Log in

View Full Version : Rembetika



freak brother
21-11-2003, 07:03
Pia einai h gnwmh sas...egw prwsopika an kai den exw asxolithei idiaitera (eimai sta prwta stadia akoma) eimai megalos opados... eidika tou Vamvakarh tou opiou h mousikh einai apo ta pio varia pragmata pou xw akousei sthn zwh mou :P

The_Emperor
21-11-2003, 10:47
exw pantelh agnoia apo synthetes kai onomata kai einai elaxistoi kai oi titloi kommation pou thymamai
ostoso edo pou spoudazo polles fores foithtes mazeyontan kai ekanan sto kylikeio ths Estias faseis me rempetiko repertotio kai mazeyotan apeiros kosmos...Ta kommatia kai h olh atmosfaira htan pragmatika apisteyta mesa sto klima ths pareas. Ostoso nomizo oti mono se live katastaseis h mazi me filous leei na akous tetoia mousikh...Ayto to pragma den leei na bgainei apo ena apsyxo cd to opoio akous monos...
just my opinion

Amnesiac.
21-11-2003, 11:58
i gnwmi mou einai oti prepei na metaferthei sto non-metal :)

/me asxetos episis, to mono pou mou aresei (an kai den kserw kan an thewrountai rempetika) einai mia kaseta me ta "apagoreymena" se kati ixografiseis tou 1920-25 ktl.
einai gamati.

The Sentinel
21-11-2003, 12:15
ta rempetika einai kavla sketi.\m/

Raven Lord
21-11-2003, 12:25
ακούω μερικά ρεμπέτικα, κυρίως εποχής '30-'40. Σίγουρα υπάρχουν κομμάτια που είναι κορυφαία, αλλά γενικά δεν έχουν διασωθεί τα περισσότερα εκείνης της εποχής και κυκλοφορούν μόνο κάποια στάνταρ πολύ γνωστά.

από καλλιτέχνες θα συμφωνήσω ότι ο Βαμβακάρης είναι από τους top του είδους, όπως και οι Μπάτης, Μπιθικώτσης, Δελλιάς, Καλδάρας και φυσικά ο μέγιστος Τσιτσάνης (και λόγω καταγωγής χεχεχε). Βέβαια υπάρχουν κι αλλοι οι οποίοι μου διαφεύγουν...

σε live φάση, τραπεζάκι και τσίπουρα κτλ, είναι η καλύτερη συνοδεία, αλλά προτιμώ τα πολύ βαριά (χασικλήδικα) και όχι τα συνηθισμένα που παίζονται στα σημερινά "ρεμπετάδικα", τα οποία μόνο ρεμπετάδικα δεν είναι...

η ταινία "το Ρεμπέτικο" νομίζω απεικονίζει τέλεια το κλίμα και τη μουσική της εποχής. αν και το soundtrack γραφτηκε απο τον Χατζηδάκη (αν δεν κάνω λάθος), έναν μη ρεμπέτη, είναι πολύ καλό και πιάνει το νόημα...

freak brother
21-11-2003, 18:37
epishs h seira pou deixnei se epanalhpseis sthn ert ... to minore ths aughs me ton kafetzopoulo einai apisteuth an kai den thn exw dei pote oloklhrh giati oi malakes thn vazoun meshmeri kalokairiou.. :p

Raven Lord
21-11-2003, 19:25
epishs h seira pou deixnei se epanalhpseis sthn ert ... to minore ths aughs me ton kafetzopoulo einai apisteuth an kai den thn exw dei pote oloklhrh giati oi malakes thn vazoun meshmeri kalokairiou.. :p

θυμάμαι που την έβλεπα μικρός, αλλά τότε δεν καταλάβαινα και πολλά,΄οπότε είναι σαν να μην την έχω δει καθόλου...

cancer
29-11-2003, 22:24
ego pali nomizo oti idiaitera ta xasiklidika einai gia na ta akous monos sou...

Magellan
30-11-2003, 04:22
fisaroufatrabatonepatatonekianaftone

Raven Lord
01-12-2003, 14:08
ego pali nomizo oti idiaitera ta xasiklidika einai gia na ta akous monos sou...

με ναργιλέ και τσιπουράκι... αντε γειά μας!

cancer
01-12-2003, 22:09
eidika an einai erototragouda.

se pao esena :shock:

The_Painless
01-12-2003, 22:21
Μόνο εγώ δε "νιώθω" με ρεμπέτικα; :?

freak brother
02-12-2003, 02:21
parakolouthw ena forum gia to rembetiko tragoudi kai exw petyxei apithanes suzhthseis germanwn kai austriakwn sta ellhnika analyseis kommatiwn klp... o pio theos htan enas typas apo thn ourougouah pou rwtage pou mporei na vrei mpouzouki... epishs xerw oti yparxei mia mpanta apo filandous pou paizoun rempetika..

Raven Lord
02-12-2003, 16:08
parakolouthw ena forum gia to rembetiko tragoudi kai exw petyxei apithanes suzhthseis germanwn kai austriakwn sta ellhnika analyseis kommatiwn klp... o pio theos htan enas typas apo thn ourougouah pou rwtage pou mporei na vrei mpouzouki... epishs xerw oti yparxei mia mpanta apo filandous pou paizoun rempetika..

ωχ! καλή φάση. δώσε κανα link

Amnesiac.
02-12-2003, 16:34
www.kammenoi-finlandoi.com (http://www.kammenoi-finlandoi.com)

StationEleven
02-12-2003, 16:57
ante geia mas

freak brother
02-12-2003, 20:25
www.rembetiko.gr (http://www.rembetiko.gr)
grafei sto forum kai o Ferrhs pou xei kanei thn tainia to rempetiko pou einai mesa stis 3 pio diashmes ellhnikes tainies sto exwteriko .

freak brother
21-04-2004, 13:51
Με λατρεία για το ρεμπέτικο


Ενα εντυπωσιακό δισέλιδο με μία όσο το δυνατόν πληρέστερη αναδρομή στην ιστορία του ρεμπέτικου τραγουδιού και παράλληλη αναφορά στα ιστορικά γεγονότα φιλοξενούσε προχθές ο «Γκάρντιαν».


Το δημοσίευμα, με τίτλο «Τόσο καλό που το κήρυξαν παράνομο», παρακολουθεί τη γέννηση και εξέλιξη του ρεμπέτικου μέχρι και τη μεταλαμπάδευσή του σε σύγχρονα συγκροτήματα Ελληνοαμερικανών και Ελληνοαυστραλών δεύτερης και τρίτης γενιάς, αποδεικνύοντας πως η μουσική παράδοση και μεταφέρεται σχεδόν στο DNA μας και, έστω και σε ψήγματα, διασώζεται. Δεν είναι βέβαια τυχαίο ότι ο συντάκτης του κειμένου είναι κι αυτός Ελληνοαμερικανός δεύτερης γενιάς, ο διάσημος μουσικός Τζιμ Σκλαβούνος, ντράμερ του Νικ Κέιβ και των «Bad Seeds», αλλά και ιδρυτής των Vanity Set.


Ρεμπέτικο πάλκο σε φωτογραφία, που συνοδεύει το δημοσίευμα στην «Γκάρντιαν»
Αφορμή του Σκλαβούνου η διαπίστωση ότι «όλοι ξέρουν το μπουζούκι: είναι ο κλισέ ήχος της ελληνικής τουριστικής ψυχαγωγίας, που κάτι νύχτες διαποτισμένες από ούζο, ακούγεται στις ταβέρνες. Ελάχιστοι, ωστόσο, γνωρίζουν τον πρόγονο αυτής της μουσικής. Λέγεται ρεμπέτικο: είναι ένας "άξεστος", άντεργκραουντ ήχος που φτάνει από τα καμπαρέ, τα μπορντέλα και τις φυλακές της Ελλάδας του προηγούμενου αιώνα...».

