Candiru
11-08-2008, 13:51
Αντε, τα κεφάλια μέσα για σοβαρό στοχασμό.
Ξέρουμε, επίσης, ότι ο Λακάν είχε κάποιες εμπειρίες από την κουλτούρα της διαμαρτυρίας στην εποχή του. ….Από την άλλη βέβαια, έχουμε και το αρκετά σοβαρό περιστατικό της συνάντησης με τους φοιτητές στη Βενσέν, μιας επεισοδιακής συνάντησης που τελειώνει με την πολύ γνωστή φράση του Λακάν, ο οποίος λίγο πολύ λέει στους φοιτητές: «Κοιτάξτε να δείτε, η επιθυμία σας για επανάσταση υποκρύπτει το λόγο του Κυρίου. Αυτό δείχνει η εμπειρία. Τελικά αυτό που ζητάτε ως επαναστάτες είναι ένας νέος Κύριος, ένας νέος Αφέντης». Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και σε μια ομιλία του στη Λουβέν, στις αρχές της δεκαετίας του ’70, που έχει διασωθεί και σε φιλμ, όπου τον διακόπτει ένας φοιτητής για να εκθέσει μια ολόκληρη επαναστατική προβληματική, με μάλλον καταστασιακό στιλ. Στο τέλος, αφού μάλιστα προσπαθεί να επιτεθεί στον Λακάν και τον απομακρύνουν, το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει ο Λακάν είναι του τύπου: «Όπως έλεγε ο φίλος μας όλοι πρέπει να είμαστε μαζί, να συνδεθούμε, αλλά για να πετύχουμε τι; Τι σημαίνει η οργάνωση, αυτή η νέα επαναστατική κατάσταση, αν όχι μια νέα τάξη; Και αυτή η νέα τάξη θα είναι η επιστροφή σε κάτι που θα συνδέεται με το λόγο του Κυρίου. Θα έχει, δηλαδή, κι αυτή έναν ιεραρχικό, εξουσιαστικό χαρακτήρα». Επισημαίνει μάλιστα ότι «αυτή είναι η μόνη λέξη που δεν αναφέρθηκε σε όσα ακούσατε», δηλαδή στο επαναστατικό κήρυγμα.
Εδώ νομίζω ότι διαφαίνεται πολύ καθαρά η στάση του Λακάν, που συνοψίζεται σε αυτήν τη διπλή κριτική, σε ένα διπλό ριζοσπαστισμό. Υπάρχει, αφενός, μια κριτική των υπαρκτών καθηλώσεων, ιδεολογικών και άλλων, αλλά, αφετέρου, και μία εξίσου ριζική κριτική των φαντασιώσεων μιας απόλυτης υπέρβασης – στάση που μάλλον δικαιώνεται από την οδυνηρή κατάληξη των προσπαθειών πραγμάτωσης φαντασιώσεων τέτοιου είδους κατά τον 20ό αιώνα. Όπως το έχει θέσει κάπου ο Αλέν Μπαντιού, μια σημαίνουσα φιγούρα της λακανικής Αριστεράς, «κάτι άλλο, κάτι διαφορετικό είναι δυνατό, αλλά δεν είναι όλα δυνατά». Εδώ θεωρώ πως συμπυκνώνεται η στάση του Λακάν: κάτι άλλο είναι πάντα δυνατό, αλλά δεν είναι όλα δυνατά. Και εδώ βέβαια έγκειται και η βασική διαφορά από τη φροϋδική Αριστερά. Δεν έχουμε αυτόν το μανιχαϊκό, απλουστευτικό ουτοπισμό, αλλά αντιθέτως μια διπλή και αναστοχαστική κριτική στάση. Επιπροσθέτως, ο Λακάν απορρίπτει και τον απλοϊκό σεξουαλικό ριζοσπαστισμό της φροϋδικής Αριστεράς. Δεν πιστεύει καθόλου σ’ αυτό το ιδεώδες ένωσης, ομαλότητας και υπέρβασης το οποίο υποβόσκει εκεί. Αν μη τι άλλο, ο Λακάν θεωρεί ότι η σεξουαλική σχέση, η σχέση φύλων δεν υπάρχει, με την έννοια ότι δεν επιτυγχάνεται ποτέ αυτή η απόλυτα αρμονική σύνδεση άνδρα και γυναίκας που θα υποδήλωνε τη δυνατότητα μιας κατάστασης πέρα από κάθε αλλοτρίωση και πέρα από κάθε αρνητικότητα.
