το κόκκαλό του.
Ω! Αγιέ μου Γρύφωνα πολύ θα σε δοξάζω
και την αγίαν μνήμην σου με νήστεια θα γιορτάζω»
«Αμέσως δίνει διαταγάς να ενδυθούν παπάδες,
Διακόνοι, εξαπτέρυγα, θυμιατά, λαμπάδες.
Διότι τ' αγίου Γρύφωνος το 'σώβρακο θα φέρουν
εις τον ναόν και με ωδάς και ύμνους θα γεραίρουν.
Όλη αυτή η ιερά λοιπόν ακολουθία
επήγανε στου δυστυχούς του κόντε την οικία.
Ανέρχεται ο 'γούμενος την κεφαλήν του γέρνει
και με πολλήν ευλάβειαν το εσωβράκι παίρνει.
Το έφερε να τ' ασπασθούν όσ' ήσαν παρησία
τ' ασπάζεται κι ο σύζυγος εν πίστει κ' ευλαβεία...»
περισσότερα εδώ (http://sfrang2.blogspot.com/2009/09/blog-post_05.html)
Το ποίημα «Το εσώβρακον του Αγίου Γρύφωνος» προέρχεται από τον Καζαμία του Ιωάννη Κολώνια, που κυκλοφόρησε την Πρωτοχρονιά του 1896
«Ιεροκήρυξ ξακουστός και ρήτωρ εκ των πρώτων
εγύριζεν σ΄Ανατολήν, Δύσιν, Βοράν και Νότον
κηρύττων με ευφράδειαν πολλήν και ευγλωτίαν
προτρέπων εις μετάνοιαν εκάστην κοινωνίαν.
Τους δε πιστούς εφείλκυε με τη ρητορικήν του
ως εφελκύει σίδηρον ο πόλος του μαγνήτου.
Είχε δε λείψανα πολλά οσίων και μαρτύρων
δια των πολλών θαυμάτων του τον θαυμασμόν ενσπείρων.
Και νόσους εθεράπευε πολλάς και μαλακίας
δια των λειψάνων του αυτών της θείας ενεργείας...»
«Κηρύττων εκ του άμβωνος ο ρήτωρ διακρίνει,
σε πλήθος άλλων γυναικών, μια νιά σαν μπουγαρίνι.
Όσον κι αν είναι τις παπάς τ'ωραίον τον ελκύει
γιατί τα άνθη εις την γην ο πλαστουργός εκφύει,
βεβαίως ν'απολαύωμεν αυτών την ευωδίαν
να απολαύσει ήθελε κι εκείνος την κυρία...»
«Η νέα ήτο σύζυγος κόντε τινός ζαπλούτου,
την είδε, την ηγάπησε, έχασ’ ευθύς τον νού του.
Ήτο πτωχή! Τι προς αυτό αφού πονεί η καρδία!
τα πλούτη δεν μας φέρουνε τελείαν ευτυχία.
Έρως και αφοσίωσις, ομόνοια κ' ειρήνη
την ευτυχίαν φέρουσι παντού την ευφροσύνη...
Εκείνος την ελάτρευε την είχε 'κόνισμα του
το ίνδαλμα του βίου του, η τέρψις, η χαρά του.
Τον ηγαπούσε και αυτή, αλλ’ όσο μια γυναίκα!
Που έχει στην καρδίαν της χώρο για άλλους δέκα...»
«Ο κόντες ετοιμάστηκε μίαν λαμπρά πρωία
να πάη εις το κτήμα του στην εξοχή μακρία...
Εκείνη: "Να περίστασις!" στην κουβερνάντα λέει,
διότι της ειχε προειπεί το πάθος που την καίει.
"Τρέξε αμέσως στου παπά, πόνοι με έχουν ζώσει
να φέρει τ’ άγια λείψανα ευθύς να με σταυρώσει"»
«Πλην πριν να τελειώσουνε, πριν επανέλθ’ η τάξις,
ακούεται εις την αυλήν ο θόρυβος αμάξης.
Επέστρεφεν ο κύριος και βλέπων μαζευμένους
δούλους και δούλες στην αυλήν πολύ τεταραγμένους,
"Πώς τι συμβαίνει;" ερωτά. Κ’ εκείνοι: "Η κυρία
μόλις εφύγατ' έπαθεν σφοδρή κεφαλαλγία
κ' είναι επάνω ο παπάς αυτός και την σταυρώνει
με τ' άγιά του λείψανα να μαλαχθούν οι πόνοι"»
«...πλην κάτω αφ' το προσκέφαλο εξείχον δυό κορδέλλαις.
Ταις τράβηξε κι απόρησε κ’ είχε μεγάλο δίκιο
γιατ' έβγαλ' ένα 'σώβρακο, πολύ μεγάλο, ανδρίκιο!»
«Ως ότου το κεφάλι μου, ψυχή μου, μου περάσει
τώχει αφήσει ο παπάς τους πόνους να μου γιάνη
είναι τ’ Αγίου Γρύφωνος όπου για πόνους κάνει.
Είναι πολύ θαυματουργός αφού το σώβρακό του
αμέσως μ' εθεράπευσε, σκέψου το κόκκαλό του.
Ω! Αγιέ μου Γρύφωνα πολύ θα σε δοξάζω
και την αγίαν μνήμην σου με νήστεια θα γιορτάζω»
«Αμέσως δίνει διαταγάς να ενδυθούν παπάδες,
Διακόνοι, εξαπτέρυγα, θυμιατά, λαμπάδες.
Διότι τ' αγίου Γρύφωνος το 'σώβρακο θα φέρουν
εις τον ναόν και με ωδάς και ύμνους θα γεραίρουν.
Όλη αυτή η ιερά λοιπόν ακολουθία
επήγανε στου δυστυχούς του κόντε την οικία.
Ανέρχεται ο 'γούμενος την κεφαλήν του γέρνει
και με πολλήν ευλάβειαν το εσωβράκι παίρνει.
Το έφερε να τ' ασπασθούν όσ' ήσαν παρησία
τ' ασπάζεται κι ο σύζυγος εν πίστει κ' ευλαβεία...»
περισσότερα εδώ (http://sfrang2.blogspot.com/2009/09/blog-post_05.html)