Ο Σκλαβούνος ξεκινά την αφήγησή του από την ετυμολογία του όρου «ρεμπέτικο», αλλά και «κουτσαβάκης» και «μάγκας». Και αναζητά φυσικά τις ρίζες του ρεμπέτικου στην Κωνσταντινούπολη και τη Σμύρνη, παρακολουθώντας τον ιστορικό ρου και διακόπτοντάς τον όποτε χρειάζεται να σταθεί σε σημαντικές φυσιογνωμίες, όπως ο Μάρκος Βαμβακάρης, ο Βασίλης Τσιτσάνης, ο Μανώλης Χιώτης. Επισημαίνει την «επανεφεύρεση του ρεμπέτικου από δύο σπουδαίους Ελληνες συνθέτες», τον Μάνο Χατζιδάκι και τον Μίκη Θεοδωράκη. Και καταλήγει αναφέροντας συγκεκριμένα παραδείγματα μεταλαμπάδευσης του ρεμπέτικου στην ελληνική ομογένεια της Αυστραλίας κατ' αρχήν, μέσω του ροκ κιθαρίστα Τζιμ Γιαμουρίδη «που έψαξε βαθιά στις μουσικές του ρίζες», αλλά και του συγκροτήματος Dirty Three.

Συγκινητικός και ο επίλογος, στον οποίο ο Σκλαβούνος εξομολογείται: «Το συγκρότημά μου, οι Vanity Set, οι μισοί εκ των οποίων (συμπεριλαμβανομένου και εμού) είμαστε Ελληνοαμερικανοί δεύτερης γενιάς, λατρεύουμε το ρεμπέτικο. Οταν βέβαια ο κιθαρίστας μου παίρνει το ηλεκτρικό του μπουζούκι και αυτοσχεδιάζει, παίζοντας τελικά μια αξιοθρήνητη, αλλά και γεμάτη αγωνία κακοφωνία, το αποτέλεσμα δεν θυμίζει το ρεμπέτικο. Αλλά ίσως αυτός είναι ο μόνος τρόπος ώστε το πρωτότυπο πανκ πνεύμα του ρεμπέτικου να περάσει στον 21ο αιώνα...».

{NightStalker}
21-04-2004, 21:27
Menidiatis,zampetas,tsitsanhs,vamvakarhs,tragoudia tis mpellou,Perpiniadhs.

cloud
22-04-2004, 12:12
Perpiniadhs.


synelthe.

Chopped In Half
22-04-2004, 12:46
Menidiatis

θεός

"πετραδάκι-πετραδάκι γιατασένα τόχτισα, της αγάπης το τσαρδάκι"

μα ΤΙ θεός

{NightStalker}
22-04-2004, 17:22
Perpiniadhs.


synelthe.

Impossible.
Btw k o dionisiou(the elder) einai gamw alla einai laikos.Opws kai ta prwta tou mhtropanou.

AngelOfSorrow
23-04-2004, 16:35
Eeeetsi!O Stratos einai itan patriwtis mou kai eimai poly perifanos giayto!Eptalofitis Salonikios!Kai meta ton Strato paei o eteros theos Manwlis Aggelopoulos!Sorry pou 3efeygw apo to rempetiko alla....''Me trelanes ki emena kalamariwtisa!Smyrnia prosfigopoula Salonikiwtisa :)

freak brother
23-04-2004, 18:36
stratos dionusiou
APLA
theos..
etsi apla

AngelOfSorrow
23-04-2004, 19:09
Pes mou esy pws tha gyriseis ki ola tha sta sixgwrisw.Protimw ap tis anamniseis ola na ta lismonisw,ME TA LATH I SOU PALI NA ZISW!
8)

When Black Roses Bloom
23-04-2004, 19:25
H elenh h zwntoxhra, nterti exei h kakomoira, enan gero antra eeeeeeexei, ki oi kahmenh den antexeiiiiiiii

AngelOfSorrow
28-07-2004, 20:44
mporei na sas tin spaei na 3ethavoun threads alla .....

https://hydralix.softnet.tuc.gr/rebetiko/download2.php

exei exei kamia 200ria gia download

Kingdom Gone
30-07-2004, 15:45
"Ζούλα σε μια, βρε, βάρκα μπήκα
και στη σπηλιά του Δράκου βγήκα"

Το αυθεντικό ρεμπέτικο είναι από τις πιο αυθεντικές μουσικές που έχω ακούσει, δεν παίζεται με τίποτα. Και όπως είπε ο freak bro είναι και από τα πιο βαριά ακούσματα. Αλλά θέλει να τ' ακούς είτε μόνος σου είτε σε καμιά μικρή παρακμοταβέρνα με λίγο κόσμο. Τότε λέει τρελα.

Raven Lord
30-07-2004, 15:49
το βαρύ ρεμπέτικο γαμεί κανονικά... με τσιπουράκι και αργιλέ... :worship: αύριο βράδυ έχω κλείσει ένα 3ωρο στο τσιπουράδικο-στέκι στα τρίκαλα 8)

thnx για το link angel :)

Kingdom Gone
30-07-2004, 15:51
/me is jealous :(
πιες ένα ποτηράκι και για μένα ρε Raven!

Raven Lord
30-07-2004, 15:54
:beerz: εις υγείαν!!!

Lentis
30-07-2004, 16:00
METALADES MOY ESEIS :D

freak brother
02-02-2005, 15:06
KATWRIME



Σουηδικές πενιές στη Σάμο

της Εφης Μαρίνου-φωτ. Π. Πετρόπουλος

Σουηδοί ρεμπέτες... Μοιάζει με «σύντομο ανέκδοτο» κι όμως η ρεμπέτικη κομπανία με το μερακλίδικο όνομα... «Μερακλήδες» είναι ένα πραγματικό, καθαρόαιμα σουηδικό γεγονός. Τους ακούσαμε την περασμένη Κυριακή στο κτίριο των Παλαιών Φυλακών, στο Βαθύ της Σάμου, να παίζουν και να τραγουδούν ρεμπέτικα τραγούδια της φυλακής.

Σαν τους παλιούς ρεμπέτες «τακτοποιημένοι» στο πάλκο οι μουσικοί, το μπουζούκι, η κιθάρα, το ακορντεόν κι ανάμεσά τους, με τα πόδια σταυρωμένα, μια γυναίκα να τραγουδάει ως άλλη Μαρίκα Νίνου το «Γκιουλ Μπαχάρ», ενίοτε δε να παίζει και μπαγλαμά...

Οσο κι αν ακούγεται εξωτικό, οι ροδομάγουλοι, ντελικάτοι ρεμπέτες του Βορρά ένιωθαν στο στοιχείο τους, σαν να έπαιζαν σουηδική πόλκα. Δημιούργησαν μάλιστα και κέφι.

Τους σουηδούς ρεμπέτες κάλεσαν στη Σάμο το Ιστορικό Αρχείο και η Δημόσια Βιβλιοθήκη Σάμου, σε συνεργασία με την Ελληνο-σουηδική Πολιτιστική Επιτροπή. Ενδιάμεσος στην πολιτιστική ανταλλαγή ήταν η υπερδραστήρια Μαργαρίτα Μέλμπεργκ, μορφωτική ακόλουθος της ελληνικής πρεσβείας στη Στοκχόλμη.

Εν αρχή, στα μέσα της δεκαετίας του '70, υπήρξε ένα γενικό ενδιαφέρον για τη μουσική των Βαλκανίων. Τα μέλη της τετραμελούς μπάντας γνώρισαν παραδοσιακούς ρυθμούς της Γιουγκοσλαβίας, της Βουλγαρίας, της Ρουμανίας και, κατεβαίνοντας νότια, σταμάτησαν στην Ελλάδα. Εκεί συνάντησαν το ρεμπέτικο. Και κόλλησαν. Από τότε, άρχισε ένα μακρύ ταξίδι πληροφόρησης, επώδυνης γνώσης, διαρκούς απασχόλησης σε ό,τι αφορά την ρεμπέτικη ιστορία, με διάβασμα, επαφές, πολύωρες πρόβες. Βασικό μέσον μελέτης ήταν οι παλιοί δίσκοι που άκουγαν και ξανάκουγαν, δοκιμάζοντας και ξαναδοκιμάζοντας όργανα και φωνές.