Τι καινούργιο μπορούμε να περιμένουμε από τη λακανική Αριστερά; Τι μπορεί κανείς να περιμένει από μια προσέγγιση όπως η ψυχανάλυση, ιδίως στην λακανική προοπτική; Σίγουρα δεν μπορούμε να περιμένουμε την τελική λύση σε όλα τα προβλήματα της πολιτικής, ούτε στις προκλήσεις μιας αριστερής πολιτικής. Αν και η λακανική προσέγγιση είναι κριτική και μπορεί να χρησιμοποιηθεί με τρόπους που θα ενθαρρύνουν την ανάδυση του νέου, δεν μπορεί να εγγυηθεί αυτή την ανάδυση. Αυτό θα πήγαινε κόντρα και στον όλο προσανατολισμό της ψυχανάλυσης. Η ψυχανάλυση δεν αποτελεί πανάκεια βελτίωσης της ζωής, αλλά στήριγμα, ενδεχομένως, στην ανάληψη από τον ίδιο τον άνθρωπο της ευθύνης γι’ αυτή την αλλαγή. Εξάλλου, πολύ συχνά, μήπως δεν είμαστε οι ίδιοι οι μεγαλύτεροι εχθροί ενός άλλου εαυτού μας; Τα μεγαλύτερα εμπόδια στην αλλαγή της ταυτότητάς μας; Γι’ αυτό ακριβώς, κάθε πραγματική αλλαγή οφείλει να εμπλέξει εμάς τους ίδιους, ως κοινωνικά και πολιτικά υποκείμενα, στο επίπεδο της πιο θεμελιακής ευθύνης για την επιθυμία και την απόλαυσή μας. Και ξέρουμε ότι ο Λακάν δίνει πολύ μεγάλη σημασία σε αυτό. Με αυτήν ακριβώς την προβληματική συναρτάται και η δυσκολία του λόγου του. Είναι σχεδιασμένος έτσι ώστε να αποτρέπει τις εύκολες ταυτίσεις και την πίστη σε μαγικές λύσεις. Ως εκ τούτου, δεν προσφέρεται για κομματικό φροντιστήριο, ούτε και για ιδεολογική γυμναστική. Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ότι ο Αλτουσέρ, για παράδειγμα, εξαίρει την παθιασμένη αμφιβολία του λακανικού λόγου. Μπορούμε να συνδέσουμε, επίσης, αυτή την τακτική με την αμφισβήτηση ή τη σκεπτικιστική στάση απέναντι στη δυνατότητα μιας θαυματουργής αλλαγής στην κοινωνία ως αποτέλεσμα της εφαρμογής κάποιων προκάτ ιδεωδών. Αυτό είναι επίσης κάτι πολύ βασικό. Το Μάη του ’68, όταν –κατά τη διάρκεια των συμβάντων– ο Λακάν διακόπτει το σεμινάριό του, κάνει μια συζήτηση με τους παρευρισκόμενους κι εκεί τον ρωτάνε διάφοροι ψυχαναλυτές «τι περιμένει η επανάσταση από εμάς;», κι έχουν φυσικά στο μυαλό τους ότι θα τους αποκαλύψει με κάποιον λίγο πολύ μαγικό τρόπο πώς η θεωρία μπορεί να μετασχηματιστεί σε πράξη και οι ψυχαναλυτές σε οργανικούς διανοούμενους της επαναστατικής αλλαγής. Εκείνος μάλλον τους απογοητεύει. Νομίζω ότι το συμπέρασμα είναι αρκετά απλό. Το χάσμα ανάμεσα στη θεωρία και στην πράξη είναι μη αναγώγιμο, δεν μπορούμε να το υπερβούμε. Και αυτό δεν είναι μονάχα ένα χάσμα ανάμεσα σε θεωρητικούς και πρακτικούς. Είναι