sfinotouvlaki
14-01-2008, 20:24
Twisted Tower Dire - Netherworlds
©2007 Remedy Records
http://www.electricrequiem.com/iMedia/album/album.842.cover.jpg
01. Starshine
02. Dire Wolf
03. Fortress
04. Killing Kind
05. Netherworlds
06. Casualty Of Cruel Times
07. Tales Of Submission
08. No One Left To Blame
09. Firebird
Από πολλές φουρτούνες πέρασε τα τελευταία χρόνια το καράβι τούτων των Αμερικάνων, φουρτούνες που μπορεί να μην τους έπνιξαν, εν τέλει όμως οδήγησαν στη φυγή του επί δεκαετία - σχεδόν - τραγουδιστή τους, Tony Taylor, αφού ηχογράφησε τα φωνητικά για τον εν λόγω δίσκο. Η κατάθλιψη του τελευταίου ήταν αυτή που δρομολόγησε τις εξελίξεις, αφού αποφάσισαν από κοινού ότι δεν πάει άλλο. Έτσι, ο δίσκος κυκλοφόρησε αρκετά αργότερα απ' ό,τι αρχικά υπολόγιζε η μπάντα, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Από τον Σεπτέμβρη του 2006 το μικρόφωνο χειρίζεται ο Johnny Aune.
Στα του δίσκου τώρα, μετά το "Crest of the Martyrs" του 2003, το οποίο και τους χάρισε μεγαλύτερη αναγνωρισιμότητα, οι ίδιοι προφανώς δεν έμειναν ικανοποιημένοι, κυρίως από την μερική αλλαγή κατεύθυνσης προς πιο προσβάσιμες heavy metal-ικές φόρμες (αποτέλεσμα της συνεργασίας με τον Piet Sielck). Ωστόσο, ο δίσκος είχε αρκετά εξαιρετικά κομμάτια, κάποια από τα οποία είναι ήδη κλασικά για την μπάντα. Αφού έκαναν το πειραματάκι τους, λοιπόν, γυρίζουν με τούτο εδώ σε πιο παραδοσιακούς ήχους. Η αλήθεια πάντως είναι πως και τούτη τη φορά, ένα - μικρό μεν, υπαρκτό δε - άρωμα Ευρώπης γίνεται αντιληπτό κι ας μην έχει μπλεχτεί κάποιος Piet Sielck στη μέση. Κατά τ' άλλα, έχουμε να κάνουμε με 80's metal, επηρεασμένο ακόμη κι από τον πρώιμο ήχο της συγκεκριμένης δεκαετίας, σε γρήγορες ως επί το πλείστον ταχύτητες, με διπλές κιθάρες και την χαρακτηριστική χροιά του Tony πάνω από όλα αυτά. Κι ας σταθούμε λίγο σ' αυτό το σημείο, καθώς παρουσιάζει ενδιαφέρον… φαίνεται ότι η κατάθλιψη έχει επηρεάσει το τραγούδι του. Η (τότε) ψυχολογική του κατάσταση αντανακλάται τόσο στους στίχους όσο και στην ερμηνεία του, ηχεί αρκετά "κλαψιάρης" εδώ και όσο κι αν μ' αρέσουν αυτού του είδους τα φωνητικά ("πολύ" είναι η απάντηση, για να μην κουράζεστε), σε σημεία γίνεται ελαφρώς κουραστικός. Όχι κάτι σοβαρό, αλλά λίγο τσαμπουκά και βαρβατίλα παραπάνω τη χρειάζονται τα κομμάτια. Μουσικά, συγκριτικά με της προ- "Crest of the Martyrs" δουλειές τους, εμφανίζονται απλούστεροι, με πιο άμεσες δομές, πιο λυτά ρυθμικά μέρη κ.