Ο καημός του μπουζουκιού

Το ρεμπέτικο τους παραξένεψε, τους μάγεψε, τους καθήλωσε. Είναι παράξενο πώς ένα τόσο ιδιόρρυθμο μουσικό είδος, στενά συνδεδεμένο με ιδιαίτερες κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες στην Ελλάδα την περίοδο που γεννήθηκε και αναπτύχθηκε, έμελλε να γίνει πεδίο μελέτης, συνεχούς και βαθιάς ενασχόλησης για την μικρή σουηδική μπάντα. Τραγούδια εμπνευσμένα από το ρωμέικο φιλότιμο, το πάθος, τον νταλκά, τις γυναίκες του μπελά, τον κόσμο του περιθωρίου, άρχισαν να «μεταφράζονται» στα σουηδικά στο μυαλό και την ψυχή των φιλοπερίεργων μουσικών .

Αλλά πώς μερακλώνει ένας Σουηδός; Πώς, άραγε, μπορεί να νιώσει και να αποδώσει αυτό το «βάσανο», τον καημό, την βιωμένη ιστορία που κουβαλάει το ρεμπέτικο και που ακόμα και μεις, κοντεύουμε να ξεχάσουμε ως συνειδητοποιημένοι Ευρωπαίοι;

Κι όμως, αυτό ακριβώς διατείνονται ότι λειτούργησε ως κίνητρο στην περιπέτεια. Ο καημός, ο μοναδικός ήχος του μπουζουκιού, αυτό το «κάτι» που δεν μπορούσαν να αναγνωρίσουν σε άλλο ελληνικό μουσικό είδος: «Είναι μια μελωδία υπέροχα "σκαπτική", ακουμπά μυστήριες φλέβες, οδηγεί σε πραγματικά βάθη», διατείνονται οι ίδιοι.

«Πόσο μπορούμε εμείς ως ξένοι, ως Βόρειοι, να διεισδύσουμε σ' αυτά τα βάθη; Τόσο, όσο καταφέρνουμε να διαμορφώσουμε την δική μας εικόνα. Ισως για σας, να είναι περίεργη και μικρή αυτή η κάθοδος αλλά για μας είναι βαθιά και ουσιαστική».

Να μην πολυπιστεύουμε, λοιπόν, ό,τι ακούμε και διαβάζουμε για την «κλονισμένη» ψυχολογία των παγωμένων, ήσυχων, προγραμματισμένων Σουηδών, μας συμβουλεύει ο Λέιφ Ερικσον, ανώτερος δικαστικός του σουηδικού Αρείου Πάγου παρακαλώ, που παίζει ακορντεόν. Ούτε κατάθλιψη, ούτε αυτοκτονίες, ούτε ναρκωτικά. Το ρεμπέτικο είναι λυτρωτικό πράγμα.

Ο Ματς Ειναρσον, μουσικολόγος και παραγωγός λόγου στη Σουηδική Ραδιοφωνία, χρειάστηκε να εργαστεί για έξι μήνες στο Πανεπιστήμιο του Ούμεο, μια από τις βορειότερες περιοχές της Σουηδίας.

Εκείνο το διάστημα, μια παγωμένη και σκοτεινή μέρα, με το θερμόμετρο να δείχνει -48 βαθμούς, ακούει τυχαία σε κάποιο μαγνητόφωνο ένα «καυτό» ελληνικό τραγούδι, το «Ντυμένη σαν αρχόντισσα». Η θερμοκρασία ξαφνικά ανέβηκε. Αρχισε να γρατσουνάει τον σκοπό στο μπουζούκι. Η «Αρχόντισσα» τον οδήγησε στην «Τσιγγάνα», στον Στελάκη Περπινιάδη και στ' άλλα παιδιά...

Η ρεμπέτικη ιστορία άρχισε να ξαναγράφεται αλά σουηδικά.

«Είναι κωμικοτραγικό ένα γεγονός που συνέβη στο πρώτο μας ταξίδι στην Ελλάδα, όταν είχαμε μπει πια για τα καλά στην ιστορία του ρεμπέτικου», διηγούνται. «Περπατούσαμε στην Αθήνα, όταν κάποιος από μας ρωτά έκπληκτος: "Ποιο να είναι άραγε αυτό το κάστρο;", δείχνοντάς την Ακρόπολη... Ξέραμε σχεδόν τα πάντα για την ιστορία του ρεμπέτικου και δεν μπορούσαμε να αναγνωρίσουμε ένα από τα αρχαιότερα μνημεία του κόσμου...».

Το πρωί δικαστής και το βράδυ «παραβάτης», ο ρεμπέτης Ερικσον μας λέει γελώντας πως το αγαπημένο του τραγούδι είναι ο «Κατάδικος»... Μετά από μια δύσκολη δίκη, τον περιμένουν πρόβες εξαντλητικές: πρέπει να μάθει «δικογραφίες» του τύπου «Θα κάνω ντου βρε πονηρή», «Αντιλαλούν οι φυλακές, τ' Ανάπλι κι ο Γεντί Κουλές», «Στην φυλακή με κλείσανε για τα γλυκά σου μάτια, τον μάγκα που εγούσταρες τον έκανα κομμάτια» αλλά και το «Κακό μεγάλο μούκανες βρε άτιμη γυναίκα, όταν θα βγω απ' τα σίδερα θα σφάξω άλλους δέκα»...

«Πέρα από το αστείο του πράγματος, αρκετά τραγούδια της φυλακής μου γνώρισαν, με άλλο τρόπο, αυτό τον κόσμο που συναντώ καθημερινά στα δικαστήρια. Ναι, ίσως έγινα και περισσότερο οικείος, στην αντίληψη, την ψυχολογία».

Δασκάλα στο επάγγελμα

Η Μπριτ Ρόιστρεμ, δασκάλα στο επάγγελμα, τραγουδάει και παίζει μπαγλαμά. Δεν προσπαθεί να μιμηθεί τα τσαλίμια, το χρώμα της φωνής της Νίνου ή της Εσκενάζι. «Με οδηγεί περισσότερο η μελωδία».

Την ταυτότητα «Μερακλήδες» εμπνεύστηκαν για να εκφράσουν με τρόπο εύηχο, κεφάτο, την ανάγκη, το «μεράκι» τους για την όλη ιστορία. Διότι τι είναι οι Μερακλήδες; Εραστές του ωραίου.

Ο πλούτος της ελληνικής γλώσσας δεν τους τρομάζει. Η μουσική ήταν αυτή που τους τράβηξε στο ρεμπέτικο αλλά, σιγά-σιγά, άρχισαν να μαθαίνουν την αισθητική και «συναισθηματική» σημασία των στίχων. Στόχος της μπάντας δεν είναι κάποια διεθνής καριέρα αλλά η προσωπική πρόοδος στα «άδυτα» του ρεμπέτικου. Το ρεπερτόριό τους αριθμεί σήμερα πάνω από 100 τραγούδια, που γράφτηκαν στις δεκαετίες του '20 μέχρι και του '50, ανάμεσά τους και πολλά ανωνύμων. Ο Βαμβακάρης είναι γι' αυτούς ο «Μάρκος», όπως και για μας.

Οι Μερακλήδες δεν επιθυμούν να επεκτείνουν την δραστηριότητά τους στο ελληνικό πεντάγραμμο. Καλός ο Θεοδωράκης αλλά δεν τους λέει τίποτα... «Εχει γίνει τόσο φολκλόρ... Δεν μας αφορά», λέει ο κιθαρίστας Αντερς Σέμπεργκ. «Το ρεμπέτικο αποτελεί την πηγή στην οποία θα επιστρέφουμε συνεχώς, με σκοπό να αντλούμε καινούρια πράγματα. Είναι ένας θησαυρός για τους Ελληνες που πρέπει οπωσδήποτε να μείνει ζωντανός και δημιουργικός στα χρόνια που έρχονται».

