Candiru
20-12-2005, 12:21
http://www.triaridis.gr/keimena/keimC001.htm
του Θανάση Τριαρίδη
Παραμονή των Χριστουγέννων του χίλια εννιακόσια ενενηνταεννιά. Χιονίζει. Ο μαχαλάς των Τσιγγάνων του Γαλλικού ποταμού έχει γίνει λευκός. Αν κάποιος δεν το ξέρει, δεν καταλαβαίνει πως οι παράγκες είναι καμωμένες από νάιλον σακούλες. Το χιόνι σκεπάζει: τα σκουπίδια, τα παλιοσίδερα, τις ακαθαρσίες, την απειλητική κοίτη του ποταμού, τη μυρωδιά από τα γουρουνάδικα, τη φτώχεια, την εξαθλίωση των δυο χιλιάδων Τσιγγάνων. Σκεπάζει ακόμη και τα σκοτωμένα ποντίκια που τις άλλες μέρες προσπερνάμε περπατώντας ανάμεσα από τις παράγκες. Λένε πως για κάθε ποντίκι που βλέπεις υπάρχουν γύρω σου άλλα εκατό. Γιατί κανένας πόλεμος δεν τέλειωσε ποτέ. Το χιόνι σκεπάζει — τον πόλεμο και τις πληγές μας.
Οι Drom έχουμε πάει από νωρίς για να πούμε τα κάλαντα — αμήχανη προσπάθεια να τους πείσουμε πως εκείνοι οι Τσιγγάνοι είναι κομμάτι της ζωής μας. Τα συνηθισμένα μας ψέματα: είναι κομμάτι του κενού μας. Στην παράγκα που φτιάξαμε για ιατρείο περιμένει η εθελόντρια Ε.Γ. με τα Τσιγγανόπουλα του σχολείου. Έχουν έρθει και από τη νομαρχία. Μπούγιο. Είναι εκεί και τα κανάλια της τηλεόρασης. Ζωντανές συνδέσεις ασχέτων: Μια σταγόνα αγάπης στα τελευταία Χριστούγεννα του αιώνα. Κάλαντα στα ελληνικά και στα τσιγγάνικα· τραγουδάμε κι εμείς. Μοιράζονται γλυκά και παιχνίδια. Στις τηλεοράσεις κούφια λόγια, τι άλλο. Κοιτάζω το ρολόι· πρέπει ν' αγοράσω χριστουγεννιάτικα δώρα από το κέντρο της πόλης. Έχω κανονίσει να φύγω με το πρώτο αυτοκίνητο. Βιάζομαι. Λέω με στόμφο στον Φραγκούλη, μάλλον για να διώξω τις τύψεις για τη βιασύνη μου, για να το παίξω κολλητός τους: «Του χρόνου θα είστε στα σπίτια σας». Εννοώ τον οικισμό Αγία Σοφία. Φεύγω με μεγάλα βήματα.
Τρεις ώρες αργότερα. Είμαι στην Τσιμισκή, στον αύλιο χώρο ενός πολυσύχναστου εμπορικού κέντρου. Μια ορχήστρα παίζει χριστουγεννιάτικα. «I'am dreaming of a White Christmas». Εντυπωσιακές κοπέλες ντυμένες Αγιοβασίληδες μοιράζουν σοκολάτες. Κόσμος που κρατάμε σακούλες. Αδιαχώρητο. Χτυπάει το κινητό. Η εθελόντρια Ν.Μ. Για να την ακούσω βγαίνω στη Βασιλέως Ηρακλείου. Μόλις έχει φτάσει σπίτι της από τον μαχαλά. Μαζί με άλλες δυο, μετά τα κάλαντα γύρισαν τις παράγκες για να ευχηθούν σε όλες τις οικογένειες. Στην παράγκα της Δέσποινας Λάκη, το μικρό κοριτσάκι της έκαψε το πρόσωπό του στην ξυλόσομπα. Μια γνωστή τής Ν. της είπε πως από τη σκουριασμένη ξυλόσομπα μπορεί να πάθει τέτανο. «Έχουμε κάνει στο παιδί αντιτετανικό;» με ρωτά. «Δεν θυμάμαι για ποιο παιδί μιλάμε, δεν θυμάμαι την παράγκα, Δέσποινα Λάκη είπες, θα ρωτήσω, θα δω», της λέω. Κλείνω το τηλέφωνο. Η μουσική συνεχίζει. Κι όμως θυμάμαι.