λπ., οπότε δε χρειάζεται να σκοτίζεστε για το αν θα σας μείνουν τα κομμάτια, μετά από 3-4 ακροάσεις είστε καλυμμένοι. Εκεί που παρουσιάζεται το πρόβλημα, για μένα τουλάχιστον, είναι στο τι σου αφήνει ο δίσκος συνολικά. Τι εννοώ... εννοώ πως, σχεδόν οποιαδήποτε στιγμή και να μου βάλουν τον δίσκο, τον ακούω ευχάριστα, μετά το τέλος της ακρόασης ωστόσο, δεν τον αναζητώ, δεν πεθαίνω να τον ξανακούσω στα καπάκια, αλλά και γενικότερα (πέρα από τις ακροάσεις που πήρε για να γίνει αυτή η παρουσίαση) λίγες ήταν οι φορές που τον έβαλα επειδή γούσταρα να ακούσω το τελευταίο TTD. Επίσης, δεν υπάρχει και κάποιο πραγματικά μεγάλο κομμάτι εδώ, ακόμη και στο "Crest of the Martyrs", που φαίνεται να μην αρέσει και τόσο πολύ στους οπαδούς, υπήρχε ένα "By My Hand", ένα "Axes And Honor", ένα "Transfixed" βρε αδερφέ. Κάτι που επίσης με ενοχλεί είναι το tempo των τραγουδιών. Στο μεγαλύτερο μέρος του δίσκου η μπάντα ακολουθεί έναν "γρήγορο, αλλά δεν σκοτωνόμαστε κιόλα" ρυθμό, με λίγα αξιόλογα mid-tempo μέρη.
Μπορεί να γλύτωσαν από τις φουρτούνες οι TTD, παρ' όλα αυτά η επόμενη μέρα τούς βρίσκει μουδιασμένους. Εμφανώς κατώτερο από τον προηγούμενο δίσκο το "Netherworlds", σίγουρα δεν είναι άσχημο, ούτε καν μέτριο θα 'λεγα. Απλά καλό. Στην προκειμένη, όμως, το απλά καλό και το ανεπαρκές δείχνουν να ταυτίζονται.
©2007 Remedy Records
http://www.electricrequiem.com/iMedia/album/album.842.cover.jpg
01. Starshine
02. Dire Wolf
03. Fortress
04. Killing Kind
05. Netherworlds
06. Casualty Of Cruel Times
07. Tales Of Submission
08. No One Left To Blame
09. Firebird
Από πολλές φουρτούνες πέρασε τα τελευταία χρόνια το καράβι τούτων των Αμερικάνων, φουρτούνες που μπορεί να μην τους έπνιξαν, εν τέλει όμως οδήγησαν στη φυγή του επί δεκαετία - σχεδόν - τραγουδιστή τους, Tony Taylor, αφού ηχογράφησε τα φωνητικά για τον εν λόγω δίσκο. Η κατάθλιψη του τελευταίου ήταν αυτή που δρομολόγησε τις εξελίξεις, αφού αποφάσισαν από κοινού ότι δεν πάει άλλο. Έτσι, ο δίσκος κυκλοφόρησε αρκετά αργότερα απ' ό,τι αρχικά υπολόγιζε η μπάντα, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Από τον Σεπτέμβρη του 2006 το μικρόφωνο χειρίζεται ο Johnny Aune.