Λέτε σ' αυτά τα χρόνια που έρχονται, στους βαρείς «χειμώνες» της παγκοσμιοποίησης, το ρεμπέτικο να επιζήσει μόνο μέσω των «Μερακλήδων»; Τα παιδιά μας ν' ακούν το «Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι» με σουηδικό αξάν; Μοιάζει λίγο με σενάριο τρόμου...

freak brother
02-02-2005, 15:08
Τριάντα χρόνια από το θάνατο του Μάρκου Βαμβακάρη, στις 8 Φεβρουαρίου 1972

«Κι έλεγε δύσκολα το ναι!..»

Ο επιμένων ελληνικά

ΛΑΜΠΡΟΣ ΛΙΑΒΑΣ

«Ο πατέρας μου πέθανε απ' το μαράζι. Ηταν άνθρωπος ειλικρινής. Εγραψε την εποχή του αληθινά. Κι έγραφε μέχρι να πεθάνει. Δε σταμάτησε ποτέ. Το μυαλό του ήταν ματσακόνι κι ας ήταν άρρωστος. Επαιζε κι έγραφε. Απ' τις εταιρείες ήτανε ριγμένος. Τον πολεμήσανε ακόμη κι οι φίλοι του. Κι ας είχανε περάσει όλοι απ' τα χέρια του... Κι όταν πέθανε, πήγαμε και πήραμε χρήματα από την ΑΕΠΙ για να τον κηδέψουμε. Για μια αξιοπρεπή κηδεία!..».

Ετσι περιγράφει ο Στέλιος Βαμβακάρης τις τελευταίες ημέρες του Μάρκου (περιοδικό «Ντέφι», αρ. 14, Φεβρ. 1987). Ο «πατριάρχης του ρεμπέτικου» έφυγε πριν από τριάντα χρόνια, στις 8 Φεβρουαρίου 1972, πάμπτωχος και παραπονεμένος, πληρώνοντας με αίμα το περιθώριο που τάχτηκε να διακονήσει.

Γιατί, αν και βρέθηκε στη δίνη της εμπορικότητας, δεν προσχώρησε στο παιχνίδι, αλλά διατήρησε το ήθος του και κρατήθηκε «εντός, εκτός κι επί τα αυτά».

Ο Μάρκος κατέχει μια κεντρική θέση στην ιστορία του ρεμπέτικου ως κορυφαίος εκπρόσωπος της «πειραιώτικης» σχολής και της «ξακουστής τετράδας» (μαζί με τον Μπάτη, τον Δελιά και τον Παγιουμτζή).

Αφομοίωσε το ήθος και τα διδάγματα της Ανατολής (έτσι όπως τα εξέφρασε η «μικρασιάτικη σχολή»), τα φιλτράρησε μέσα από τα βιώματά του από την αιγαιοπελαγίτικη μουσική και, οδηγώντας τα σε μια νέα επεξεργασία με βάση το μπουζούκι, έδωσε τα σημαντικότερα δείγματα αυτής της παράδοσης, «κλασικά» στη μορφή, το περιεχόμενο και τη λειτουργία τους.

Ο Μάρκος λειτούργησε ακριβώς σαν γέφυρα ανάμεσα στο δημοτικό, το μικρασιάτικο και το ρεμπέτικο τραγούδι.

Από την παιδική του ηλικία στην Ανω Σύρα, όπως τόσο χαρακτηριστικά αφηγείται στην «Αυτοβιογραφία» του (καταγραφή Αγγελικής Βέλλου-Κάιλ, εκδόσεις Παπαζήση, 1978), συνόδευε με το τουμπάκι τον πατέρα του που έπαιζε τσαμπούνα, κολλούσε το αυτί του στις λατέρνες και χόρευε με τα ζεϊμπέκια τις Απόκριες. «Από τα έξι μου χρόνια -διηγείται- ακολουθούσα τον πατέρα μου. Επαιζε τούμπανο, ρυθμούς του συρτού, μπάλους, κρητικά, θυμάμαι τους σκοπούς!..».

Ολα αυτά τα ακούσματα πέρασαν στα τραγούδια του, στη μουσική και στους στίχους που συχνά έχουν δομή μαντινάδας ή παραπέμπουν σε δημοτικά μοτίβα (αυτοσχέδια ομοιοκατάληκτα δίστιχα, με αυτόνομο περιεχόμενο).

Με τον Μάρκο το ρεμπέτικο διατηρούσε ακόμη τον αμιγώς παραδοσιακό του χαρακτήρα. Κράτησε την επαφή του με τον περιθωριακό κοινωνικό χώρο που το γέννησε και το έθρεψε, χωρίς να προσχωρεί στην αστική ιδεολογία και το ελαφρύτερο συναισθηματικό περιεχόμενο όπου το παρέσυρε μετά τον πόλεμο ο Τσιτσάνης, διαφοροποιώντας ανάλογα και τα εκφραστικά του μέσα και κώδικες.

Για τον Μάρκο επίκεντρο παραμένει η ταβέρνα και το κουτούκι, μακριά από την τυποποίηση και τα στεγανά που θα επιφέρει αργότερα το «πρόγραμμα» στα «κέντρα διασκέδασης».

Εξάλλου στα χρόνια του η διάδοση του ρεμπέτικου δεν ξεφεύγει πολύ από τη διαδικασία της προφορικής παράδοσης σε μια πόλη όπου η γειτονιά και το «σινάφι» διατηρούν ακόμη τα γνωρίσματα μιας παραδοσιακής κοινότητας, σαν ένα μικρό «χωριό».

Γι' αυτό και στα τραγούδια του, όπως και στη δημοτική παράδοση, η σχέση στίχου - μουσικής - χορού παραμένει άρρηκτη και πριν «βγάλει τα τραγούδια στην πιάτσα» τα... δοκίμαζε στα πόδια ενός φίλου του καλού χορευτή.

«Σήκω, ρε Σπύρο, να χορέψεις ένα καινούργιο μου -έλεγε- θέλω να δω πώς πάει στα πόδια σου...» (πρόκειται για τον Σπύρο Γαρίζα, βλ. Τάσου Σχοβέλη, Ρεμπέτικη Ανθολογία, τ.Α.· ε. 201).

Στον Μάρκο οφείλουμε επίσης την καθιέρωση της πειραιώτικης κομπανίας με τους μπουζουκο-μπαγλαμάδες, καθώς υπήρξε από τους πρώτους που ηχογράφησαν με μπουζούκι (1934 - ODEON) σπάζοντας το φράγμα της απομόνωσης ενός οργάνου ώς τότε περιθωριακού και συκοφαντημένου, παρ' όλη τη μακραίωνη παρουσία του στον ελλαδικό χώρο. Πράγματι, το μπουζούκι προέρχεται από τον οργανολογικό τύπο του αρχαίου «τρίχορδου» ή «πανδουρίδας», που στο Βυζάντιο εξελίσσεται σε «θαμπούρα» (το όργανο του Διγενή Ακρίτα) και στη νεότερη Ελλάδα σε «ταμπουρά» (αγαπημένο όργανο του Μακρυγιάννη).

«Το 1925 -έλεγε ο Μάρκος- ήμουνα εκδορέας στα σφαγεία του Πειραιά. Τότε ήρθε στο σπίτι μας ο Νίκος Αϊβαλιώτης, φίλος του πατέρα μου, που πρωτόφερε το μπουζούκι στον Πειραιά. Τρελάθηκα. Μου άρεσε τόσο πολύ ώστε ορκίστηκα να κόψω το χέρι μου αν δεν το μάθαινα!..».

Το έμαθε, λοιπόν, και από το 1934 (όπου έπαιξαν για μία και μοναδική φορά μαζί στη «μάντρα του Σαραντόπουλου», στην Ανάσταση του Πειραιά) οι μπουζουκο-μπαγλαμάδες της «κλασικής τετράδας» εκτοπίζουν πλέον τα «σαντουρόβιολα» της μικρασιάτικης σχολής (Τούντας, Παπάζογλου κ.ά.) καθιερώνοντας μια νέα τάξη στο ρεμπέτικο τραγούδι.