ένα χάσμα που σημαδεύει όλους μας. Είναι ένα θεμελιώδες χάσμα ανάμεσα στη γνώση μας και στην επιθυμία μας, ανάμεσα στη γλώσσα και την απόλαυση, ανάμεσα σε συνειδητό και ασυνείδητο. Κι αν είναι κάτι που ξεχωρίζει το ψυχαναλυτικό savoir, την ψυχαναλυτική γνώση, είναι η δυνατότητά της όχι να γεφυρώσει αυτό το χάσμα –τα χάσματα μάλλον– αλλά να τα αναδείξει και να τα διεργαστεί. Επομένως, η λακανική Αριστερά δεν μπορεί να μας πει τι θα κάνουμε, μπορεί όμως να θέσει τα προβλήματα που έχουμε με διαφορετικό τρόπο, ώστε να μας βοηθήσει να αναλάβουμε την ευθύνη για τον αναπροσανατολισμό της σκέψης και της δράσης μας. Κι αυτό είναι κάτι που επιχειρούν και ενθαρρύνουν όλοι αυτοί οι θεωρητικοί που ανέφερα. Νομίζω ότι σε αυτήν ακριβώς την προοπτική, η λακανική Αριστερά μπορεί να αναδιατυπώσει σήμερα προβλήματα όπως η ιδεολογική καθήλωση, η –ας πούμε–σύγχρονη εθελοδουλεία και η υποταγή σε εκμεταλλευτικές εξουσιαστικές δομές, έτσι ώστε να κάνει περισσότερο δυνατή την κοινωνική αλλαγή και τη μετάθεση –όχι όμως την εξαφάνιση– των κοινωνικών συμπτωμάτων.
Και μπορεί να το κάνει με δύο τρόπους. Παρεμβαίνοντας είτε στο επίπεδο της αναπαράστασης (συμβολικό και φαντασιακό) είτε στο επίπεδο της συγκίνησης, του συναισθήματος και της απόλαυσης (πραγματικό). Οι ηγεμονικές δομές, όπως και το κλινικό σύμπτωμα εξάλλου, είναι φυσικά δομές συμβολικές (και φαντασιακές), αλλά επίσης δομές συγκινησιακές και λιμπιντικές, δομές απόλαυσης. Μια ιδεολογική καθήλωση επιτυγχάνει και εδραιώνεται μόνον όταν λειτουργεί και στα δύο αυτά επίπεδα.[8] Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί απλώς και μόνον σε ένα επίπεδο συμβολικής αντιπαράθεσης. Και έτσι νομίζω μπορούμε να εξηγήσουμε την αποτυχία της (ρασιοναλιστικής) αριστερής κριτικής σε πάρα πολλά φαινόμενα, όπως, π.χ., ο καταναλωτισμός. Δεν αρκεί να πειστεί κάποιος στο γνωστικό επίπεδο της επιχειρηματολογίας ότι αυτό που κάνει δεν είναι ορθό, δίκαιο ή «προοδευτικό». Γιατί υπάρχει και το επίπεδο της λιμπιντικής επένδυσης, μια απόλαυση, την οποία δεν αγγίζει αυτό το επιχείρημα. Αυτό μας επαναφέρει σε μια βασική ιδέα του Φρόιντ. Αν ανατρέξουμε στην Ψυχολογία των Μαζών, είναι ξεκάθαρο ότι η ταύτιση με τον ηγέτη ή με ένα ιδεώδες, που είναι ένα καθαρά πολιτικό ζήτημα, εξαρτάται σε πολύ μεγάλο βαθμό από τη λίμπιντο. Επομένως, εδώ, η λακανική Αριστερά μέσα από την προβληματική της απόλαυσης [jοuissance] πλησιάζει, ξαναγυρίζει, σε αυτό το φροϋδικό μοτίβο.