Κι όμως θυμάμαι. Οι Λάκηδες: οι πιο κατατρεγμένοι από τους κατατρεγμένους του Γαλλικού. Παράξενες, ακατανόητες έριδες διχάζουν τη φαμίλια· δεν βγαίνει άκρη. Η Δέσποινα είναι νύφη στην οικογένεια· ξερακιανή, ζυγωματικά ρουφηγμένα, δείχνει πενηνταπέντε, μα είναι μόλις τριαντατρία — ίσως και λιγότερο. Ο άντρας της στη φυλακή, μάλλον για ληστείες, ο πεθερός της πεθαμένος. Τον πρώτο καιρό δεν άφηνε τους εθελοντές να μπουν στο καλύβι της· οι γείτονες τη λένε τρελή. Κανένα από τα πέντε παιδιά της Δέσποινας, από δέκα ως τεσσάρων χρονών, δεν μιλά. Για σχολείο ούτε λόγος. «Είναι κουσουρλίδικα τα παιδιά, καταραμένα», μου είπαν τα αδέλφια του άντρα της που μένουν λίγο πιο πέρα. «Τι περιμένεις από φιτσίρια;» μονολογούνε στο κέντρο του μαχαλά. Οι απόκληροι των αποκλήρων. Τι θα πει ανάγκη;
Χίλια εννιακόσια ενενηνταεννιά, Μάιος: η Δέσποινα Λάκη φέρνει στο ιατρείο δυο από τα κορίτσια της. Τα δύο μικρότερα Ο παιδίατρος Ν.Μπ. μου είπε πως έχουν μολυσματικό σταφυλόκοκκο στην περιοχή της μύτης και του αφτιού. Πως αν δεν κάνουν θεραπεία με αντιβιοτικά και αλοιφή για δεκαπέντε μέρες μπορεί να παραμορφωθεί το πρόσωπό τους, να σημαδευτεί για όλη τους τη ζωή. «Αν χαλάσει το πρόσωπο του κοριτσιού, χαλάει και η ζωή του». Έτσι λένε οι Τσιγγάνοι.
............................
του Θανάση Τριαρίδη
Παραμονή των Χριστουγέννων του χίλια εννιακόσια ενενηνταεννιά. Χιονίζει. Ο μαχαλάς των Τσιγγάνων του Γαλλικού ποταμού έχει γίνει λευκός. Αν κάποιος δεν το ξέρει, δεν καταλαβαίνει πως οι παράγκες είναι καμωμένες από νάιλον σακούλες. Το χιόνι σκεπάζει: τα σκουπίδια, τα παλιοσίδερα, τις ακαθαρσίες, την απειλητική κοίτη του ποταμού, τη μυρωδιά από τα γουρουνάδικα, τη φτώχεια, την εξαθλίωση των δυο χιλιάδων Τσιγγάνων. Σκεπάζει ακόμη και τα σκοτωμένα ποντίκια που τις άλλες μέρες προσπερνάμε περπατώντας ανάμεσα από τις παράγκες. Λένε πως για κάθε ποντίκι που βλέπεις υπάρχουν γύρω σου άλλα εκατό. Γιατί κανένας πόλεμος δεν τέλειωσε ποτέ. Το χιόνι σκεπάζει — τον πόλεμο και τις πληγές μας.
Οι Drom έχουμε πάει από νωρίς για να πούμε τα κάλαντα — αμήχανη προσπάθεια να τους πείσουμε πως εκείνοι οι Τσιγγάνοι είναι κομμάτι της ζωής μας. Τα συνηθισμένα μας ψέματα: είναι κομμάτι του κενού μας. Στην παράγκα που φτιάξαμε για ιατρείο περιμένει η εθελόντρια Ε.Γ. με τα Τσιγγανόπουλα του σχολείου. Έχουν έρθει και από τη νομαρχία. Μπούγιο. Είναι εκεί και τα κανάλια της τηλεόρασης. Ζωντανές συνδέσεις ασχέτων: Μια σταγόνα αγάπης στα τελευταία Χριστούγεννα του αιώνα. Κάλαντα στα ελληνικά και στα τσιγγάνικα· τραγουδάμε κι εμείς. Μοιράζονται γλυκά και παιχνίδια. Στις τηλεοράσεις κούφια λόγια, τι άλλο. Κοιτάζω το ρολόι· πρέπει ν' αγοράσω χριστουγεννιάτικα δώρα από το κέντρο της πόλης. Έχω κανονίσει να φύγω με το πρώτο αυτοκίνητο. Βιάζομαι. Λέω με στόμφο στον Φραγκούλη, μάλλον για να διώξω τις τύψεις για τη βιασύνη μου, για να το παίξω κολλητός τους: «Του χρόνου θα είστε στα σπίτια σας». Εννοώ τον οικισμό Αγία Σοφία. Φεύγω με μεγάλα βήματα.