Να γιατί ο Μάρκος θεωρείται, και δίκαια, «πατριάρχης του ρεμπέτικου». Γιατί ήξερε όσο κανείς άλλος τους «δρόμους», τις παραδοσιακές κλίμακες και τα κουρδίσματα του τρίχορδου μπουζουκιού, πριν αυτό εξελιχθεί μεταπολεμικά στην τετράχορδη μορφή του (ουσιαστικά μια «μεταμφιεσμένη» κιθάρα που υπακούει στην κάθετη - αρμονική μουσική γλώσσα της Δύσης).

Οπως σημειώνει ο γιος του και κληρονόμος της τέχνης του, ο Στέλιος, «ήξερε τα βυζαντινά και της φυλακής. Ντουζενάτα όχι ευρωπαϊκά. Καραντουζένι, συριανό, αραμπιέν, ανοικτά από σολ... ο Μάρκος είχε κάτι δικό του. Ακουγε τους αμανέδες, ήτανε μέσα στην αλανιαροσύνη, στα σφαγεία, στους τεκέδες και κάθησε και έκανε ένα δικό του συντακτικό που αποτέλεσε τη βάση του ελληνικού (λαϊκού) τραγουδιού».

Ο Μάρκος υπήρξε ρεμπέτης «μάγκας και αλανιάρης», αλλά και συνάμα οικογενειάρχης σωστός, που νοιαζόταν για τα τρία παιδιά του, τον Στέλιο, τον Δομένικο και τον Βασίλη, και για τη γυναίκα του, την αφοσιωμένη ώς το τέλος κυρα-Βαγγελιώ.

Οπως σημειώνει ο Ακης Πάνου, «είναι μια μοναδική περίπτωση, είναι ο οικογενειάρχης που όμως δεν κάνει παραχωρήσεις σ' αυτό που γράφει, σ' αυτό που δίνει για χάρη του σπιτιού του... Εκτός από την επιρροή της μουσικής του, ο Μάρκος ήτανε ένα σχολείο. Μας έμαθε όλους, άσχετα με το πόσο τον άκουσε ο καθένας, να λέμε αυτό που πιστεύουμε, παραγνωρίζοντας τις συνέπειες. Το πόσο τον άκουσε ο καθένας μας έχει σχέση με το κουράγιο του. Ο Μάρκος δεν λουστράρισε τα τραγούδια του για να περάσουνε από τη λογοκρισία... Κοίταζε να ζήσει μέσα σ' αυτή την κοινωνία χωρίς να την ενοχλεί αλλά και λέγοντάς της: μη μ' ενοχλείς κι εσύ. Είχε έναν αντρισμό που τον έφερε στο σημείο, μη έχοντας πόρους, να πεθάνει στο διάδρομο του Ερυθρού Σταυρού!..».

Αν και έγραψε περισσότερα από 500 τραγούδια, μετά τον πόλεμο ο Μάρκος δεν ακολούθησε το πέρασμα στο αστικό όνειρο, παραμένοντας πιστός στο ήθος και στις αξίες της ομάδας του. Με μια τέχνη απλή, μετρημένη, αυστηρή, που ο τελετουργικός της χαρακτήρας κρατά την ομάδα ζωντανή ως απόδειξη της κοσμοθεωρίας της και σαν άσκηση ελευθερίας.

Από τα μέσα της δεκαετίας του '50 βρέθηκε σε δεινή θέση, εξαιτίας και της παραμορφωτικής αρθρίτιδας στα χέρια του που δεν τον άφηνε να δουλέψει. «Το 1957 αναγκάστηκε να βγει στη γύρα -θυμάται ο Στέλιος- Εγώ ήμουν 8-9 χρονών και με έπαιρνε μαζί του στα διάφορα ταβερνάκια που είχαν βάλει τότε τζουκ-μποξ κι ο κόσμος διασκέδαζε με αυτά... Πηγαίναμε στου Ξύδη στην Κοκκινιά και στου Παναγιώτη και κάναμε σφουγγάρα,δηλαδή έπαιζε ο πατέρας μου κι εγώ έβγαζα πιατάκι. Επειδή οι καταστηματάρχες τον λυπόντουσαν, επειδή είχε παιδιά, σταματάγανε το τζουκ-μποξ και μας αφήνανε. Κάθε πρωί που φεύγαμε για το σπίτι έκλαιγε. Σου λέει, εγώ, ο Μάρκος, πώς έγινα έτσι!..».

Την ερχόμενη Παρασκευή συμπληρώνονται τριάντα χρόνια από το θάνατό του (8/2/1972), χωρίς τις «επίσημες» τυμπανοκρουσίες, αφιερώματα, εκθέσεις, εκδόσεις και μουσικοφιλολογικά μνημόσυνα. Ο Μάρκος δεν προσφέρεται για το παιχνίδι του δισκογραφικού μάρκετινγκ, των βιντεοκλίπ, των χρυσών δίσκων και των τηλεοπτικών δελτίων. Ας τον τιμήσουμε ο καθένας ξεχωριστά, με τη δική του προσωπική τελετουργία με ένα κερί ή με ένα τραγούδι και με το στίχο του ποιητή:

«Γεια σου βρε Μάρκο Βαμβακάρη,

της μοναξιάς μας ουρανέ...

που κόβεις βόλτες στο φεγγάρι

κι έλεγες δύσκολα το ναι...».

Νίκος Γκάτσος, «Τα κατά Μάρκον».

freak brother
02-02-2005, 15:19
«Υποσυνείδητα μας πότισε»

Επιμέλεια: ΜΑΡΙΑ ΒΛΑΧΟΠΟΥΛΟΥ

Ακούει Τσιτσάνη ένας ράπερ; Εχει δίσκους του ένας ροκάς; Για τους σύγχρονους δημιουργούς, που δεν γράφουν λαϊκά, τα τραγούδια του σημαίνουν κάτι ή τα προσπερνούν; Ζητήσαμε τη γνώμη επτά ανήσυχων δημιουργών, εκεί γύρω στα τριάντα. Η μουσική, hip hop ή ηλεκτρονική, λαϊκή ή ροκ, με όποια διάλεκτο κι αν μιλιέται δεν παύει -επιβεβαιώνεται ξανά- να είναι μια πάμπλουτη, ενιαία γλώσσα...

Μιχάλης Μιτακίδης (ACTIVE MEMBER)

«Δεν μεγάλωσα με τα τραγούδια του Τσιτσάνη, αλλά οι δικοί μου τ' άκουγαν. Δεν έχω καθόλου δίσκους του, αλλά τον έχω στ' αφτιά μου. Ο παππούς μου, μου 'λεγε διάφορες ιστορίες για τους ρεμπέτες, γιατί παίζαν εδώ στο Πέραμα. Εχω, γι' αυτό, τον Τσιτσάνη, τον Βαμβακάρη και τον Παπαϊωάννου συνταξιδιώτες στο μυαλό μου.

Ο Τσιτσάνης, για μένα, είναι το τέλειο παράδειγμα μουσικού που κατόρθωσε να είναι ουσιαστικός κι επίκαιρος συνάμα. Τον σέβομαι επειδή άφησε τόσο μεγάλο έργο... Ξαφνιάστηκα όταν μου έφεραν, μόλις κατάλαβαν ότι είμαι Ελληνας, ένα σπάνιο δίσκο του Τσιτσάνη σ' ενα δισκάδικο με μεταχειρισμένα βινύλια στο Λονδίνο. Ηταν μια ηχογράφηση από ραδιοφωνική εκπομπή. Τον πουλούσαν 60.000 δραχμές. Θα τον αγόραζα, αλλά με βρήκαν απροετοίμαστο... ».

Κώστας Λειβαδάς

«Ο Τσιτσάνης έγραψε στο "Οτι κι αν πω δεν σε ξεχνώ" το απόλυτο δίστιχο ("σου στέλνει ο άνεμος γλυκά/ τα λόγια μου τα μαγικά") που περιγράφει τη λειτουργία του τραγουδιού, αποτυπώνοντας συνάμα το βάσανο των τραγουδοποιών για έκφραση. Μιλώντας για τον Τσιτσάνη δεν μπορώ να μην αναφερθώ στο οριακό τραγούδι «Συννεφιασμένη Κυριακή», που μετέτρεψε τη δύναμη που λέγεται ρεμπέτικο σε ανοιχτό πεδίο. Δεν μπορώ να μην σταθώ στο στίχο: "Τα ξένα χέρια είναι μαχαίρια", που για να γραφτεί δεν χρειάζεται απλώς στιχουργική ικανότητα, αλλά τεράστιο υπόβαθρο και γνώση της ποίησης. Δεν μπορώ να μην αναφερθώ στη φράση του Τσαρούχη "με τον Τσιτσάνη θυμόμαστε πως έχουμε πολιτισμό"».

