Log in

View Full Version : Για τους μετανάστες



jkapsi
06-07-2009, 23:24
Το καλύτερο απόσπασμα που έχω διαβάσει για τη μετανάστευση!

Μια κυριακή τον κατεβάσανε για χάζι στην Ομόνοια. Κάτσανε σ'ένα σουβλατζίδικο και παραγγείλανε ντόνερ. Τρεις μελάμψοί φωτογραφίζονταν μπροστά στο συντριβάνι με διάπλατα χαμόγελα.
"Από που μας έρχονται τούτοι;" ρώτησε.
Ο Αποστόλης τότε του εξήγησε πως είναι Πακιστανοί. Ζούνε σε κάτι τρώγλες, ο ένας πάνω στον άλλο, δουλεύουν ανασφάλιστοι και με το κατώτερο μεροκάματο, πάντως όμως δεν πεθαίνουν και της πείνας, όπως στην πατρίδα τους. Μια χαρά είναι γι αυτούς. Ε, ρε, συντριβάνια και μεγαλεία, θα σκεφτούνε οι δικοί τους σαν λάβουν τη φωτογραφία...
"Τους φουκαράδες", έκανε ο γερο-Παύλος κουνώντας το κεφάλι.
"Μια χαρά είναι πατέρα. Δεν άκουσες τι σου είπε ο Αποστόλης; Ξέρει αυτός".
Η κόρη του πάντα μέσα στα μάτια τον κοίταζε τον άντρα της, γιατί ήταν πολύξερος αυτός και κοσμογυρισμένος. Μέχρι την Κορέα είχε φτάσει ο Αποστόλης το '52.
Ο γέρος δεν συνέχισε την κουβέντα. Ο νους του πέταξε στον Γρηγοράκη τους, πως όταν πρώτοπηγε στη Γερμανία φωτογραφήθηκε κι αυτός μέσα σ' έναν ωραίο κήπο, μπροστά σ' ένα μαρμάρινο παλάτι. "Παράδεισος η Γερμανία", είπαν όσοι είδαν την φωτογραφία. Και μόνο η μακαρίτισσα η μάνα του "Καταραμένη ξενιτιά", μουρμούρισε.

freak brother
06-07-2009, 23:53
πηγη δεν βαζεις ρε ψαρρα?

jkapsi
07-07-2009, 10:21
Εξάλλου και ο Λένιν ήτο πολύ καλής οικογενείας

Λία Μεγάλου Σεφεριάδη

Εκδόσεις Καστανιώτη

Candiru
07-07-2009, 10:31
πολύ ωραίο!

Coroner
07-07-2009, 11:27
Μαρεσε.

rage for order
07-07-2009, 12:16
άντε αφού είστε ευαίσθητα αγόρια και κορίτσια να και μια αληθινή(?) ιστορία:

Μέρες τώρα η Νίνα προσπαθεί να επικοινωνήσει με τον Παναγιώτη (ένα συνομήλικό της στη δική μου πολυκατοικία, στον πρώτο) φωνάζοντάς του, με τα σπασμένα ακόμη ελληνικά της, απ' το μπαλκόνι: "Παναγιώτη, βγαίνει έξω!". Ο Παναγιώτης είτε δεν την ακούει, είτε δεν καταλαβαίνει ότι στην πραγματικότητα του φωνάζει να βγει έξω. Η Νίνα, πιστεύοντας ότι ο Παναγιώτης την αγνοεί επιδεικτικά, τσαντίζεται και συνεχίζει να τρώει τα πατατάκια της, φαρμακωμένη. Κάπου κάπου βγάζει το χεράκι της από τα κάγκελα και χαιρετάει μια γιαγιά που κάθεται στο πεζοδρόμιο απέναντι, λίγο πιο κάτω. Εκείνη σηκώνει το χέρι της με μια υποψία χαμόγελου. Σαράντα φορές θα χαιρετίσει η Νίνα; Σαράντα φορές θα κάνει κι εκείνη την ίδια κίνηση. Το χέρι της ξερακιανό, ταλαιπωρημένο και στιγματισμένο από την ηλικία. Φορά ένα παλιό μαύρο βαμβακερό μαντήλι στο κεφάλι (από τα πολλά πλυσίματα κι απλώματα στον ήλιο μοιάζει από μακριά σκούρο καφέ), χαμηλωμένο μέχρι τα φρύδια και τυλιγμένο χαλαρά γύρω απ' το λαιμό. Μαύρη ζακέτα, φαρδιά μακριά μέχρι τους αστραγάλους φούστα, μαύρη κι αυτή. Κάθεται σε μια παλιά καρέκλα τραπεζαρίας που βγάζει κάθε πρωί στο πεζοδρόμιο έξω απ' το σπίτι της. Κάθεται εκεί, με τα χέρια σταυρωμένα στην ποδιά της. Καμιά φορά, ανταλλάσσει μερικές κουβέντες με κάποιους περαστικούς γείτονες. Αργά το απόγευμα, πριν μαζέψει την καρέκλα και μπει μέσα, φωνάζει δυο μικρά αγόρια να την ακολουθήσουν στο σπίτι.