Τρεις ώρες αργότερα. Είμαι στην Τσιμισκή, στον αύλιο χώρο ενός πολυσύχναστου εμπορικού κέντρου. Μια ορχήστρα παίζει χριστουγεννιάτικα. «I'am dreaming of a White Christmas». Εντυπωσιακές κοπέλες ντυμένες Αγιοβασίληδες μοιράζουν σοκολάτες. Κόσμος που κρατάμε σακούλες. Αδιαχώρητο. Χτυπάει το κινητό. Η εθελόντρια Ν.Μ. Για να την ακούσω βγαίνω στη Βασιλέως Ηρακλείου. Μόλις έχει φτάσει σπίτι της από τον μαχαλά. Μαζί με άλλες δυο, μετά τα κάλαντα γύρισαν τις παράγκες για να ευχηθούν σε όλες τις οικογένειες. Στην παράγκα της Δέσποινας Λάκη, το μικρό κοριτσάκι της έκαψε το πρόσωπό του στην ξυλόσομπα. Μια γνωστή τής Ν. της είπε πως από τη σκουριασμένη ξυλόσομπα μπορεί να πάθει τέτανο. «Έχουμε κάνει στο παιδί αντιτετανικό;» με ρωτά. «Δεν θυμάμαι για ποιο παιδί μιλάμε, δεν θυμάμαι την παράγκα, Δέσποινα Λάκη είπες, θα ρωτήσω, θα δω», της λέω. Κλείνω το τηλέφωνο. Η μουσική συνεχίζει. Κι όμως θυμάμαι.
Κι όμως θυμάμαι. Οι Λάκηδες: οι πιο κατατρεγμένοι από τους κατατρεγμένους του Γαλλικού. Παράξενες, ακατανόητες έριδες διχάζουν τη φαμίλια· δεν βγαίνει άκρη. Η Δέσποινα είναι νύφη στην οικογένεια· ξερακιανή, ζυγωματικά ρουφηγμένα, δείχνει πενηνταπέντε, μα είναι μόλις τριαντατρία — ίσως και λιγότερο. Ο άντρας της στη φυλακή, μάλλον για ληστείες, ο πεθερός της πεθαμένος. Τον πρώτο καιρό δεν άφηνε τους εθελοντές να μπουν στο καλύβι της· οι γείτονες τη λένε τρελή. Κανένα από τα πέντε παιδιά της Δέσποινας, από δέκα ως τεσσάρων χρονών, δεν μιλά. Για σχολείο ούτε λόγος. «Είναι κουσουρλίδικα τα παιδιά, καταραμένα», μου είπαν τα αδέλφια του άντρα της που μένουν λίγο πιο πέρα. «Τι περιμένεις από φιτσίρια;» μονολογούνε στο κέντρο του μαχαλά. Οι απόκληροι των αποκλήρων. Τι θα πει ανάγκη;
Χίλια εννιακόσια ενενηνταεννιά, Μάιος: η Δέσποινα Λάκη φέρνει στο ιατρείο δυο από τα κορίτσια της. Τα δύο μικρότερα Ο παιδίατρος Ν.Μπ. μου είπε πως έχουν μολυσματικό σταφυλόκοκκο στην περιοχή της μύτης και του αφτιού. Πως αν δεν κάνουν θεραπεία με αντιβιοτικά και αλοιφή για δεκαπέντε μέρες μπορεί να παραμορφωθεί το πρόσωπό τους, να σημαδευτεί για όλη τους τη ζωή. «Αν χαλάσει το πρόσωπο του κοριτσιού, χαλάει και η ζωή του». Έτσι λένε οι Τσιγγάνοι.
............................