Ο Τσιτσάνης μ' εντελώς φυσικό τρόπο συνέλαβε έναν ήχο και μια φόρμα που είναι η συνέχεια της ελληνικής έκφρασης στους αιώνες, γι' αυτό τα τραγούδια του είναι άφθαρτα. Δεν μπορώ, επίσης, να μην αναφερθώ στη Μαρίκα Νίνου, την ιδανική ερμηνεύτρια των τραγουδιών του. Ούτε να παραλείψω τα πειράγματα των φίλων μου επειδή θαυμάζω την μπλουζ φωνή του. Ο Τσιτσάνης μου θύμιζε πάντα τον Τζον Λι Χούκερ και τους φίλους του».

Φοίβος Δεληβοριάς

«Πριν δέκα χρόνια ανήκα σε μίαν ατσούμπαλη παρέα εφήβων νεραϊδοπιασμένων από τις μυστικές μορφές της μεταπολεμικής ελληνικής δημιουργίας. Με τα σπυράκια μας και τις τραγικοποιημένες μας αποτυχίες με αναποφάσιστες γειτόνισσες, μπαινοβγαίναμε σε Goody's και κινηματογραφικά φουαγέ κατακρίνοντας μεγαλόφωνα το "προοδευτικό" κατεστημένο που απομόνωνε το Σαββόπουλο του "Κουρέματος", έχασκε μπροστά στην προκλητική αριστοκρατικότητα του ύστερου Χατζιδάκι κι έπνιγε με τα χέρια των μεταπολιτευτικών κλισέ του όλες τις μετά το '79 νεανικές, αυθόρμητες κινήσεις.

Για να τιμήσουμε τους αδικημένους μας ήρωες θυσιάσαμε την ηλικία μας σε βιβλία, παρακμιακές ταινιοθήκες, παραδοσιακές ηχογραφήσεις. Μέσα στις δονκιχωτικές αυτές βουτιές στο νεκρό παρελθόν, βρήκαμε και τον Τσιτσάνη. Πιστεύοντας ακλόνητα σε μια ζωή ξεδιψασμένη, ξυπνήσαμε κι εμείς τον άνθρωπο που εμπιστευόμενος ένα φως έξω από μας έφτιαξε με τα υλικά της ίδιας του της φτώχειας ένα μουσικό τοπίο πλούσιο που χώρεσε τους πάντες.

Η ξαφνική μόδα με τα ρεμπετάδικα που άνοιγαν το ένα πίσω από το άλλο και τα κλαμπ που έπαιζαν με μπιτ το "Με παρέσυρε το ρέμα", διέκοψε βίαια τις σκέψεις μας. Μέχρι κι οι μεταπολιτευτικοί που χλευάζαμε άρχισαν πάλι τις "αναφορές" τους. Δεν υπήρχε σκληρότερος τρόπος για να καταλάβει η ατσούμπαλη ομάδα ότι νεκροί σαν τον Τσιτσάνη είναι επίσης και ανεπιθύμητες δυνάμεις που στοιχειώνουν το σήμερα και το παραδίδουν στους κερδοσκόπους και τους νευρωτικούς της έρευνας. Το παρελθόν θα γινόταν πηγή μόνο αν εμπιστευόμασταν τα υλικά της δικής μας φτωχής εποχής κι αν βλέπαμε τους νεκρούς σαν απλές ενδείξεις ότι υπάρχει έξω από αυτήν κάτι άλλο, ένα κρυφό φως στο οποίο κάποτε θα φτάναμε. Μόνο προχωρώντας θαρραλέα στη δημιουργική αυτή διαδικασία, θα ανοιγόμασταν ίσως στο μοναδικό σπάνιο πράγμα σ' αυτόν τον κόσμο: στη ζωή».

Δημήτρης Μεντζέλος (ΗΜΙΣΚΟΥΜΠΡΙΑ)

«Ακούμε ρεμπέτικα και για τον Τσιτσάνη, έχουμε respect (σεβασμό) όπως λέμε εμείς οι ράπερς. Για πολλούς ο Τσιτσάνης είναι η "Συννεφιασμένη Κυριακή". Για μας, χιλιάδες τραγούδια. Ο αντίποδας του ρεμπέτικου του Πειραιά στην Αθήνα. Εχουμε πολλούς δίσκους του σε νεότερες εκδόσεις αλλά και παλιούς, original από τους παππούδες μας. Εχουμε κι ένα συλλεκτικό κομμάτι, μια ζωντανή ηχογράφηση από το κέντρο του Τζίμη του Χοντρού στην Αχαρνών. Σ' αυτή η Μαρίκα Νίνου φωνάζει: «Ανοίξτε τα παράθυρα να φύγουν τα ντουμάνια» κι ο Τσιτσάνης τραγουδά «Θα' θελα να 'μουν μπουφετζής»... Τελειώνοντας θα δανειστούμε την ατάκα του σερ Μπιθικώτση: "Ακου μάγκα, το λαϊκό τραγούδι είναι οι γραμμές του τρένου. Ο Βαμβακάρης είναι το τρένο, ο Τσιτσάνης μηχανοδηγός κι όλοι οι άλλοι εμείς καβαλήσαμε στα βαγόνια"».

Κωσταντίνος Βήτα

«Τα τραγούδια του Τσιτσάνη υπήρχαν πάντα στο οικογενειακό μου περιβάλλον. Θυμάμαι τα συγγενικά μου πρόσωπα να χορεύουν και να τραγουδούν με τη μουσική του. Μια μουσική που φέρνει στη σκέψη μου το νοτιά και που θεωρώ σαν την πιο πανάκριβη και πολύτιμη μουσική στον κόσμο όλο. Ο Τσιτσάνης όπως και οι μεγάλοι συνθέτες δεν ανήκει σε μια συγκεκριμένη εποχή, όπως και ο Μάνος Χατζιδάκις υπάρχουν μέσα κι έξω απ' το κόσμο. Οπως κι ένας αλήτης που ζει άνετα μέσα σ' ένα παλάτι, και νιώθει το ίδιο πλούσιος ξυπνώντας μέσα στο δρόμο. Τον έχω μέσα μου σαν ένα άγιο».

Κώστας Παρίσης (ΥΠΟΓΕΙΑ ΡΕΥΜΑΤΑ)

«Ο Τσιτσάνης έγραψε μεσ' από τις κοινωνικές εξελίξεις της εποχής του, αλλά τα τραγούδια του ακούγονται διαχρονικά. Είναι ένας από τους μύθους, τουλάχιστον έτσι φαντάζει στη γενιά μας. Τον ακούσαμε στα σπίτια μας από τους γονείς μας. Υποσυνείδητα ποτιστήκαμε. Μου αρέσει να τον ακούω, να πηγαίνω σε μαγαζιά που παίζουν τραγούδια του. Μ' ενοχλεί, όμως, η λογική της συνέχισης. Δεν το βρίσκω ούτε πρέπον ούτε ωραίο -και δεν ηθικολογώ- να βρίσκονται απαραιτήτως συνεχιστές, λες και το έργο δεν έχει τελειώσει. Το έργο πρέπει κάπου να τελειώνει».

Μανώλης Φάμελλος

«Στα 8 μου ξεκίνησα να παίζω μπουζούκι. Επειδή κι ο πατέρας μου ήταν λαϊκός μουσικός, εισήχθην στον κόσμο της μουσικής μ' αυτά τα τραγούδια των οποίων η πλειονότητα ήταν του Τσιτσάνη. Και κάποια δικά μου σκαριφήματα εκείνης της εποχής υπάκουαν σ' αυτούς τους κώδικες. Από την άλλη, μ'αυτά τα τραγούδια αισθανόμουν δέος. Ενιωθα ότι οι δημιουργοί τους είχαν κατακτήσει ένα επίπεδο με ύψος δυσθεώρητο για μένα.