ολο το άρθρο εδώ (http://www.poulantzas.gr/keimeno.php?eidos=main&gl=gr&id=68)
Ξέρουμε, επίσης, ότι ο Λακάν είχε κάποιες εμπειρίες από την κουλτούρα της διαμαρτυρίας στην εποχή του. ….Από την άλλη βέβαια, έχουμε και το αρκετά σοβαρό περιστατικό της συνάντησης με τους φοιτητές στη Βενσέν, μιας επεισοδιακής συνάντησης που τελειώνει με την πολύ γνωστή φράση του Λακάν, ο οποίος λίγο πολύ λέει στους φοιτητές: «Κοιτάξτε να δείτε, η επιθυμία σας για επανάσταση υποκρύπτει το λόγο του Κυρίου. Αυτό δείχνει η εμπειρία. Τελικά αυτό που ζητάτε ως επαναστάτες είναι ένας νέος Κύριος, ένας νέος Αφέντης». Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και σε μια ομιλία του στη Λουβέν, στις αρχές της δεκαετίας του ’70, που έχει διασωθεί και σε φιλμ, όπου τον διακόπτει ένας φοιτητής για να εκθέσει μια ολόκληρη επαναστατική προβληματική, με μάλλον καταστασιακό στιλ. Στο τέλος, αφού μάλιστα προσπαθεί να επιτεθεί στον Λακάν και τον απομακρύνουν, το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει ο Λακάν είναι του τύπου: «Όπως έλεγε ο φίλος μας όλοι πρέπει να είμαστε μαζί, να συνδεθούμε, αλλά για να πετύχουμε τι; Τι σημαίνει η οργάνωση, αυτή η νέα επαναστατική κατάσταση, αν όχι μια νέα τάξη; Και αυτή η νέα τάξη θα είναι η επιστροφή σε κάτι που θα συνδέεται με το λόγο του Κυρίου. Θα έχει, δηλαδή, κι αυτή έναν ιεραρχικό, εξουσιαστικό χαρακτήρα». Επισημαίνει μάλιστα ότι «αυτή είναι η μόνη λέξη που δεν αναφέρθηκε σε όσα ακούσατε», δηλαδή στο επαναστατικό κήρυγμα.
Εδώ νομίζω ότι διαφαίνεται πολύ καθαρά η στάση του Λακάν, που συνοψίζεται σε αυτήν τη διπλή κριτική, σε ένα διπλό ριζοσπαστισμό. Υπάρχει, αφενός, μια κριτική των υπαρκτών καθηλώσεων, ιδεολογικών και άλλων, αλλά, αφετέρου, και μία εξίσου ριζική κριτική των φαντασιώσεων μιας απόλυτης υπέρβασης – στάση που μάλλον δικαιώνεται από την οδυνηρή κατάληξη των προσπαθειών πραγμάτωσης φαντασιώσεων τέτοιου είδους κατά τον 20ό αιώνα. Όπως το έχει θέσει κάπου ο Αλέν Μπαντιού, μια σημαίνουσα φιγούρα της λακανικής Αριστεράς, «κάτι άλλο, κάτι διαφορετικό είναι δυνατό, αλλά δεν είναι όλα δυνατά». Εδώ θεωρώ πως συμπυκνώνεται η στάση του Λακάν: κάτι άλλο είναι πάντα δυνατό, αλλά δεν είναι όλα δυνατά. Και εδώ βέβαια έγκειται και η βασική διαφορά από τη φροϋδική Αριστερά. Δεν έχουμε αυτόν το μανιχαϊκό, απλουστευτικό ουτοπισμό, αλλά αντιθέτως μια διπλή και αναστοχαστική κριτική στάση. Επιπροσθέτως, ο Λακάν απορρίπτει και τον απλοϊκό σεξουαλικό ριζοσπαστισμό της φροϋδικής Αριστεράς. Δεν πιστεύει καθόλου σ’ αυτό το ιδεώδες ένωσης, ομαλότητας και υπέρβασης το οποίο υποβόσκει εκεί. Αν μη τι άλλο, ο Λακάν θεωρεί ότι η σεξουαλική σχέση, η σχέση φύλων δεν υπάρχει, με την έννοια ότι δεν επιτυγχάνεται ποτέ αυτή η απόλυτα αρμονική σύνδεση άνδρα και γυναίκας που θα υποδήλωνε τη δυνατότητα μιας κατάστασης πέρα από κάθε αλλοτρίωση και πέρα από κάθε αρνητικότητα.