Προσπαθώ καιρό να θυμηθώ πού έχω ξαναδεί αυτή την αρχετυπική φιγούρα αλλά κατέστη αδύνατον. Κατέληξα στο συμπέρασμα ότι απλώς την έχω ξαναδεί στη γειτονιά.

Σήμερα βγήκα στο μπαλκόνι από έναν οξύ θόρυβο, ο οποίος βεβαιώθηκα ότι προερχόταν από αεροπλάνα της πολεμικής αεροπορίας (κοντοσιμώνει κι η 28η Οκτωβρίου). Περνούσαν πάνω απ' το κεφάλι μου, γκρίζες βολίδες. Κοίταξα προς τα κάτω και την είδα. Στην ίδια κι απαράλλαχτη στάση. Καθισμένη στην ίδια καρέκλα. Με το ίδιο μαντήλι, την ίδια ζακέτα. Δεν κοίταζε να βρει τα αεροπλάνα, δεν την ενδιέφερε. Χωρίς ιδιαίτερο λόγο, αυτή τη φορά μου ήρθε στο μυαλό η εικόνα της που έψαχνα τόσες μέρες.

Ήταν πέρυσι, κάπου την άνοιξη. Είκοσι τριάντα μέτρα απ' το σπίτι μου. Πρωί, κατέβαινα στη δουλειά. Δεν είχε βγει ακόμη ο ήλιος, τα πάντα φαίνονταν σχεδόν ασπρόμαυρα. Κάτι έψαχνα μέσα στην τσάντα μου, δεν το έβρισκα και σταμάτησα στην άκρη του δρόμου να ψάξω καλύτερα. Κάποιος ήχος, δε θυμάμαι ακριβώς, μου τράβηξε την προσοχή στην απέναντι πλευρά. Ένα παράθυρο ενός υπόγειου διαμερίσματος, στο ίδιο επίπεδο με το δρόμο, ανοιχτό. Μέσα στο μισοσκότεινο δωμάτιο, τοποθετημένο πρόχειρα πάνω σ' ένα τραπέζι, ένα φέρετρο. Μέσα κείτονταν ένας παππούς, πάνω του ούτε ένα λουλούδι. Του είχαν βάλει έναν απλό ξύλινο σταυρό στα διπλωμένα στο στήθος χέρια. Δίπλα του καθόταν ένας άντρας. Φορούσε μια μπλε φόρμα υδραυλικού και λευκό τζόκεϊ καπέλο. Πιο κει, στα πόδια του νεκρού, στην ίδια πλευρά με τον άντρα, μια γυναίκα. Είχε σκυμμένο το κεφάλι, τα σκούρα μαλλιά της πιασμένα αλογοουρά. Στην άλλη πλευρά καθόταν η γιαγιά. Με το παλιό, ξεθωριασμένο κεφαλομάντηλο, τη μαύρη ζακέτα κουμπωμένη μέχρι πάνω, τα χέρια να σφίγγουν τη μαύρη φούστα. Δεν κοίταζε τον νεκρό. Κανένας τους δεν τον κοίταζε. Οι δυο πιο νέοι, σαν να τον ντρέπονταν. Η γιαγιά, σα να μην ήξερε τι να του πει. Το βλέμμα του καθένα ήταν στυλωμένο σε ένα διαφορετικό σημείο του δωματίου.

Δεν ξέρω πόση ώρα πέρασε μέχρι τη στιγμή που η γιαγιά σήκωσε το βλέμμα και με κοίταξε. Μάτια άδεια, θολά, στεγνά από δάκρυα. Ντράπηκα, παρακολουθούσα απρόσκλητη ένα προσωπικό γεγονός άγνωστων ανθρώπων.