Ανέκαθεν στο δίλημμα Μπιτλς ή Στόουνς ήμουν υπέρ των πρώτων, αγαπώντας, όμως, και τους δεύτερους. Αντίστοιχα, στο δίλημμα Τσιτσάνης ή Βαμβακάρης πάντα υπερθεμάτιζα υπέρ του Τσιτσάνη, γιατί κατέλυσε τη φόρμα και την προέκτεινε προς χίλιες δυο διαφορετικές κατευθύνσεις. Κατόρθωσε να εντάξει στο ελληνικό τραγούδι στοιχεία που φαινομενικά ήταν πολύ μακριά από τη μέχρι τότε λογική του».

freak brother
22-12-2005, 15:52
«Εφυγε» στα 82 του ο Τάκης Μπίνης

Ρεμπέτης με τα όλα του

«Ο,τι λεφτά έβγαλα, τα σκόρπισα, τα μοίρασα. Γιατί ρεμπέτης σημαίνει ανεμελιά, ξενύχτι, τρέλα, σούρα... Ρητό του είναι: "Αφού υπάρχει θάνατος, ζήτω η ασωτία"! Είναι τρόπος ζωής το να ζεις ρεμπέτικα. Ο ρεμπέτης εργάζεται για να 'χει πάντα λεφτά στην τσέπη του. Βασικός όρος του ρεμπέτη είναι η περηφάνεια, η σοβαρότητα και η συνέπεια... Σέβεται για να τον σέβονται, έχει μπέσα».

Μποέμ ώς το τέλος

Ενας από τους τελευταίους των Μοϊκανών του ρεμπέτικου-λαϊκού τραγουδιού, που τήρησε με το παραπάνω την μποέμικη φιλοσοφία του, ο Τάκης Μπίνης, έφυγε χθες σε ηλικία 82 χρονώ από νεφρική ανεπάρκεια, στο Σισμανόγλειο Νοσοκομείο, όπου νοσηλευόταν την τελευταία εβδομάδα. Μέχρι πρότινος τραγουδούσε στο αγαπημένο του στέκι, τη «Στοά των Αθανάτων», στην Αγορά, με τη Χαρούλα Λαμπράκη. Αφήνει τη γυναίκα του, Ελένη, και τις δύο κόρες του, Μαίρη και Σούλα. Η κηδεία του θα γίνει αύριο στις 3 μ.μ. από το νεκροταφείο της Νέας Ερυθραίας (η νεκρώσιμος ακολουθία θα ψαλεί στον ναό της Ευαγγελιστρίας).

Στους νεότερους έχει χαραχτεί η εξαιρετική ερμηνεία του στο κλασικό «Δίχτυ» του Σταύρου Ξαρχάκου («Αν κάποτε στα βρόχια του πιαστείς / κανείς δεν θα μπορέσει να σε βγάλει / μονάχος βρες την άκρη της κλωστής / κι αν είσαι τυχερός ξεκίνα πάλι»). Στους παλιότερους η βαριά λεβέντικη φωνή του «έχει γράψει» σε τραγούδια συνθετών όπως των Καπλάνη («Ενας αλήτης πέθανε»), Χατζηχρήστου («Καρδιά παραπονιάρα»), Μπακάλη («Το κουρασμένο βήμα σου»), Τσιτσάνη («Τα καβουράκια», «Θα κάνω ντου βρε πονηρή»), Μητσάκη («Οσο βαριά είν' τα σίδερα»), Χιώτη («Τάκα τάκα τα πεταλάκια») κ.ά. Και βεβαίως από το «Ρεμπέτικο» του Ξαρχάκου, πέρα από το «Δίχτυ», στα τραγούδια «Ελα απόψε στου Θωμά», «Στη Σαλαμίνα» κ.ά.

Γεννημένος το 1923 στη Θεσσαλονίκη από πρόσφυγες Μικρασιάτες γονείς, μεγάλωσε σε μια παράγκα στην Ανω Τούμπα. Από μικρός του αρέσουν «τα βαριά λαϊκά, τα σμυρναίικα και αϊβαλιώτικα», αναφέρει στη αυτοβιογραφία του «Βίος ρεμπέτικος», που κατέγραψε η Ιωάννα Κλειάσιου και κυκλοφόρησε πριν από ενάμιση χρόνο από τις εκδόσεις «Ντέφι». Δωδεκάχρονος θα μάθει μπουζούκι και θα παίξει για λίγο μια βραδιά σ' ένα μαγαζί όπου εμφανίζεται ο Γιάννης Παπαϊωάννου. Δεκαεξάχρονος μαθητής θα συλληφθεί και θα βασανιστεί στην Ασφάλεια, επειδή σχετιζόταν με αριστερή οργάνωση. Το '39 θα γνωρίσει τον Τσιτσάνη («αισθάνθηκα ο ευτυχέστερος των ανθρώπων») ο οποίος θα του μάθει τα κόλπα του μπουζουκιού.

Στην Αντίσταση

Θα εργαστεί ως μπουζουξής σε ταβερνάκια και τεκέδες. Στα χρόνια της Κατοχής θα κάνει διάφορες δολιοφθορές σ' αυτοκίνητα Γερμανών στη Θεσσαλονίκη, θα συλληφθεί, θα δραπευτεύσει, θα περιπλανηθεί, για να καταλήξει στην Αθήνα. Θα συνεργαστεί με τους Παπαϊωάννου, Μπακάλη, Καπλάνη και Χιώτη, ως τραγουδιστής πλέον, δουλεύοντας σε διάφορα νυχτερινά μαγαζιά. Περίπου για είκοσι χρόνια (1958-1979) θα ξενιτευτεί στην Αμερική, μαζί με τον φίλο του δεξιοτέχνη μπουζουξή «Μπέμπη» (Δημ. Στεργίου), δουλεύοντας και γλεντώντας από Πολιτεία σε Πολιτεία των ΗΠΑ. «Εγώ ο σεσημασμένος αριστερός ασπάστηκα τον καπιταλισμό. Στην Αμερική όλος ο κόσμος δουλεύει και το χρήμα φέρνει βόλτα. Οποιος δεν δουλέψει θα πεινάσει. Αυτός είναι ο νόμος».

Με Ξαρχάκο

Αντιμετωπίζοντας προβλήματα με το συκώτι του, λόγω πιοτού, θα γυρίσει στην Ελλάδα και θα δουλέψει σε διάφορα κέντρα, βλέποντας όμως ότι το λαϊκό τραγούδι δεν είναι αυτό που ήξερε. «Δεν υπάρχουν πια σεβασμός, σοβαρότητα, λεβεντιά, αγάπη για το ελληνικό τραγούδι, δεν ενδιαφέρονται για την ελληνική παράδοση. Τα παλιά χρόνια έλεγαν πάμε ν' ακούσουμε, τώρα λένε πάμε να δούμε». Η συνεργασία του με τον Σταύρο Ξαρχάκο στο «Ρεμπέτικο» ήταν ο σημαντικότερος δισκογραφικός του σταθμός μετά την επάνοδό του στην πατρίδα. Παρ' όλα αυτά, ακάματος, βαρύς και αυθεντικός, δισκογραφούσε και τραγουδούσε σε κέντρα έως το τέλος του, σαν γνήσιος ρεμπέτης της νύχτας.