Τι καινούργιο μπορούμε να περιμένουμε από τη λακανική Αριστερά; Τι μπορεί κανείς να περιμένει από μια προσέγγιση όπως η ψυχανάλυση, ιδίως στην λακανική προοπτική; Σίγουρα δεν μπορούμε να περιμένουμε την τελική λύση σε όλα τα προβλήματα της πολιτικής, ούτε στις προκλήσεις μιας αριστερής πολιτικής. Αν και η λακανική προσέγγιση είναι κριτική και μπορεί να χρησιμοποιηθεί με τρόπους που θα ενθαρρύνουν την ανάδυση του νέου, δεν μπορεί να εγγυηθεί αυτή την ανάδυση. Αυτό θα πήγαινε κόντρα και στον όλο προσανατολισμό της ψυχανάλυσης. Η ψυχανάλυση δεν αποτελεί πανάκεια βελτίωσης της ζωής, αλλά στήριγμα, ενδεχομένως, στην ανάληψη από τον ίδιο τον άνθρωπο της ευθύνης γι’ αυτή την αλλαγή. Εξάλλου, πολύ συχνά, μήπως δεν είμαστε οι ίδιοι οι μεγαλύτεροι εχθροί ενός άλλου εαυτού μας; Τα μεγαλύτερα εμπόδια στην αλλαγή της ταυτότητάς μας; Γι’ αυτό ακριβώς, κάθε πραγματική αλλαγή οφείλει να εμπλέξει εμάς τους ίδιους, ως κοινωνικά και πολιτικά υποκείμενα, στο επίπεδο της πιο θεμελιακής ευθύνης για την επιθυμία και την απόλαυσή μας. Και ξέρουμε ότι ο Λακάν δίνει πολύ μεγάλη σημασία σε αυτό. Με αυτήν ακριβώς την προβληματική συναρτάται και η δυσκολία του λόγου του. Είναι σχεδιασμένος έτσι ώστε να αποτρέπει τις εύκολες ταυτίσεις και την πίστη σε μαγικές λύσεις. Ως εκ τούτου, δεν προσφέρεται για κομματικό φροντιστήριο, ούτε και για ιδεολογική γυμναστική. Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ότι ο Αλτουσέρ, για παράδειγμα, εξαίρει την παθιασμένη αμφιβολία του λακανικού λόγου. Μπορούμε να συνδέσουμε, επίσης, αυτή την τακτική με την αμφισβήτηση ή τη σκεπτικιστική στάση απέναντι στη δυνατότητα μιας θαυματουργής αλλαγής στην κοινωνία ως αποτέλεσμα της εφαρμογής κάποιων προκάτ ιδεωδών. Αυτό είναι επίσης κάτι πολύ βασικό. Το Μάη του ’68, όταν –κατά τη διάρκεια των συμβάντων– ο Λακάν διακόπτει το σεμινάριό του, κάνει μια συζήτηση με τους παρευρισκόμενους κι εκεί τον ρωτάνε διάφοροι ψυχαναλυτές «τι περιμένει η επανάσταση από εμάς;», κι έχουν φυσικά στο μυαλό τους ότι θα τους αποκαλύψει με κάποιον λίγο πολύ μαγικό τρόπο πώς η θεωρία μπορεί να μετασχηματιστεί σε πράξη και οι ψυχαναλυτές σε οργανικούς διανοούμενους της επαναστατικής αλλαγής. Εκείνος μάλλον τους απογοητεύει. Νομίζω ότι το συμπέρασμα είναι αρκετά απλό. Το χάσμα ανάμεσα στη θεωρία και στην πράξη είναι μη αναγώγιμο, δεν μπορούμε να το υπερβούμε. Και αυτό δεν είναι μονάχα ένα χάσμα ανάμεσα σε θεωρητικούς και πρακτικούς. Είναι ένα χάσμα που σημαδεύει όλους μας. Είναι