Στα του δίσκου τώρα, μετά το "Crest of the Martyrs" του 2003, το οποίο και τους χάρισε μεγαλύτερη αναγνωρισιμότητα, οι ίδιοι προφανώς δεν έμειναν ικανοποιημένοι, κυρίως από την μερική αλλαγή κατεύθυνσης προς πιο προσβάσιμες heavy metal-ικές φόρμες (αποτέλεσμα της συνεργασίας με τον Piet Sielck). Ωστόσο, ο δίσκος είχε αρκετά εξαιρετικά κομμάτια, κάποια από τα οποία είναι ήδη κλασικά για την μπάντα. Αφού έκαναν το πειραματάκι τους, λοιπόν, γυρίζουν με τούτο εδώ σε πιο παραδοσιακούς ήχους. Η αλήθεια πάντως είναι πως και τούτη τη φορά, ένα - μικρό μεν, υπαρκτό δε - άρωμα Ευρώπης γίνεται αντιληπτό κι ας μην έχει μπλεχτεί κάποιος Piet Sielck στη μέση. Κατά τ' άλλα, έχουμε να κάνουμε με 80's metal, επηρεασμένο ακόμη κι από τον πρώιμο ήχο της συγκεκριμένης δεκαετίας, σε γρήγορες ως επί το πλείστον ταχύτητες, με διπλές κιθάρες και την χαρακτηριστική χροιά του Tony πάνω από όλα αυτά. Κι ας σταθούμε λίγο σ' αυτό το σημείο, καθώς παρουσιάζει ενδιαφέρον… φαίνεται ότι η κατάθλιψη έχει επηρεάσει το τραγούδι του. Η (τότε) ψυχολογική του κατάσταση αντανακλάται τόσο στους στίχους όσο και στην ερμηνεία του, ηχεί αρκετά "κλαψιάρης" εδώ και όσο κι αν μ' αρέσουν αυτού του είδους τα φωνητικά ("πολύ" είναι η απάντηση, για να μην κουράζεστε), σε σημεία γίνεται ελαφρώς κουραστικός. Όχι κάτι σοβαρό, αλλά λίγο τσαμπουκά και βαρβατίλα παραπάνω τη χρειάζονται τα κομμάτια. Μουσικά, συγκριτικά με της προ- "Crest of the Martyrs" δουλειές τους, εμφανίζονται απλούστεροι, με πιο άμεσες δομές, πιο λυτά ρυθμικά μέρη κ.λπ., οπότε δε χρειάζεται να σκοτίζεστε για το αν θα σας μείνουν τα κομμάτια, μετά από 3-4 ακροάσεις είστε καλυμμένοι. Εκεί που παρουσιάζεται το πρόβλημα, για μένα τουλάχιστον, είναι στο τι σου αφήνει ο δίσκος συνολικά. Τι εννοώ... εννοώ πως, σχεδόν οποιαδήποτε στιγμή και να μου βάλουν τον δίσκο, τον ακούω ευχάριστα, μετά το τέλος της ακρόασης ωστόσο, δεν τον αναζητώ, δεν πεθαίνω να τον ξανακούσω στα καπάκια, αλλά και γενικότερα (πέρα από τις ακροάσεις που πήρε για να γίνει αυτή η παρουσίαση) λίγες ήταν οι φορές που τον έβαλα επειδή γούσταρα να ακούσω το τελευταίο TTD. Επίσης, δεν υπάρχει και κάποιο πραγματικά μεγάλο κομμάτι εδώ, ακόμη και στο "Crest of the Martyrs", που φαίνεται να μην αρέσει και τόσο πολύ στους οπαδούς, υπήρχε ένα "By My Hand", ένα "Axes And Honor", ένα "Transfixed" βρε αδερφέ. Κάτι που επίσης με ενοχλεί είναι το tempo των τραγουδιών. Στο μεγαλύτερο μέρος του δίσκου η μπάντα ακολουθεί έναν "γρήγορο, αλλά δεν σκοτωνόμαστε κιόλα" ρυθμό, με λίγα αξιόλογα mid-tempo μέρη.
Μπορεί να γλύτωσαν από τις φουρτούνες οι TTD, παρ' όλα αυτά η επόμενη μέρα τούς βρίσκει μουδιασμένους. Εμφανώς κατώτερο από τον προηγούμενο δίσκο το "Netherworlds", σίγουρα δεν είναι άσχημο, ούτε καν μέτριο θα 'λεγα. Απλά καλό. Στην προκειμένη, όμως, το απλά καλό και το ανεπαρκές δείχνουν να ταυτίζονται.