Στο δρόμο για τη δουλειά σκεφτόμουνα τα μάτια της γιαγιάς. Μέσα στα λίγα δευτερόλεπτα που με κοίταξε, το βλέμμα της μου 'πε πώς ο νεκρός ήταν ο άντρας της κι οι νέοι ο γιος κι η νύφη της. Μού 'πε πως είχε λίγο καιρό σ' αυτή τη χώρα, πως είχαν έρθει, εκείνη και ο άντρας της, έπειτα από πίεση του γιου, που επέμενε ότι τα πράγματα ήταν καλύτερα εδώ και ότι θα γίνονταν με το χρόνο ακόμα καλύτερα. Έπρεπε άλλωστε να τους βοηθήσουν και με τα παιδιά, ποιος θα τα κοίταζε όλη μέρα που εκείνος και η γυναίκα του έλειπαν στη δουλειά; Μού 'πε πως άφησαν τα χωράφια τους να τα κοιτούν άλλοι συγγενείς, μάζεψαν ό,τι μπορούσαν, μπήκαν σ' ένα λεωφορείο και ταξίδεψαν τρεις μέρες για να φτάσουν στον τόπο όπου έμενε πια ο γιος τους. Μου 'πε πως εκείνη έκανε υπομονή, μα στον άντρα της δεν άρεσε το νέο υπόγειο σπίτι, ούτε η νέα πολιτεία και πως τα βράδια ονειρευόταν το σπίτι τους, τον κήπο τους και τους πράσινους αγρούς της πατρίδας τους. Πως ο άντρας της πέθανε με την ελπίδα να προλάβει να επιστρέψει σπίτι του πριν πεθάνει ξένος σε ξένο τόπο. Και πως εκείνο το πρωί δεν έβρισκε το κουράγιο να τον κοιτάξει και να του πει πως θα επέστρεφε μόνος του, όπως μόνη της θα επέστρεφε κι εκείνη αργά ή γρήγορα.

Το βλέμμα της γιαγιάς δεν άλλαξε από τότε. Σηκώνει το χέρι, χαιρετά τη Νίνα κι ίσως να σκέφτεται κάθε φορά πως εκείνος ο χαιρετισμός θα' ναι κι ο τελευταίος.

http://panokato.blogspot.com/2006/10/blog-post_25.html

tamagothi
07-07-2009, 13:55
Έχει ντόνερ στην Ομόνοια;

Candiru
07-07-2009, 14:01
εδώ πάντως έχει και το κάναν τούρκοι, κάπου στη Β. Ολγας προς Ευζώνων

KoiliaSamprela
07-07-2009, 15:17
Οι γιατροί δε διακινδυνεύουν να βγάλουν τη σφαίρα από το κεφάλι του Tόμι και αυτός δεν μπορεί να το πάρει απόφαση. Τον ενοχλεί. Δεν μπορεί να καταλάβει γιατί βρέθηκε εκείνο το βράδυ στο δρόμο του Καζάκου. Γιατί δεν έτρεξε όταν είδε το όπλο να τον σημαδεύει στο κεφάλι. Και ο Θεός τι έκανε; Γιατί τον άφησε απροστάτευτο; Γιατί τον άφησε να έρθει στην Αθήνα; Γιατί δεν τον έσπρωξε να φύγει μια ώρα αρχύτερα για το Λονδίνο, αφού εκεί ήθελε από την αρχή να πάει; Τώρα όλα μπερδεύτηκαν. Όλα σταμάτησαν. Και τα όνειρα και τα σχέδια. Ακόμη και η ηλικία του σταμάτησε στη νύχτα που τον πυροβόλησαν. «Πόσων χρόνων είσαι, Τόμι;» τον ρώτησα. «Ήμουνα τριάντα όταν ο άνθρωπος αυτός με πυροβόλησε. Από τότε έχουν περάσει έξι χρόνια».

http://www.kastaniotis.com/photos/books/960-03-4037-4b.jpg

Drumsick
07-07-2009, 15:39
άντε αφού είστε ευαίσθητα αγόρια και κορίτσια να και μια αληθινή(?) ιστορία:

Μέρες τώρα η Νίνα προσπαθεί να επικοινωνήσει με τον Παναγιώτη (ένα συνομήλικό της στη δική μου πολυκατοικία, στον πρώτο) φωνάζοντάς του, με τα σπασμένα ακόμη ελληνικά της, απ' το μπαλκόνι: "Παναγιώτη, βγαίνει έξω!". Ο Παναγιώτης είτε δεν την ακούει, είτε δεν καταλαβαίνει ότι στην πραγματικότητα του φωνάζει να βγει έξω. Η Νίνα, πιστεύοντας ότι ο Παναγιώτης την αγνοεί επιδεικτικά, τσαντίζεται και συνεχίζει να τρώει τα πατατάκια της, φαρμακωμένη. Κάπου κάπου βγάζει το χεράκι της από τα κάγκελα και χαιρετάει μια γιαγιά που κάθεται στο πεζοδρόμιο απέναντι, λίγο πιο κάτω. Εκείνη σηκώνει το χέρι της με μια υποψία χαμόγελου. Σαράντα φορές θα χαιρετίσει η Νίνα; Σαράντα φορές θα κάνει κι εκείνη την ίδια κίνηση. Το χέρι της ξερακιανό, ταλαιπωρημένο και στιγματισμένο από την ηλικία. Φορά ένα παλιό μαύρο βαμβακερό μαντήλι στο κεφάλι (από τα πολλά πλυσίματα κι απλώματα στον ήλιο μοιάζει από μακριά σκούρο καφέ), χαμηλωμένο μέχρι τα φρύδια και τυλιγμένο χαλαρά γύρω απ' το λαιμό. Μαύρη ζακέτα, φαρδιά μακριά μέχρι τους αστραγάλους φούστα, μαύρη κι αυτή. Κάθεται σε μια παλιά καρέκλα τραπεζαρίας που βγάζει κάθε πρωί στο πεζοδρόμιο έξω απ' το σπίτι της. Κάθεται εκεί, με τα χέρια σταυρωμένα στην ποδιά της. Καμιά φορά, ανταλλάσσει μερικές κουβέντες με κάποιους περαστικούς γείτονες. Αργά το απόγευμα, πριν μαζέψει την καρέκλα και μπει μέσα, φωνάζει δυο μικρά αγόρια να την ακολουθήσουν στο σπίτι.

Προσπαθώ καιρό να θυμηθώ πού έχω ξαναδεί αυτή την αρχετυπική φιγούρα αλλά κατέστη αδύνατον. Κατέληξα στο συμπέρασμα ότι απλώς την έχω ξαναδεί στη γειτονιά.

Σήμερα βγήκα στο μπαλκόνι από έναν οξύ θόρυβο, ο οποίος βεβαιώθηκα ότι προερχόταν από αεροπλάνα της πολεμικής αεροπορίας (κοντοσιμώνει κι η 28η Οκτωβρίου). Περνούσαν πάνω απ' το κεφάλι μου, γκρίζες βολίδες. Κοίταξα προς τα κάτω και την είδα. Στην ίδια κι απαράλλαχτη στάση. Καθισμένη στην ίδια καρέκλα. Με το ίδιο μαντήλι, την ίδια ζακέτα. Δεν κοίταζε να βρει τα αεροπλάνα, δεν την ενδιέφερε. Χωρίς ιδιαίτερο λόγο, αυτή τη φορά μου ήρθε στο μυαλό η εικόνα της που έψαχνα τόσες μέρες.