ένα θεμελιώδες χάσμα ανάμεσα στη γνώση μας και στην επιθυμία μας, ανάμεσα στη γλώσσα και την απόλαυση, ανάμεσα σε συνειδητό και ασυνείδητο. Κι αν είναι κάτι που ξεχωρίζει το ψυχαναλυτικό savoir, την ψυχαναλυτική γνώση, είναι η δυνατότητά της όχι να γεφυρώσει αυτό το χάσμα –τα χάσματα μάλλον– αλλά να τα αναδείξει και να τα διεργαστεί. Επομένως, η λακανική Αριστερά δεν μπορεί να μας πει τι θα κάνουμε, μπορεί όμως να θέσει τα προβλήματα που έχουμε με διαφορετικό τρόπο, ώστε να μας βοηθήσει να αναλάβουμε την ευθύνη για τον αναπροσανατολισμό της σκέψης και της δράσης μας. Κι αυτό είναι κάτι που επιχειρούν και ενθαρρύνουν όλοι αυτοί οι θεωρητικοί που ανέφερα. Νομίζω ότι σε αυτήν ακριβώς την προοπτική, η λακανική Αριστερά μπορεί να αναδιατυπώσει σήμερα προβλήματα όπως η ιδεολογική καθήλωση, η –ας πούμε–σύγχρονη εθελοδουλεία και η υποταγή σε εκμεταλλευτικές εξουσιαστικές δομές, έτσι ώστε να κάνει περισσότερο δυνατή την κοινωνική αλλαγή και τη μετάθεση –όχι όμως την εξαφάνιση– των κοινωνικών συμπτωμάτων.
Και μπορεί να το κάνει με δύο τρόπους. Παρεμβαίνοντας είτε στο επίπεδο της αναπαράστασης (συμβολικό και φαντασιακό) είτε στο επίπεδο της συγκίνησης, του συναισθήματος και της απόλαυσης (πραγματικό). Οι ηγεμονικές δομές, όπως και το κλινικό σύμπτωμα εξάλλου, είναι φυσικά δομές συμβολικές (και φαντασιακές), αλλά επίσης δομές συγκινησιακές και λιμπιντικές, δομές απόλαυσης. Μια ιδεολογική καθήλωση επιτυγχάνει και εδραιώνεται μόνον όταν λειτουργεί και στα δύο αυτά επίπεδα.[8] Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί απλώς και μόνον σε ένα επίπεδο συμβολικής αντιπαράθεσης. Και έτσι νομίζω μπορούμε να εξηγήσουμε την αποτυχία της (ρασιοναλιστικής) αριστερής κριτικής σε πάρα πολλά φαινόμενα, όπως, π.χ., ο καταναλωτισμός. Δεν αρκεί να πειστεί κάποιος στο γνωστικό επίπεδο της επιχειρηματολογίας ότι αυτό που κάνει δεν είναι ορθό, δίκαιο ή «προοδευτικό». Γιατί υπάρχει και το επίπεδο της λιμπιντικής επένδυσης, μια απόλαυση, την οποία δεν αγγίζει αυτό το επιχείρημα. Αυτό μας επαναφέρει σε μια βασική ιδέα του Φρόιντ. Αν ανατρέξουμε στην Ψυχολογία των Μαζών, είναι ξεκάθαρο ότι η ταύτιση με τον ηγέτη ή με ένα ιδεώδες, που είναι ένα καθαρά πολιτικό ζήτημα, εξαρτάται σε πολύ μεγάλο βαθμό από τη λίμπιντο. Επομένως, εδώ, η λακανική Αριστερά μέσα από την προβληματική της απόλαυσης [jοuissance] πλησιάζει, ξαναγυρίζει, σε αυτό το φροϋδικό μοτίβο.
ολο το άρθρο εδώ (http://www.poulantzas.gr/keimeno.php?eidos=main&gl=gr&id=68)