Στον επίλογο της αυτοβιογραφίας του σημειώνει: «Οι άνθρωποι που δημιούργησαν το λαϊκό τραγούδι ήταν τελείως διαφορετικοί από τους σημερινούς. Οι παλιοί ήταν σκληραγωγημένοι, έζησαν την πείνα, την καταπίεση, την κατάντια και έγραφαν τραγούδια βγάζοντας τα μύχια της ψυχής τους. Τα βάσανα και τον καημό, τις χαρές και τις ελπίδες τους τα έκαναν τραγούδια, γι'αυτό ήταν πάντα ζωντανά κι αληθινά (...). Εύχομαι από τα βάθη της ψυχής μου να ξανάρθουν τα πράγματα όπως ήταν στα παλιότερα χρόνια, να γράφονται νοσταλγικά και αισθηματικά τραγούδια για τον έρωτα, το γλέντι, τον χωρισμό, τις πίκρες και τις ομορφιές της ζωής. Να χορτάσουν τ' αφτιά κι οι καρδιές μας από σπουδαία πράγματα. Γιατί το καλό τραγούδι είναι ψυχική τροφή. Κι επιτέλους, να πάρει φωτιά η ψυχή μας!».

metamelia2
22-12-2005, 16:43
Σουηδικές πενιές στη Σάμο


μπα;

Candiru
22-12-2005, 17:40
γαμάνε, τραγούδια που γραφονταν στο πόδι όπως πολλά πανκ και μπλουζ, στιχοί συχνά βαρεις και ασήκωτοι, φωνήβραχνή και τραχειά από το χασικλίκι και παραγωγή σαν να ακούγεται από τα τάρταρα.

Πραγματικά όταν κάποιος/α με ιλουστρασιόν φωνή και ηχητική τα ερμηνεύει κάνει την μεγαλύτερη ιεροσυλία.

Ομως πολλά σε ροκ ή μέταλ διασκευή γαμάνε επίσης, πχ αντιλαλούν οι φυλακές.

Pinatero
06-10-2012, 13:27
ON A STEADY DIET OF HASH, BREAD & SALT: COMPILATION WITH COVERS ON REBETIKA (2012)

http://4.bp.blogspot.com/-0_iSWqM1KGY/T_53YViaHVI/AAAAAAAABOY/MGUHIP58NvE/s400/cover.jpg

Rebetika, a truly underground music created at the beginning of the 20th century, was, in its preamble form, the music vehicle to express a culture bumbling under a constantly changing society – a culture based on drugs, haunted by poverty. Unfortunately, in its birth land Greece, Rebetika was transformed through the decades, became soft and gradually deteriorated to a stupid folklore music consumed by the neogreek unmusical masses and tourists alike. For us, early 20s – late 30s Rebetika represents the rawest, purest and yet finest form of Greek folk music ever recorded. We regard this music as lyrically powerful, sentimentally resourceful and musically chaste as the blues.
Driven by our homage to it, this compilation tries to throw bridges between the dusty old roads of Rebetika and the shiny new twisty alleys, paved by the free form music pioneers of nowadays. As fanatic spectators we frequently hear the past couple of years, musicians from the scene declaring their love and respect for Rebetika and at the same time more and more compilations with original tracks from 78rpm recordings comes to surface. The interest is growing. So we thought this is the right moment to invite musicians to delve into the roads of Rebetika and come up with a fresh, if not radical, reinterpretation of their own.
We sent three originals to each one and to our surprise, most people reacted positively and either picked one of the three songs to cover or preferred another one they believed more fitting. And even more surprisingly, the actual cover songs the musicians sent us back are of the best quality and wide variety we could hope for. From passionate heartfelt true-to-the-form takes, to completely improvised or fusion attempts to noise rock deconstructions, every contribution sounds vital and captivating. Our humble hope that you will download and enjoy this compilation as much as we did and our wildest dream is that this could set fire to new generations of fearless Rebetika explorers both in our land and abroad.

T R A C K L I S T :

01. Daniel Padden - "Adinatisa O Kaymenos"
02. Nettle - "Black Eyes"
03. Costa and Nero - "Rast'e Tou Teke"
04. D Charles Speer - "Aman Yiala Yiala"
05. Andy Moor / Yannis Kyriakides - "Touto To Kalokeraki (This Summer)"
06. Steve Gunn - "Trouba"
07. Ignatz - "Stin Ypoga"
08. Sam Shalabi - "Rebetikaud"
09. CWK Joynes & Son Ensemble feat. William Sathya - "23 Minore Mane"
10. Amen Dunes - "Sousta Politiki"
11. Free Piece of Tape - "Burning School"
12. Astral Social Club - "Efoumernam Ena Vradi"
13. Plankton Wat - "Hash Smugglers Blues"
14. Mike Cooper & Viv Corringham - "New Rembetika/14"
15. Caligine - "Με Πιάνουνε Ζαλάδες"

http://www.mediafire.com/?8pzjm4mqwv1cmjq

καποιοι θα γοσταρουνε
η συλλογη ειναι free, γι'αυτο εβαλα κ λινκ, απλα το σποιλεριασα να μην φαινονται μιντιαφαιρστορμς εδω

zeo
15-02-2013, 04:12
Φαντάζομαι μουστακαλήδες μερακλήδες, μικρά μαύρα στενάκια, πρέζες και καπνούς, γυναίκες να κόβουν ανάσες, καταγώγια, αστυφύλακες, λεπίδες και βρωμόνερα στους δρόμους.

Το τραγούδι λέγεται "Αχ, Μπαρμπουνάρα Μου", γιατί μιλάει για μία κοκκινομάλλα με μαύρα μάτια.
Άντε βρες εσύ κοκκινομάλλα με μαύρα μάτια...

Και νομίζω του καλλιτέχνη Κατσαρού η βερσιον είναι από τις καλύτερες που υπάρχουν:

http://www.youtube.com/watch?v=na_elIBJ2II

Με κάτι τέτοια συγκινούμαι ρε γαμώτο

freak brother
15-02-2013, 04:45
αγαπαμε μερακλου ΖEO

VidnaObmana
09-04-2013, 20:10
http://www.youtube.com/watch?v=Q1jfJEPv-Hw&list=PL089E35306FB32238&index=105

VidnaObmana
12-12-2013, 14:53
http://www.youtube.com/watch?v=gh9gnbHMDiQ





http://www.youtube.com/watch?v=D5iC3H_a9Tk

VidnaObmana
19-12-2013, 00:51
http://www.youtube.com/watch?v=YrACSgsVtKQ

KoiliaSamprela
27-12-2013, 09:50
Ρεμπέτη δεν τον λες, αλλά και μόνο το ότι η φωνή του έχει συνδεθεί με αρκετά ρεμπέτικα τραγούδια ένα r.i.p σε αυτό το θρεντ το αξίζει

MYYLobNq-Ds

Skalani Caveman
03-09-2015, 13:05
Ο Κώστας Μπέζος, ή Α. Κωστής όπως ήταν επίσης γνωστός (αν και οι απόψεις διίστανται σχετικά με το αν ήταν το ίδιο πρόσωπο),
ήταν συνθέτης που έγραψε μεταξύ άλλων κομμάτια όπως το πασίγνωστο «Ήσουνα ξυπόλυτη (https://www.youtube.com/watch?v=7C9pX25SgP4)» (η πασίγνωστη «Παξιμαδοκλέφτρα»),
η «Υπόγα (https://www.youtube.com/watch?v=48Gmqfs5J30)» (που διασκευάζουν ακόμα οι Δάρνακες) και η (τρομερή desertίλα) «Τρούμπα (https://www.youtube.com/watch?v=TC51-m78W1s)», που έχει διασκευάσει κι ο Μυστακίδης
στο «16 Ρεμπέτικα Τραγούδια με Κιθάρα (http://www.discogs.com/%CE%94%CE%B7%CE%BC%CE%AE%CF%84%CF%81%CE%B7%CF%82-%CE%9C%CF%85%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%BA%CE%AF%CE%B4%CE%B7%CF%82-16-%CE%A1%CE%B5%CE%BC%CF%80%CE%AD%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%B1-%CE%A4%CF%81%CE%B1%CE%B3%CE%BF%CF%8D%CE%B4%CE%B9%CE%B1-%CE%A0%CE%B1%CE%B9%CE%B3%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%B1-%CE%9C%CE%B5/release/6429130)» (έχει τιμήσει αρκετά κομμάτια του Μπέζου στο δίσκο).
Ο λόγος που έγινε το παρόν ποστ ωστόσο είναι ότι έχει κάνει κι αυτό (https://www.youtube.com/watch?v=DniVeqhsBD4) και κάπως έχω ενθουσιαστεί με το σουρεάλ της υπόθεσης.