Ήταν πέρυσι, κάπου την άνοιξη. Είκοσι τριάντα μέτρα απ' το σπίτι μου. Πρωί, κατέβαινα στη δουλειά. Δεν είχε βγει ακόμη ο ήλιος, τα πάντα φαίνονταν σχεδόν ασπρόμαυρα. Κάτι έψαχνα μέσα στην τσάντα μου, δεν το έβρισκα και σταμάτησα στην άκρη του δρόμου να ψάξω καλύτερα. Κάποιος ήχος, δε θυμάμαι ακριβώς, μου τράβηξε την προσοχή στην απέναντι πλευρά. Ένα παράθυρο ενός υπόγειου διαμερίσματος, στο ίδιο επίπεδο με το δρόμο, ανοιχτό. Μέσα στο μισοσκότεινο δωμάτιο, τοποθετημένο πρόχειρα πάνω σ' ένα τραπέζι, ένα φέρετρο. Μέσα κείτονταν ένας παππούς, πάνω του ούτε ένα λουλούδι. Του είχαν βάλει έναν απλό ξύλινο σταυρό στα διπλωμένα στο στήθος χέρια. Δίπλα του καθόταν ένας άντρας. Φορούσε μια μπλε φόρμα υδραυλικού και λευκό τζόκεϊ καπέλο. Πιο κει, στα πόδια του νεκρού, στην ίδια πλευρά με τον άντρα, μια γυναίκα. Είχε σκυμμένο το κεφάλι, τα σκούρα μαλλιά της πιασμένα αλογοουρά. Στην άλλη πλευρά καθόταν η γιαγιά. Με το παλιό, ξεθωριασμένο κεφαλομάντηλο, τη μαύρη ζακέτα κουμπωμένη μέχρι πάνω, τα χέρια να σφίγγουν τη μαύρη φούστα. Δεν κοίταζε τον νεκρό. Κανένας τους δεν τον κοίταζε. Οι δυο πιο νέοι, σαν να τον ντρέπονταν. Η γιαγιά, σα να μην ήξερε τι να του πει. Το βλέμμα του καθένα ήταν στυλωμένο σε ένα διαφορετικό σημείο του δωματίου.

Δεν ξέρω πόση ώρα πέρασε μέχρι τη στιγμή που η γιαγιά σήκωσε το βλέμμα και με κοίταξε. Μάτια άδεια, θολά, στεγνά από δάκρυα. Ντράπηκα, παρακολουθούσα απρόσκλητη ένα προσωπικό γεγονός άγνωστων ανθρώπων.

Στο δρόμο για τη δουλειά σκεφτόμουνα τα μάτια της γιαγιάς. Μέσα στα λίγα δευτερόλεπτα που με κοίταξε, το βλέμμα της μου 'πε πώς ο νεκρός ήταν ο άντρας της κι οι νέοι ο γιος κι η νύφη της. Μού 'πε πως είχε λίγο καιρό σ' αυτή τη χώρα, πως είχαν έρθει, εκείνη και ο άντρας της, έπειτα από πίεση του γιου, που επέμενε ότι τα πράγματα ήταν καλύτερα εδώ και ότι θα γίνονταν με το χρόνο ακόμα καλύτερα. Έπρεπε άλλωστε να τους βοηθήσουν και με τα παιδιά, ποιος θα τα κοίταζε όλη μέρα που εκείνος και η γυναίκα του έλειπαν στη δουλειά; Μού 'πε πως άφησαν τα χωράφια τους να τα κοιτούν άλλοι συγγενείς, μάζεψαν ό,τι μπορούσαν, μπήκαν σ' ένα λεωφορείο και ταξίδεψαν τρεις μέρες για να φτάσουν στον τόπο όπου έμενε πια ο γιος τους. Μου 'πε πως εκείνη έκανε υπομονή, μα στον άντρα της δεν άρεσε το νέο υπόγειο σπίτι, ούτε η νέα πολιτεία και πως τα βράδια ονειρευόταν το σπίτι τους, τον κήπο τους και τους πράσινους αγρούς της πατρίδας τους. Πως ο άντρας της πέθανε με την ελπίδα να προλάβει να επιστρέψει σπίτι του πριν πεθάνει ξένος σε ξένο τόπο. Και πως εκείνο το πρωί δεν έβρισκε το κουράγιο να τον κοιτάξει και να του πει πως θα επέστρεφε μόνος του, όπως μόνη της θα επέστρεφε κι εκείνη αργά ή γρήγορα.

Το βλέμμα της γιαγιάς δεν άλλαξε από τότε. Σηκώνει το χέρι, χαιρετά τη Νίνα κι ίσως να σκέφτεται κάθε φορά πως εκείνος ο χαιρετισμός θα' ναι κι ο τελευταίος.

http://panokato.blogspot.com/2006/10/blog-post_25.html

Πολύ ωραίο. Συγκινήθηκα :(

Blanket
07-07-2009, 15:46
εγω δε μπορω να καταλαβω γιατι κανουνε παιδια.

O)))zma
07-07-2009, 15:58
εγω δε μπορω να καταλαβω γιατι κανουνε παιδια.


den exoun tileorasi

Tispanagias tamatia
07-07-2009, 16:01
Τα παιδιά τα σπάνε ρε. Τι γιατί.

http://img188.imageshack.us/img188/6731/kids1700.jpg

Ρώτα καλύτερα γιατί έχουμε γίνει όλοι τόσο μπάσταρδοι και σκατόψυχοι.

freak brother
07-07-2009, 16:08
τα χει πει ολα ο Τσιτσανης..

Σαν απόκληρος γυρίζω, στην κακούργα ξενιτιά
περιπλανώμενος, δυστυχισμένος, μακριά απ’ της μάνας μου την αγκαλιά.
Κλαίνε τα πουλιά γι’ αέρα και τα δέντρα για νερό,
κλαίω, μανούλα μου, κι εγώ για σένα που έχω χρόνια για να σε ‘δω.
Χάρε, πάρε την ψυχή μου, ησυχία για να βρω
αφού θέλησε η μαύρη μοίρα μες στη ζωή μου να μη χαρώ.


http://users.thess.sch.gr/ipap/Ellinikos%20Politismos/Yliko/poiisi/dimotika/To%20parapono%20tou%20xenitemenou.mp3

Blanket
07-07-2009, 16:40
τα σπανε οταν ειναι μικρα αλλα κατα πασα πιθανοτητα θα αρχισουν και αυτα να τρωνε σκατα σε λιγοτερο απο 10 χρονια.

~ladykiller~
07-07-2009, 19:32
k pera ta sigkinitika ola auta, gia pite poios katevike stin poreia?;-)

Tispanagias tamatia
07-07-2009, 22:35
Η Θεσσαλονίκη πήγε διακοπές πάντως.

Dythor
08-07-2009, 20:43
εγω δε μπορω να καταλαβω γιατι κανουνε παιδια.

Ναι τους ΓΑΜΗΜΕΝΟΥΣ. Δεν ξέρουν ποιά ΘΕΣΗ τους ΑΞΙΖΕΙ. Ζήτω η αποκλειστική αναπαραγωγή της Άριας Φυλής!

rage for order
08-07-2009, 20:51
έλα προφανώς δεν το εννοεί έτσι.
σβήσε την μαλακία σου γιατί τζάμπα το flame.

Dythor
08-07-2009, 20:53
έλα προφανώς δεν το εννοεί έτσι.
σβήσε την μαλακία σου γιατί τζάμπα το flame.

Έλα μωρέ μλκ χαλάς όλη τι φάσι.

asimoulis
08-07-2009, 20:55
χαχαχα ναι γαμώ τις φάσεις τι να σου πω. ειρωνεύεσαι τον εθνικοσοσιαλισμό χωρίς να έχεις ακούσει μισή ώρα βάγκνερ, βλακάκο.

pitchfork
08-07-2009, 21:00
Κουραστικές οι ιστορίες.
Δε μου είπαν τίποτα.

asimoulis
08-07-2009, 21:02
στέη οφφ τόπικ πληζ

Midnight
09-07-2009, 01:06
χαχαχα ναι γαμώ τις φάσεις τι να σου πω. ειρωνεύεσαι τον εθνικοσοσιαλισμό χωρίς να έχεις ακούσει μισή ώρα βάγκνερ, βλακάκο.

Καταρχάς, λίγα τα λόγια σου για τον Dythor! (τον οποίο συμπαθώ πάρα πολύ, παρόλο που έχει δηλώσει πως θα ήθελε να μην αναφέρομαι καν στο όνομά του).

Κατά δεύτερον, εννοείται πως ειρωνευόμαστε τον εθνικοσοσιαλισμό και ταυτόχρονα δηλώνουμε πως ο Βάγκνερ γαμάει true metal δισκογραφίες (αν και όχι των Manowar).

Κατά τρίτον δεν έχω...

Phantom Duck
09-07-2009, 01:55
πρέπει να έγινε λάθος στους midnight, δεν εξηγείται αλλιώς.

Dythor
09-07-2009, 02:55
Καταρχάς, λίγα τα λόγια σου για τον Dythor! (τον οποίο συμπαθώ πάρα πολύ, παρόλο που έχει δηλώσει πως θα ήθελε να μην αναφέρομαι καν στο όνομά του).

Έλα, σε πειράζω επειδή είσαι μπαγουδος.

rage for order
09-07-2009, 03:12
μαμά μαμά, τι πα να πει μπαγουδος;